Όταν πριν από δέκα περίπου χρόνια ο Σκάι έδειξε το ντοκιμαντέρ για την Ελληνική Επανάσταση, (στο οποίο σύμβουλος ήταν ο εξαιρετικός ιστορικός μας Θάνος Βερέμης), δεν άργησε να ξεσπάσει κύμα διαμαρτυριών και βωμολοχιών από διάφορους «φουστανελάδες» λόγω δήθεν σχολίων της εκπομπής ως προς την προσωπικότητα και τις μεθόδους του Κολοκοτρώνη, αλλά και άλλων πτυχών των πρώτων ετών της επανάστασης. Αλίμονο αν τολμήσει κανείς να προτείνει μια πιο ώριμη και βαθιά προσέγγιση που αμφισβητεί τη μονοδιάστατη και εξιδανικευμένη εικόνα της συλλογικής πατριωτικής συνείδησης, αλίμονο αν αμφισβητηθεί η (αφελής και παιδική) εντύπωση για την ιστορία που καλλιεργείται και τεθεί στο προσκήνιο η πραγματική διάσταση της ιστορίας ως επιστήμη.

Γιατί τα λέω αυτά; Διότι το “England, England” του εξαιρετικού Βρετανού συγγραφέα Τζούλιαν Μπαρνς είναι μια άγρια και οξυδερκής σάτιρα πάνω σε ακριβώς αυτό το θέμα: τα «ιερά και τα όσια», τα πατριωτικά κλισέ, τα βολικά στερεότυπα που υπεραπλουστεύουν τη σύνθετη, περίπλοκη ιστορία ενός έθνους προκειμένου να την αναγάγουν σε τσιτάτα και ανούσιες γενικεύσεις. Αυτή η ρητορική είναι που αποτελεί το εύφορο έδαφος για την εκτός ελέγχου ανάπτυξη του επικίνδυνου λαϊκισμού με συχνά καταστροφικές συνέπειες.

Στην αρχή του βιβλίου, ένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες του μυθιστορήματος, η Μάρθα, συζητούσε όταν ήταν παιδί με μια Ισπανίδα φίλη της γύρω από τον Σερ Φράνσις Ντρέικ. Η ίδια τον χαρακτηρίζει ήρωα και σωτήρα, λόγω του σημαντικού ρόλου που έπαιξε στην καταστροφή της ισπανικής αρμάδας. Η φίλη της τον χαρακτηρίζει απλώς ως έναν πειρατή, κάτι που βεβαίως επίσης υπήρξε. Οι εθνικές μυθολογίες κάθε χώρας διαμορφώνονται ανάλογα με μία κεντρική αφήγηση. Η ιστορία είναι πολυδιάστατη και πιο σύνθετη.

Το μυθιστόρημα είναι βεβαίως μια δυστοπική, καρναβαλική σάτιρα τόσο των πατριωτικών τετριμμένων, όσο και του ανεξέλεγκτου καπιταλισμού. Ο μεγιστάνας σερ Τζακ Πίτμαν (ένα είδος Ρούπερτ Μέρντοχ) επιθυμεί να αγοράσει τη νήσο του Γουάιτ και να τη μετατρέψει σε ένα θεματικό πάρκο γύρω από την Αγγλία. Όμως δεν ενδιαφέρεται να ερευνήσει ποια είναι πράγματι τα χαρακτηριστικά που προσδίδουν την ιδιαίτερη ταυτότητα της χώρας (αν υπάρχουν), αλλά απλώς να διαιωνίσει τα στερεότυπα για τα οποία είναι γνωστή η Αγγλία. Να δημιουργήσει ένα εύπεπτο καταναλωτικό προϊόν, κάτι που όχι απλώς δεν οδηγεί στην οποιαδήποτε μορφή γνώσης, αλλά το οποίο τροφοδοτεί την άγνοια και κυρίως, το κέρδος.

Προκειμένου να υλοποιηθεί το όραμά του, έχει δημιουργήσει μια ομάδα της οποίας το καθήκον είναι να καταγράψει τι γνωρίζει ο μέσος Άγγλος για τη χώρα του αλλά και ο μέσος ξένος τουρίστας, έτσι ώστε όχι απλώς να τα ενσωματώσουν στο πάρκο, αλλά να τα μεγεθύνουν, να στήσουν πάνω τους μία εθιστική φαντασίωση που ελάχιστη σχέση έχει με την πραγματικότητα ή την ιστορία. Η φαντασίωση αυτή θα περιέχει σεξ και φολκλόρ, ποδόσφαιρο και εθνικό φρόνημα, θα είναι ένας κιτς αχταρμάς, μια μεταμοντέρνα Ντίσνεϊλαντ με ολίγον από Λας Βέγκας.

Θεωρητικά δεν θα περίμενε κανείς μία τόσο υπερβολική, μεταμοντέρνα σάτιρα από τον Μπαρνς, όχι επειδή στερείται φαντασίας (κάθε άλλο) αλλά επειδή το ύφος του είναι πιο συγκρατημένο, πιο κομψό. Ένα τέτοιο θέμα θα ταίριαζε περισσότερο παραδείγματος χάριν στον φίλο του Μάρτιν Έιμις, του οποίου η εντυπωσιακή καριέρα έχει ταυτιστεί πολύ περισσότερο με φρενήρη, χαοτικά, μεταμοντέρνα σατιρικά κείμενα.

Πράγματι, είναι στιγμές που ο Μπαρνς δείχνει να χάνει τον απαιτούμενο ρυθμό και να στρέφεται προς τον εσωτερικό κόσμο ορισμένων χαρακτήρων αντί να τονίσει την ανάγλυφη καρικατούρα που εκφράζει ιδανικά αυτού του είδους τη σάτιρα. Παρ’ όλα αυτά, η ευαισθησία, το χιούμορ και η ικανότητά του είναι επαρκής ώστε να τα βγάλει πέρα και σε ένα τέτοιο εγχείρημα. Σύμφωνοι, απουσιάζει η κομψότητα ενός «Παπαγάλου του Φλωμπέρ», αλλά είναι άλλος ο στόχος του Μπαρνς στο εν λόγω μυθιστόρημα. Άλλωστε, ατάκες όπως «Ο Τζακ…τράβηξε τις τιράντες του με ένα λαστιχένιο πιτσικάτο» εμένα με καλύπτουν πλήρως. Είναι ένα από τα πολλά παραδείγματα που θυμίζουν τόσο το ότι ο Μπαρνς έχει εξαιρετικό αυτί για κωμωδία, όσο και το ότι βρισκόμαστε σε ένα σύμπαν υπερβολής και παρωδίας.

Το βιβλίο “England, England” του Τζούλιαν Μπαρνς κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο