Ο Ετιέν, μεσήλικος ηθοποιός, τα καλύτερα του χρόνια της καριέρας του είναι πια πίσω, χωρίς να ήταν και ποτέ ιδιαίτερα εντυπωσιακά, κάνει δουλειές περιφερειακές της τέχνης του από εδώ και από εκεί για να τα βγάλει πέρα. Στο πλαίσιο αυτό πηγαίνει στη φυλακή για να κάνει θεατρικό εργαστήρι με κρατούμενους. Ανεβάζει μαζί τους στη φυλακή υποτυπώδη σκετσάκια, ωστόσο αρχίζει και βρίσκει στη διαδικασία της δουλειάς μαζί τους κάτι που τον κεντρίζει.

Ένα κάδρο στο σπίτι του από την εποχή, είκοσι πέντε χρόνια πριν, που πρωταγωνιστούσε σε παράσταση του «Περιμένοντας τον Γκοντό», του δίνει την ιδέα. Μια ιδέα εκ πρώτης όψεως εξωφρενική. Να σκηνοθετήσει τους κρατούμενούς του στο περίφημο έργο του Σάμιουελ Μπέκετ. Μα δεν θα είναι ολότελη ξένη χώρα για αυτούς; Μα θα είναι κάτι που θα μπορούν να κατανοήσουν; Γιατί όχι; Γιατί να μην είναι ακριβώς ένα έργο με το οποίο να μπορούν να συνδεθούν; Όλη τους η ζωή τους στη φυλακή έχει ως πρώτη ύλη την αναμονή, πάνω στην αναμονή, πάνω στην αναμονή. Ο φυλακισμένος ζει τη ζωή του περιμένοντας. Εάν δεν είναι ένας κρατούμενος κατεξοχήν ήρωας του θεάτρου του παραλόγου που είναι η ζωή, τότε ποιος είναι;

Βασισμένη σε πραγματική ιστορία που συνέβη στη Σουηδία το 1985 και έκανε τον ακόμη τότε εν ζωή Σάμιουελ Μπέκετ να πει ότι το πνεύμα του έργου του υπηρετήθηκε όσο ποτέ από τα περιστατικά που τη συνόδευσαν, η ταινία του Εμανουέλ Κουρκόλ κέρδισε το βραβείο καλύτερης ευρωπαϊκής κωμωδίας. Πολύ περισσότερο δραμεντί παρά κωμωδία, σίγουρα πάντως δεν είναι μια ταινία που θα μας μεταδώσει το ζοφερό κλίμα της φυλακής, κυρίως επειδή δεν το επιδιώκει και δευτερευόντως επειδή τις λίγες στιγμές που το προσπαθεί δεν το καταφέρνει.

Αντίθετα το «Ένας Θρίαμβος» και επιδιώκει και καταφέρνει να μας μεταδώσει τη σαγηνευτική διαδικασία του θεάτρου, τη ζωοποιό διαδρομή προς τη γέννηση μιας θεατρικής παράστασης. Πριν λίγο καιρό βγήκε σε επανέκδοση η «Νύχτα Πρεμιέρας» και είναι ένα έργο πάνω στο οποίο ο θεατής τροχίζεται και κόβεται, τροχίζεται και κόβεται πάνω στη ματιά του Κασσαβέτη και την ερμηνεία της Ρόουλαντς.

Το «Ένας Θρίαμβος» μπορεί να μην έχει αυτή την επίπτωση επάνω σου, μπορεί να προσφέρει μια πολύ πιο λεία αποτύπωση των οδυνών γέννησης μιας θεατρικής παράστασης, αλλά όπως και η ταινία του Κασσαβέτη, μας βάζει μέσα σε όλη την τριβή της πρόβας, της προετοιμασίας και της σύνθεσης μιας παράστασης, μας μεταδίδει τις ανασφάλειες και την εσωτερική πάλη των συντελεστών, μας υποδεικνύει πόσο ζωντανό σώμα είναι τελικά η κάθε παράσταση, πόσο μπορεί να διαφέρει τη μία βραδιά από την άλλη, πόσο φτιάχνει τον δικό της κόσμο, πόσο όταν ανέβεις πάνω στο σανίδι εκείνο που κυριαρχεί δεν είναι αυτό που σχεδιάστηκε στην προετοιμασία του έργου, αλλά η συνθήκη που δημιούργησε η προετοιμασία του έργου, πόσο το ίδιο το έργο είναι μια συνθήκη και όχι ένα ιερό κείμενο.

Ο Ετιέν, εκτός από την αντιμετώπιση των μεγάλων δυσκολιών που έχει καλλιτεχνικά το εγχείρημά του, εκτός από την προσπάθεια του να ανεβάσει ένα τόσο απαιτητικό έργο με κρατούμενους που δεν είναι ηθοποιοί, έχει να αντιμετωπίσει και μεγάλες πρακτικές δυσκολίες. Από τον θεατράρχη που πρέπει να πειστεί να του παραχωρήσει το θέατρο, ως τη διευθύντρια των φυλακών και τη δικαστικό που εποπτεύει τις φυλακές, μάχεται διαρκώς για να εξασφαλίσει τη δυνατότητα να πραγματοποιηθούν οι παραστάσεις. Κι αυτό είναι ένα μάλλον υποτιμημένο χαρακτηριστικό, το οποίο πολύ συχνά διαφοροποιεί την ήρα απ’ το στάρι όσων θέλουν να δημιουργήσουν κάτι στον χώρο της τέχνης: το πώς αναμετρώνται με τις πρακτικές δυσκολίες. Η επιμονή. Η πίεση. Το σκύλιασμα. Η υπερπήδηση των εμποδίων. Το εγώ θα το κάνω, το εγώ δεν θα το βάλω κάτω, το θα γίνει, ακόμα κι αν όλα δείχνουν ότι δεν γίνεται.

