Περιδιαβάζοντας την τρέχουσα έκθεση γλυπτικής της Αγγέλικας Κοροβέση «Ο Χρόνος, οι Μορφές, οι Έννοιες» στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, ήρθε στο μυαλό μου ο στίχος του Γιώργου Σεφέρη «Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ μιλήσω ἁπλά, νὰ μοῦ δοθεῖ ἐτούτη ἡ χάρη» (Ἕνας γέροντας στὴν ἀκροποταμιὰ, στ. 16). Η σκέψη αυτή προέκυψε με το τέλος της περιήγησης, καθώς βγαίνει ακουσίως ένα συμπέρασμα που δίνει καινούργιο νόημα και διάσταση στην τέχνη, η οποία είναι άχρονη, και μόλις γίνεται αντιληπτό φαντάζει αβίαστο, άμεσο και φυσικό.

Η πραγματοποίηση αυτής της έκθεσης είναι ελπιδοφόρος, καθότι το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο συνεχίζει ένα πρωτοποριακό εκθεσιακό πρόγραμμα – η αρχή έγινε με την έκθεση μωσαϊκών της Δάφνης Αγγελίδου («Ψηφιδωτά του Σήμερα», επιμέλεια Αντρέας Ιωαννίδης, από 13 Μαΐου έως 31 Αυγούστου 2013). Φαίνεται πως υπό την παρούσα διεύθυνση του Γιώργου Κακαβά ο εν λόγω θεσμικός χώρος ακολουθεί μια καινούργια πορεία, πολύτιμο μέρος της οποίας είναι η σύζευξη αρχαίας και σύγχρονης τέχνης. Αυτή η εξέλιξη συνάδει με το μεταμοντέρνο πνεύμα της εποχής μας, το οποίο μεταξύ άλλων προτείνει τα εξής: να καταργήσουμε τα όρια που διαχωρίζουν την τέχνη σε κατηγορίες (παλαιό και νέο, υψηλό και λαϊκό, πολύτιμο και ευτελές), να αναγνωρίσουμε την πολλαπλότητα της ερμηνείας των εννοιών, να εξετάσουμε πολυπρισματικά τα καλλιτεχνικά δημιουργήματα ανεξαρτήτως των διαφορών τους (τίτλος, ηλικία, διαστάσεις, υλικά, μέθοδοι παραγωγής και αξία) και να θωρήσουμε διαφορετικά έργα από κοινού, πέρα από το γραμμικό χρονοδιάγραμμα της ιστορίας της τέχνης. Σύμφωνα με αυτήν την πρωτοποριακή λογική, που έχει τις ρίζες της ήδη στη δεκαετία του ’60 και έχει εκδηλωθεί με εκθέσεις στο πρόσφατο παρελθόν (δύο προηγούμενες εκθέσεις που φέρνουν το νέο σε διάλογο με το παλιό είναι το «Πάρε & Δώσε» σε επιμέλεια Γιόζεφ Κόσουτ στη Serpentine Gallery και V&A του Λονδίνου το 2001 και το «Μέλλον μέσα από το Παρελθόν» του Κώστα Βαρώτσου σε επιμέλεια της Χάρις Κανελλοπούλου στο Μουσείο Μπενάκη το 2007), αρχαιολόγοι συνεργάζονται με σύγχρονους καλλιτέχνες και επιμελητές ώστε να συνυπάρξουν έργα που αφενός διαφέρουν χρονικά και αισθητικά και αφετέρου ταιριάζουν ιδεολογικά και εννοιολογικά. Με μικρές και διακριτικές παρεμβάσεις, ένα βάθρο ή ένα αισθητό όριο, το νέο έργο παρουσιάζεται κοντά στο παλιό. Κατά αυτόν τον τρόπο, αμφότερα τα έργα -αρχαία και σύγχρονα- έρχονται σε γόνιμο διάλογο μεταξύ τους και συνδυαστικά μπορούν να φωτίσουν λανθάνουσες πτυχές το ένα του άλλου. Τέτοιες προοδευτικές εκθέσεις ωφελούν και ανταμείβουν τους εκάστοτε επισκέπτες αλλά και τους κατοπινούς ιστορικούς της τέχνης. Μια τέτοια πρωτοβουλία είναι ευεργετική τόσο για την επικαιροποίηση του περιεχομένου ενός μουσείου που είναι σχετικά μόνιμο, όσο και για την ανάδειξη του θεσμού των καλών τεχνών που, αν και αποτελεί δείκτη του σύγχρονου πολιτισμού, έχει περιθωριοποιηθεί λόγω της κοινωνικοπολιτικής κρίσεως της εποχής μας.

