Το τραγικό δράμα μάς διδάσκει ότι οι σφαίρες του λογικού, της τάξης και της δικαιοσύνης είναι τρομαχτικά πεπερασμένες κι ότι καμιά πρόοδος στην επιστήμη μας ή στα τεχνικά μας μέσα δεν κατορθώνει να μεταθέσει τα περιορισμένα όριά τους. Έξω και μέσα στον άνθρωπο υπάρχει το «άλλο» του κόσμου. Δώστε του όποιο όνομα σας αρέσει: αόρατο ή κακόβουλο θεό, τυφλή μοίρα, επιταγές της κόλασης ή ωμή λύσσα του κτηνώδους αίματός μας. Αυτό το «άλλο» μάς στήνει καρτέρι στα σταυροδρόμια. Μας περιγελά και μας αφανίζει. Σε ορισμένες σπάνιες περιπτώσεις, μετά την καταστροφή, μας οδηγεί σε μιαν ακατανόητη λύτρωση. Ξέρω πως τίποτ’ απ’ όλα αυτά δεν αποτελεί ορισμό τραγωδίας. Όμως, δεν θ’ αποτελούσε ορισμό τραγωδίας κι οποιοσδήποτε αφηρημένος προσδιορισμός. Όταν λέμε «τραγικό δράμα», ξέρουμε περίπου για τι μιλάμε. Όχι ακριβώς, βέβαια, αλλά η φράση «τραγικό δράμα» είν’ αρκετή για να μας κάνει να καταλάβουμε με τι έχουμε να κάνουμε. 

George Steiner, “Ο θάνατος της τραγωδίας”

Ή μήπως όχι; Μήπως η απομάκρυνσή μας από τη γνώση των μύθων που συγκροτούν τον διαχρονικό αναστοχασμό πάνω στην ατελή φύση του ανθρώπου με σκοπό την εξιλέωση και η μοναδική μας επαφή με αυτήν μέσω αποστειρωμένων σχολικών εγχειριδίων ή ελιτίστικων θερινών αποπειρών αναβίωσης έχει πάψει την ουσιαστική, λαϊκή επαφή μας με την τραγωδία; Ή μήπως η άρση της υποχρεωτικής της φύσης ως τρόπου διδασκαλίας και ως μέσου εφαρμογής της δημοκρατικής διαδικασίας την έχει καταστήσει μη λειτουργικό, μουσειακό είδος, χρήσιμο μόνο για αναλύσεις φιλολογικού ενδιαφέροντος;

Η απόπειρα απάντησης σ’αυτά τα ερωτήματα βρίσκεται πίσω από την εκδοχή του «Ορέστη» του Ευρυπίδη σε μετάφραση Γιάννη Τσαρούχη, που παρουσιάζει αυτό το διάστημα στη Θεσσαλονίκη η Εταιρεία Θεάτρου Χώρος, σε σκηνοθεσία Σίμου Κακάλα και η οποία εγκαινιάζει για την ομάδα μια φάση διερεύνησης πάνω στο ζήτημα της τραγωδίας.

Orestis2_small

Ο «Ορέστης» διδάσκεται το 408 π.Χ., καθώς ο Πελοποννησιακός Πόλεμος οδηγείται στη λήξη του και η αθηναϊκή δημοκρατία στην παρακμή. Μέσα από την αριστοτεχνικά δοσμένη, ιδιοσυγκρασιακή αφήγηση των παθών και καημών του αιματοβαμμένου οίκου των Ατρειδών, ο Ευρυπίδης καταθέτει το τελευταίο του σχόλιο για τη δημοκρατία και τη στάση των συμπατριωτών του πριν την αυτοεξορία του στη Μακεδονία. Η αναμέτρηση του Ορέστη, της Ηλέκτρας και του Πυλάδη με τους θεσμούς απόδοσης δικαιοσύνης μετά τη δολοφονία της Κλυταιμνήστρας και του Αίγισθου, είναι στην ουσία μια ιστορία για τις ατομικές και συλλογικές ευθύνες, για τους πολλούς τρόπους ανάγνωσης της δικαιοσύνης, για την ανθρώπινη ηθική και τη θρησκεία, για τη δύναμη της κοινής γνώμη και την αγκύλωση της ευεπίφορης μάζας, για την υψηλή τέχνη της επανάστασης και την ποταπή πολιτικάντικη δράση.