Ο Ετιέν μπορεί μέσα σε όλο αυτό να βρίσκει τη δική του δημιουργική διέξοδο και τη δική του ευκαιρία ανάδειξης, αλλά εκείνο που πρώτα τον άγγιξε πυρηνικά ήταν ο τρόπος που προσέγγιζαν οι κρατούμενοι την έννοια θέατρο, την έννοια ρόλος, την έννοια υποδύομαι. «Αντίθετο του αληθινά δεν είναι το ψεύτικα, αλλά το σωστά», θα πει. Οι κρατούμενοι του δεν παίζουν σωστά, κάθε άλλο παρά σωστά παίζουν. Αλλά παίζουν αληθινά. Και σύμφωνοι, μπορεί κανείς να παίξει πολύ με τους ορισμούς εδώ, μπορεί ενδεχομένως να κατεβάσει εγχειρίδια και θεωρίες που να καταρρίπτουν ως σοφιστεία την ατάκα του, πάντως αυτό που λέει σε ένα πρώτο επίπεδο βγάζει νόημα: πολλές φορές η αρτιότητα της τεχνικής, η κατακτημένη σχέση με το αντικείμενο με το οποίο καταπιάνεσαι, η εμπειρία και η γνώση σου σε σχέση με το αντικείμενο με το οποίο καταπιάνεσαι, σε κάνουν να μην έρχεσαι σε επαφή με την αλήθειά του, σε κάνουν να έχεις απωλέσει τη δυνατότητα να παραδίδεσαι στην αλήθειά του δίχως όρους και προϋποθέσεις, τη δυνατότητα να μπορείς να αντιμετωπίσεις την αλήθεια του με δέος και αθωότητα. Φέρνεις τόσο τις κατακτήσεις σου μαζί σου, που είναι πιο δύσκολο να δεχτείς να κατακτηθείς απ’ την αλήθεια του ρόλου που θα υποδυθείς.

Μερικά καλοκαίρια πριν είμαι σε ένα χωριό. Έχει μια θεατρική παράσταση. Λίγες δεκάδες πλαστικές καρέκλες για τους θεατές, ελάχιστα, λιτά σκηνικά μπροστά σε ένα λιθόκτιστο κτίριο στην πλατεία, δυο γυναίκες ηθοποιοί, προβολείς, μεγάφωνα όπου ακούγονταν σφήνες τραγούδια ή φωνές. Κοιτάζω τυχαία μια γιαγιά θεατή. Από τότε  που άρχισα να την κοιτάζω δυσκολευόμουν να σταματήσω να το κάνω. Η λέξη εκστασιασμένη είναι πολύ λίγη. Όλο το πρόσωπό της είχε μεταμορφωθεί σε μια γιορτή. Αυτό που έβλεπαν τα μάτια της δεν χωρούσε στα μάτια της και στο πρόσωπό της και στο είναι της. Όχι γιατί την είχε συνεπάρει το έργο. Είναι σχεδόν αδύνατο να την είχε συνεπάρει το ίδιο το έργο. Την είχε συνεπάρει η ίδια η θεατρική συνθήκη. Την είχε συνεπάρει το θέατρο ως θέατρο, η μεταμόρφωση σε σκηνή ενός χώρου από τον οποίο περνά ίσως καθημερινά επί ατέλειωτες δεκαετίες.

Το γεγονός ότι πίσω από τις καρέκλες μας, στο μαγαζί του χωριού ο κόσμος έτρωγε όπως κάθε βράδυ, αλλά μπροστά στις καρέκλες μας συνέβαινε κάτι διαφορετικό, είχε για μιάμιση ώρα συσταθεί κατ’ εξαίρεση ένας νέος κόσμος, ένας κόσμος λαμπερός, ένας κόσμος ονειρικός, ένας κόσμος που μεταμόρφωνε τη ζωή και το πρόσωπό της όσο παρακολουθούσε την παράσταση. Κάτι αντίστοιχο πρέπει να διέκρινε και ο Ετιέν στους ηθοποιούς του. Κάτι αντίστοιχο με τη φαντασμαγορία που συντελέστηκε μπροστά στα αδούλευτα μάτια της γιαγιάς, τη φαντασμαγορία που είναι ο ιδρυτικός πυρήνας και η έσχατη δικαίωση του θεάτρου. Ακόμη μεγαλύτερη δικαίωση κι από την τέρψη και ευφορία των δουλεμένων ματιών, ναι. Όσο περισσότερο δουλεύεται το βλέμμα, τόσο περισσότερο η απαιτητικότητά του το κάνει να ξεχνά αυτό το θεμελιώδες μάγευμα.

Ίσως και το «Ένας Θρίαμβος» ανήκει στην κατηγορία των ταινιών που κανένας κριτικός κινηματογράφου δεν θα μπορέσει να εκτιμήσει σε βάθος, να αγαπήσει σε βάθος, ακριβώς γιατί θα δει την ταινία «σωστά». Βλέποντας την σωστά, δεν θα την δει αληθινά, δεν θα καταφέρνει να φτάσει στη δική της αλήθεια, την αλήθεια που ο Εμανουέλ Κουρκόλ, χωρίς να είναι Κασσαβέτης, καταφέρνει πάντως να μας προσφέρει με ευκρίνεια, ανθρωπιά, εντιμότητα, ζεστασιά και έχοντας τον Καντ Μεράντ στον ρόλο του Ετιέν ως ιδανικό απόστολό της.