Την ώρα που φτάνω στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης ξεχωρίζω τη Μόνα Χατούμ ανάμεσα στους τεχνικούς με γάντια εργασίας να τοποθετεί τα κομμάτια του Fix-it, ενός έργου αναφοράς της μόνιμης συλλογής του ΕΜΣΤ, στο δεύτερο όροφο του κτιρίου.

Η σπουδαία εικαστικός έχει έρθει στην Αθήνα για να στήσει η ίδια το έργο της, μία από τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις που υπάρχουν στο μουσείο. Στο τραπέζι, σημειώσεις και κομμάτια από τα εξαρτήματα της εγκατάστασης που η αεικίνητη διάσημη καλλιτέχνης κοιτάζει προσεκτικά, πριν πάρουν την οριστική τους θέση. Τα σκουριασμένα αντικείμενα που την αποτελούν τα περισυνέλεξε η ίδια από τον παλιό χώρο του εργοστασίου Φιξ, λίγο πριν κλείσει για την ανακαίνισή του. Κουβάδες, λέβητες, ράφια, σκαλωσιές και ντουλάπια φωτίζονται με πολλές λάμπες με μεταβαλλόμενο φως που δημιουργούν δραματική αλλαγή στην ατμόσφαιρα. Τα κατάλοιπα ενός αστικού βιομηχανικού τοπίου, στη νέα μόνιμή τους θέση, αποκτούν ειδική σημασία, καθώς συνομιλούν πλέον με το κτίριο του οποίου αποτελούσαν χρηστικά μέλη, ενώ λειτουργούν και ως υπενθύμιση του βιομηχανικού παρελθόντος του χώρου και της ιστορικής του υπόστασης.

Η Μόνα Χατούμ μας επισημαίνει ότι η τοποθέτηση του έργου γίνεται στο χώρο όπου «ανήκει», αποτελώντας και μια μεταφορά  για τα πράγματα που αργοσβήνουν και πως αυτή είναι μια σπουδαία στιγμή για το μουσείο που μετά από μια περιπετειώδη πορεία μέσα στο χρόνο βρίσκεται επιτέλους σε μια τελική φάση πριν το άνοιγμά του και την τοποθέτηση της μόνιμης συλλογής στους εκθεσιακούς χώρους.

Η Μόνα Χατούμ μέσα στην εγκατάσταση Fix-It

Καθώς συναντιόμαστε με τη Συραγώ Τσιάρα που έχει μόλις τελειώσει τη συνάντησή της με το μεταβατικό Διευθυντή του μουσείου Δημήτρη Αντωνακάκη δεν παραλείπει να μας τονίσει την ουσιαστική συμβολή του σπουδαίου αρχιτέκτονα και τη σημαντική αρχιτεκτονική ματιά του στην πορεία μέχρι το άνοιγμα του μουσείου. Η έμπειρη ιστορικός τέχνης, αναπληρώτρια διευθύντρια του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης και του Πειραματικού Κέντρου Τεχνών – ΜΟΜus, μιλά ξεκάθαρα για το ρόλο που έχει αναλάβει, όταν τη ρωτάμε για τις προκλήσεις και τις δυσκολίες που έχει συναντήσει αυτό το διάστημα. «Το πιο εύκολο για μένα», μας λέει, «είναι ότι δεν έχω την ευθύνη της επιμέλειας της έκθεσης και συνεργάζομαι με ανθρώπους που δουλεύουν είκοσι χρόνια ή λιγότερα για αυτή τη συλλογή. Συνεπώς νιώθω την ησυχία και την εμπιστοσύνη και την ανακούφιση ότι δουλεύω με συνεργάτες που ξέρουν πολύ καλύτερα από εμένα το έργο. Δε μου λείπει καθόλου το ότι δεν έχω τον κυρίαρχο ρόλο στο επιμελητικό κομμάτι. Στηριζόμαστε όλοι στη γνώση και την εμπειρία των επιμελητών που προϋπάρχουν όλα αυτά τα χρόνια εδώ, γι’ αυτό άλλωστε και έχουν την ευθύνη του έργου στην πραγματικότητα. Εγώ λειτουργώ λίγο συντονιστικά και υποβοηθητικά και είναι κάτι ευχάριστο στο βαθμό που μπορώ να βοηθήσω από αυτή τη θέση σε μια σημαντική στιγμή του μουσείου που περιμέναμε και θέλαμε εδώ και πολύ καιρό,  και είναι η τελική ευθεία».

Η Συραγώ Τσιάρα είναι πολύ ξεκάθαρη ως προς το ρόλο που διαδραματίζει, αλλά και ως προς το μελλοντικό ρόλο της μετά το άνοιγμα του μουσείου. «Για να το ξεκαθαρίσω», μας διευκρινίζει, «όταν δέχτηκα να έρθω εδώ για να βοηθήσω ήξερα ακριβώς ποια είναι η δουλειά μου. Να δουλέψω, ώστε να ξεσκαλώσει μια διαδικασία που είχε μπλοκάρει για διάφορους λόγους και αιτίες και να μη χαθούν για ακόμα μια φορά τα χρήματα. Δε θέλησα ποτέ να γίνω διευθύντρια στο μουσείο, δεν υπέβαλα ποτέ υποψηφιότητα, δεν είχα τέτοιο όραμα το μόνο που θέλω είναι να ανοίξει το μουσείο, να αποχαιρετήσω τους συναδέλφους μου και να επιστρέψω στη Θεσσαλονίκη».