Η έκθεση της Κοροβέση με τίτλο «Ο Χρόνος, οι Μορφές, οι Έννοιες» παρουσιάζει υποδειγματικά τη διδαχή της μεταμοντέρνας εκθεσιακής πρακτικής. Διάσπαρτα σε διάφορες αίθουσες του μουσείου παρουσιάζονται 19 γλυπτά της, που μπορούν να συνδεθούν με αρχαία εκθέματα. Η μνημειακή «Ειρήνη» (2013) βρίσκεται στον προθάλαμο της έκθεσης μαζί με τις προτομές του Ερρίκου και της Σοφίας Σλήμαν. Εν συνεχεία, ενώπιον του επισκέπτη διαδραματίζονται σιωπηλοί διάλογοι – ο «Δίσκος Εξέλιξης-Όλον» (2003) με το «Σκεπτόμενο» από τη Θεσσαλία (4000 π.Χ.), το «Ηχητικό Αλφάβητο» (2013) με το «Μνημειακό Αττικό Αμφορέα» (760 π.Χ.), ο «Ισορροπιστής Ίσως» (2013) με τον «Δία του Αρτεμισίου» (460 π.Χ.), οι «Ιπποδυνάμεις» (1985) με την «Αρτέμιδα του τύπου των Βερσαλιών» (350 π.Χ.), οι «Πελαγίσιοι Ταξιδευτές» (2010) με τον «Έφηβο των Αντικυθήρων» (340 π.Χ.) και η «Ζωή» (1997) με μια αττική σαρκοφάγο (230 μ.Χ.). Σε μια περίπτωση, ο «Αήρ» (2003) κοσμεί πιο αόριστα αλλά ταιριαστά την αίθουσα των γλυπτών με αναπαραστάσεις από Νύμφες. Τέλος, η «Ελευθερία» (2009) μοιάζει να ενσαρκώνει συστατικό μέρος από την «Αθηνά Εργάνη» (1959) του Αλέκου Κοντοπούλου. Το ζητούμενο της έκθεσης είναι να προβληματιστεί ο επισκέπτης για τα συστατικά του τίτλου της – πότε υπολογίζεται ο χρόνος, πώς μεταπλάθονται οι μορφές και τι ακριβώς σηματοδοτούν οι έννοιες; Όλα αυτά γίνονται αθόρυβα, αβίαστα και απλά. Τα έργα της Κοροβέση συνδιαλέγονται με τα αρχαία τόσο διακριτικά ώστε, προκειμένου να στρέψει την προσοχή του από τη μόνιμη συλλογή σε αυτά, ο παρθένος επισκέπτης της έκθεσης αλλά και ο θαμώνας του μουσείου πρέπει να δει κάποιον άλλο να τα μελετά επισταμένως ή να τα φωτογραφίζει.

Το μουσείο αδιαμφισβήτητα προσφέρει το έναυσμα. Όμως, πέρα από αυτό, για να αρχίσουν οι επισκέπτες να ενδιαφέρονται για τέτοιου είδους διαλόγους είναι απαραίτητο να γίνουν οι εξής ενέργειες: 1) να προβάλλεται το περιεχόμενο και το σκεπτικό της έκθεσης στην επίσημη ιστοσελίδα του μουσείου, 2) να διατίθενται δωρεάν ειδικοί έντυποι οδηγοί για την έκθεση, 3) να εκδίδεται συνοδευτικός εκθεσιακός κατάλογος, 4) να προσφέρονται ξεναγήσεις από ειδικά εκπαιδευμένο προσωπικό και 5) να διοργανώνονται ομιλίες για το κοινό από τους επιμελητές και τους αρχαιολόγους της έκθεσης. Εάν κι εφόσον πραγματοποιηθούν οι αυτές ενέργειες, η έκθεση θα επιτελέσει πλήρως και επαρκώς τον τόσο σημαντικό σκοπό της – να εκπαιδεύσει, να επιμορφώσει και να ψυχαγωγήσει τους επισκέπτες της και προπαντός να διευρύνει τους πνευματικούς ορίζοντές τους.

Όπως όλα δείχνουν, η παρούσα έκθεση της Κοροβέση, αλλά και η προηγούμενη της Αγγελίδου, είναι μόνον η αρχή. Στο εξής ίσως να διερευνηθεί με ποιο τρόπο είναι δυνατόν να εξελιχθεί αυτή η πρόταση πιο αποτελεσματικά. Είναι μεγάλη η πρόκληση και η ευθύνη της επιμέλειας τέτοιων διαχρονικών αντιπαραθέσεων, καθώς οι επιμελητές πρέπει να υποστηρίζουν με ουσιαστικό θεωρητικό υπόβαθρο τις επιλογές τους. Φυσικά, η επιτυχία της διεύθυνσης του μουσείου και της προσπάθειας των αρχαιολόγων και των επιμελητών θα κριθεί από την επισκεψιμότητα των εκθέσεων, τα σχόλια των επισκεπτών στο σχετικό βιβλίο, το ενδιαφέρον του Τύπου αλλά και τη μεταγενέστερη αποτίμηση.

Η έκθεση της Αγγέλικας Κοροβέση -σε επιμέλεια Δημήτρη Παυλόπουλου, επίκουρου καθηγητή Ιστορίας της Τέχνης στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών- φιλοξενείται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο από τις 5 Ιουλίου έως τις 31 Αυγούστου 2013.

Η φωτογραφία του άρθρου είναι από τον Μεγακλή Ρογκάκο και απεικονίζει το έργο της Αγγέλικας Κοροβέση «Ειρήνη» (2011) με τις Προτομές του Ερρίκου και της Σοφίας Σλήμαν.