Η παράσταση βασίζεται σε μια ελεύθερη ανάγνωση ενός, ούτως ή άλλως, ειδολογικά απροσδιόριστου κειμένου, που ακροβατεί ανάμεσα στην τραγωδία, τη μαύρη κωμωδία και την παρωδία, ενώ εμπνέεται από τον «καθημερινά ποιητικό λόγο» της μετάφρασης του Τσαρούχη που υιοθετεί μια άμεση γλώσσα, αγνοώντας το μέτρο και επαναφέροντας το ζήτημα της λαϊκότητας της τραγωδίας.

Μπροστά σε ένα σκηνικό που παραπέμπει σε ξεφτισμένα κατάλοιπα παλιάς αστικής κατοικίας, με αντικείμενα οικοσκευής που μπλέκουν εποχές και κουλτούρες, οι ήρωες, ντυμένοι με καθημερινά, σύγχρονα ρούχα, μηχανεύονται μια ηρωική έξοδο. Η καταιγιστική αντίστιξη των ειδών, από την τραγωδία στο slapstick και από το ψυχολογικό δράμα στον σουρεαλισμό (στα όρια του απόλυτου τρολαρίσματος) διακονεί την οξύτατη ειρωνική θεώρηση της τυφλής πίστης, της δεισιδαιμονίας, της σχέσης των φύλων, αλλά και των γενεών, την εμμονική προσκόλληση σε έναν παλιό κόσμο, την ώρα που αυτός έχει ήδη συντριβεί, αλλά και τη συχνά αυτοσαρκαστική αντιμετώπιση της δυνατότητας του θεάτρου να πραγματευτεί όλα αυτά τα κρίσιμα ζητήματα.

Η παράσταση, όπως μας είχαν ενημερώσει οι συντελεστές από τη συνέντευξη τύπου, αποτελεί στην ουσία ένα προσχέδιο, μια πρώτη φάση, διαμορφωμένη για κλειστό χώρο, που τίθεται σε δημόσια διαβούλευση ώστε να καθορίσει το πλαίσιο επικοινωνίας και μέσα από τη διάδραση με το κοινό να διαμορφώσει τη β’ φάση, που προορίζεται να παιχτεί σε ανοιχτό χώρο μελλοντικά (ήδη ανακοινώθηκε το ανέβασμα της παράστασης στην Επίδαυρο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου). Και είναι ακριβώς συμπτώματα προσχεδίου αυτά που η παράσταση παρουσιάζει. Υπερβολικός, στιγμές, ενθουσιασμός, πληθωρικότητα στην ειδολογική μίξη, αλλά και στην εκφραστικότητα, που οδηγεί συχνά σε ασάφειες, επανάληψη τρόπων και ευρημάτων από προηγούμενες δουλειές της ομάδας, άσκοπα εμφατική κυριολεξία, αμήχανες απόπειρες επικοινωνίας με το κοινό.

Την ίδια όμως στιγμή, μια εμφανής χημεία μεταξύ των μελών που δε συναντάται συχνά σε θιάσους, ευφάνταστα σκηνοθετικά ευρήματα, η συναρπαστική μουσική των Mohammad, θαρρείς πρωτότυπη μουσική σύνθεση για τραγωδία γραμμένη πριν αιώνες, και ιδιοφυείς ερμηνείες, κυρίως από την καθηλωτική Έλενα Μαυρίδου. Και πάνω απ’ όλα, μια ειλικρινής συνομιλία με το κοινό: «Τι άλλο από συνάντηση της παράστασης με το κοινό είναι το θέατρο», αναρωτιούνται οι συντελεστές και στήνουν καθρέφτες μέσα στους οποίους τόσο οι ίδιοι, όσο και το κοινό, καλούνται να αναστοχαστούν και να επαναπροσδιορίσουν τον ρόλο τους.

Και κάπως έτσι, το τέλος οδηγεί σε μια κάποια «ακατανόητη λύτρωση». Όχι μόνο από τα ατέλειωτα πάθια και καημούς των Ατρειδών, ούτε από την παράλληλη σύγχρονη συνθήκη μιας άλλης δημοκρατίας σε σήψη, αλλά κυρίως από όλο αυτό το κακό, αυτοαναφορικό και προχειροφτιαγμένο θέατρο που «σέρνεται» στην πόλη χρόνια τώρα και, χαμένο στην αυτοαναφορικότητα και στη ματαιοδοξία του, αρνείται να ρίξει το βλέμμα του εκεί που οφείλει: στο κοινό και στο τώρα.

Info: Η τραγωδία του Ευριπίδη «Ορέστης» παρουσιάζεται στο Θέατρο Αυλαία από την Εταιρεία Θεάτρου Χώρος, έως την 1η Μαρτίου