«Η πραγματική δουλειά θα γίνει μετά το άνοιγμα του μουσείου, όταν θα έχουν τελειώσει οι δικαιολογίες και τα εμπόδια και θα αρχίσει η επικοινωνία του υλικού με το κοινό»

Πηγαίνοντας να συναντήσουμε τους επιμελητές του μουσείου, ζητάμε από την κ. Τσιάρα να μας μιλήσει για την οικονομική κατάσταση του μουσείου και μας αναφέρει ότι το μουσείο μπορεί σήμερα να αντιμετωπίσει τις λειτουργικές του δαπάνες με τα χρήματα που έχουν εγκριθεί, ενώ υπολογίζει ότι το άνοιγμά του θα προσελκύσει και άλλους πόρους. Μας επισημαίνει πως σε ό,τι αφορά την κατάσταση του προσωπικού το μουσείο βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση από ποτέ. Το μόνο που εκκρεμεί είναι ένας αριθμός φυλάκων που, με τις διαδικασίες να έχουν δρομολογηθεί, θα προσληφθούν στο μουσείο εγκαίρως, έτσι ώστε με την παρουσία τους να εξασφαλιστεί η ασφάλεια των έργων αλλά και η ασφάλεια μετακίνησης των θεατών.

Οι  επιμελητές Σταμάτης Σχιζάκης, Τίνα Πανδή, Δάφνη Βιτάλη, Άννα Μυκονιάτη εργάζονται πολλά χρόνια στο μουσείο και μας εξηγούν τον τρόπο με τον οποίο φτάνουν και τοποθετούνται τα έργα. Τους συναντάμε στον τέταρτο όροφο του μουσείου, όπου έχει αρχίσει ο έλεγχος και το στήσιμο κάποιων έργων. Μας εξηγούν ότι το στήσιμο έχει ξεκινήσει από τα δομικά και ειδικών απαιτήσεων έργα της έκθεσης -αυτά του δευτέρου ορόφου- καθώς οι μεγάλες εγκαταστάσεις απαιτούν πολλαπλάσιο χρόνο. Συνολικά θα τοποθετηθούν εκατόν εξήντα έργα και η εγκατάσταση της συλλογής είναι θεμελιώδους σημασίας για όλους μας.

«Έχει ήδη ολοκληρωθεί ο έλεγχος των έργων και παραδίδονται και οι χώροι και μπαίνουμε ανά τμήματα και στήνουμε τη μουσειολογική μελέτη. Η εγκατάσταση της συλλογής είναι πολύ στενά συνδεδεμένη με τις προδιαγραφές και τις ειδικές απαιτήσεις του κτιρίου, ιδιαίτερα για ορισμένα έργα», λέει η Τίνα Πανδή, ενώ ο Σταμάτης Σχιζάκης μάς εξηγεί ότι ήδη έχει γίνει μια καλή προετοιμασία, αφού το 60-70% των έργων είχαν ταξιδέψει στο πλαίσιο της documenta το 2017 στο Κάσελ για την έκθεση «Αντίδωρον». Αυτό που διαφοροποιεί τη σημερινή συνθήκη από κάθε προηγούμενη είναι η δυσκολία να στηθεί μια συλλογή με τη λογική ότι θα είναι μόνιμη, κάτι τελείως διαφορετικό από το στήσιμο μιας έκθεσης περιοδικής που θα κατεβαίνει σε τρεις μήνες. Ακόμα και η υποδομή ή ο ηλεκτρολογικός εξοπλισμός γίνεται μέσα από μια εντελώς διαφορετική λογική και φυσικά έχει και διαφορετικό χρόνο υλοποίησης. Το χρονοδιάγραμμα σήμερα δεν είναι απολύτως σαφές και οι άνθρωποι του μουσείου αντιμετωπίζουν τους αστάθμητους παράγοντες, με στόχο να ανοίξει η έκθεση όσο το δυνατόν πιο έγκαιρα και σωστά. Είναι αισιόδοξοι ότι τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν θα ξεπεραστούν έγκαιρα, η ροή θα συνεχιστεί με το σημερινό ρυθμό και το μουσείο θα ανοίξει στον κόσμο σύντομα.

Γιάννης Κουνέλλης, Άτιτλο, 2004

«Όλο αυτό το διάστημα που δεν είναι και λίγο», λέει η Δάφνη Βιτάλη, «το μουσείο δε σταμάτησε να έχει εκθεσιακή δραστηριότητα, έτσι αυτή, μαζί με τη συγκρότηση της συλλογής, κινήθηκαν παράλληλα. Με το άνοιγμα του μουσείου περιμένουμε να υπάρξει όπως πάντα όχι μόνο μια ανοιχτή διαλεκτική σχέση ανάμεσα στα έργα αλλά και νέες αφηγήσεις όπως και νέες αναγνώσεις από το κοινό. Έχουμε όλα αυτά τα χρόνια χτίσει μια σχέση με τον κόσμο και μέσα από τα εκπαιδευτικά μας προγράμματα, που δε σταμάτησαν ποτέ και θέλουμε με το μουσείο ανοιχτό να δούμε να επιτελεί και έναν άλλο ρόλο, αυτόν της εκπαίδευσης ενός νέου κοινού». 

Kendell Geers, Acropolis Redux (The Director’s Cut), 2004, Συλλογή του ΕΜΣΤ

Kendell Geers, Acropolis Redux (The Director’s Cut), 2004, Συλλογή του ΕΜΣΤ

Αυτό που μας εξηγούν οι επιμελητές είναι ότι κάνοντας μόνο περιοδικές εκθέσεις αυτό που έχουν καταλάβει είναι η σημασία να υπάρχει μόνιμη συλλογή και να κρατάει κάποια πράγματα σε έναν ιστορικό κάναβο, να υπάρχει μια σταθερή αναφορά. Δουλεύοντας όμως παράλληλα και για τη μόνιμη συλλογή έχουν συνειδητοποιήσει πόσο σημαντικές είναι και οι περιοδικές εκθέσεις. Όταν δεν υπάρχει ο συνδυασμός των δυο πάντα κάτι κυλά πίσω, ενώ όταν αυτά λειτουργήσουν σωστά τότε ένα μουσείο μπορεί να έχει και δράσεις και κοινωνικό και εκπαιδευτικό αντίκτυπο. «Έχουμε προετοιμαστεί ξανά και ξανά για το άνοιγμα του μουσείου, έχουμε προετοιμαστεί για το στήσιμο και τη διαχείριση της συλλογής» λέει ο Σταμάτης Σχιζάκης, «αλλά ξέρουμε ότι η πραγματική δουλειά θα γίνει μετά το άνοιγμα του μουσείου, όταν θα έχουν τελειώσει οι δικαιολογίες και τα εμπόδια και θα αρχίσει η επικοινωνία του υλικού με το κοινό».

Ο Damiano Urbani μέσα στο έργο του Γιάννη Κουνέλλη

Επιστρέφουμε πάλι στο δεύτερο όροφο, στην αίθουσα που ο Damiano Urbani μόλις έχει ολοκληρώσει την εγκατάσταση του έργου του Γιάννη Κουνέλλη. Το έργο δημιουργήθηκε για την έκθεση «Διαπολιτισμοί» που οργάνωσε το ΕΜΣΤ το 2004 στο Μέγαρο Μουσικής και ανήκει στη συλλογή του μουσείου. Σιδερένιες δοκοί σχηματίζουν ένα συμβολικό πλέγμα και στο κέντρο του βρίσκονται τοποθετημένα τσουβάλια με κάρβουνο. Με τον τρόπο που μπαίνουμε στην αίθουσα το έργο αποκαλύπτεται σιγά-σιγά μέχρι να φτάσουμε στο κέντρο του και ο Damiano Urbani μας εξηγεί το κάπως διαφορετικό στήσιμο του έργου στη μόνιμη πλέον θέση του. Ο επί τριάντα και πλέον χρόνια βοηθός του Γιάννη Κουνέλλη έχει έρθει από τη Βενετία στην Αθήνα ειδικά για να επιμεληθεί το έργο. Εκεί, μετά από δυο χρόνια δουλειάς, εγκαινιάστηκε η πρώτη μετά θάνατον αναδρομική έκθεση του Γιάννη Κουνέλλη με 70 έργα του στο Fondazione Prada. Η σημασία της εγκατάστασης του έργου του Κουνέλλη στο ΕΜΣΤ θα επανεξεταστεί από τους νέους επισκέπτες του μουσείου που θα κατανοήσουν την επικαιρότητα του έργου του σπουδαίου εκφραστή της ανθρώπινης αγωνίας και τον άοκνο πειραματισμό του σε φόρμες, συνθέσεις και ύλες, με τρόπο που πάντα προκαλεί τον θεατή σε έναν πρωτόγνωρο διάλογο με πολλαπλές αναφορές.

Έχει σχεδόν σκοτεινιάσει όταν βγαίνουμε από το μουσείο ενώ το στήσιμο συνεχίζεται. Εμείς μπορούμε να σκεφτούμε το αισιόδοξο και ρεαλιστικό σήμερα σενάριο που θέλει το μουσείο να ανοίγει σύντομα και απρόσκοπτα. Η επόμενη φάση θα είναι να έχει έναν διευθυντή που θα το συνδέσει με τους καλλιτέχνες, την πόλη και τις προκλήσεις της εποχής.