Ανάμεσα στις έννοιες Δήμος, Περιφέρεια και Ευρωκοινοβούλιο υπάρχει ο πολίτης και εν προκειμένω ο Ευρωπαίος. Σε εκλογικό λοιπόν κλίμα αναζητήσαμε ανθρώπους από το χώρο του πολιτισμού που έχουν σπουδάσει και εργαστεί σε μια ευρωπαϊκή πόλη και έχουν τη συγκριτική εμπειρία του ευρωπαίου πολίτη της Αθήνας. Η γενιά μας πια είναι «πολυσπουδαγμένη», πολυταξιδεμένη, πολύ-ενημερωμένη και έχουμε άποψη για τη ζωή μας και τις πόλεις μας όχι μόνο ως ευρωπαίοι πολίτες, αλλά και ως πολίτες του κόσμου. Ενώπιον λοιπόν κοινών ερωτήσεων οι φίλοι μας, μας έδωσαν ενδιαφέρουσες απαντήσεις και μοιράστηκαν την προσωπική τους εμπειρία σε σχέση με την καθημερινότητα του πολίτη εκεί και εδώ. Πολύτιμο υλικό, οι φωνές αυτές και χιλιάδες άλλες που δεν χωράνε σε άρθρο, για υποψήφιους δημάρχους, δημοτικούς συμβούλους και φυσικά ευρωβουλευτές.

Ο Τηλέμαχος Μούσας, από τους καταξιωμένους μουσικούς-συνθέτες της εποχής του είναι από τους πιο πολυταξιδεμένους καλλιτέχνες που γνωρίζω και για μεγάλο χρονικό διάστημα έχει ζήσει και εργαστεί στο Βερολίνο. Του ζητάω λέξεις που περιγράφουν καλύτερα τη ζωή του εκεί. «Ποδήλατα, μια ζωντανή ησυχία, κρύο, οργάνωση, μη ευελιξία, συγκεκριμένες οπτικές γωνίες και ευγένεια…» Για εκείνον η Αθήνα δεν έχει εξευρωπαϊστεί. «Το αντίθετο θα έλεγα, η Αθήνα τον τελευταίο καιρό μου θυμίζει αρκετά το Νέο Δελχί το οποίο έχω επισκεφτεί αρκετές φορές. Βασιλεύει η αισθητική του χάους».

Η Έλλη Παπακωνσταντίνου σκηνοθέτης και διευθύντρια του «Βυρσοδεψείου» έχει διανύσει τα δικά της χιλιόμετρα στην Ευρώπη, στο Λονδίνο, στο Παρίσι και στο Βερολίνο ενώ ζούσε με τη βαλίτσα μονίμως ανοιχτή στο δωμάτιο της, έχοντας ως έδρα της το Λονδίνο. «Με θυμάμαι στο μετρό μόνη να διαβάζω – οι διαδρομές ήταν τεράστιες και ως εκ τούτου και οι μοναχικές ώρες. Στον αντίποδα αυτού, τα άγρια Σαββατοκύριακα, το clubbing και το βραδυνό λεωφορείο όπου πιάναμε πάντα τον πάνω όροφο γιατί στον κάτω ξέρναγαν οι “τελειωμένοι”». Για την Έλλη ένα μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα είναι η ακρίβεια και η συνέπεια στον εργασιακό χώρο. «Το χιούμορ ακόμα και στις πιο δύσκολες καταστάσεις. Οι Βρετανοί είναι doers, δρουν. Αυτό που λείπει πολύ στην Ελλάδα. Η αίσθηση ευθύνης απέναντι στα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας. Εδώ, νιώθω Ευρωπαίος πολίτης δεύτερης κατηγορίας. Πρόσφατα, συνειδητοποίησα  ότι τα ευρωπαϊκά προγράμματα για τον πολιτισμό (residencies, funding κλπ.) δεν αναφέρουν την Ελλάδα, όταν αφορούν σε Βαλκανικές χώρες ούτε όταν αφορούν σε χώρες Νότιας Ευρώπης. Κάτι δεν πάει καλά. Ενώ, αναφέρονται στην Αλβανία, την Μακεδονία κλπ. Γιατί τόσο μεγάλη απομόνωση σε επίπεδο θεσμών; Γιατί δεν υπογράφει η ελληνική κυβέρνηση διμερείς τριμερείς διακρατικές συμφωνίες;»

Για όσους έχουν ζήσει από την αρχή το six d.o.g.s (όταν ακόμα ήταν γιαπί και ήμασταν στριμωγμένοι με τον Κωνσταντίνο και τη Δώρα (Ανδρουλιδάκη) σε ένα παταράκι για τις πρώτες συνεντεύξεις) ο Κωνσταντίνος Δαγριτζίκος έχει ταυτιστεί με το χώρο ως συνιδιοκτήτης και καλλιτεχνικός διευθυντής του ενώ το background του συμπεριλαμβάνει σπουδές στην ιστορία της Τέχνης και στο Curating. Και η δική του εμπειρία έχει επίκεντρο το Λονδίνο ενώ έχει ταξιδέψει εκτενώς και με όλα τα μεταφορικά μέσα στην Ευρώπη. «Είχα επιλέξει να ζω στο Ανατολικό Λονδίνο, όπου η ποιότητα ζωής ήταν πολύ κοντά σε αυτό που θεωρώ ιδανικό για τα δικά μου standards και καμία σχέση δεν είχε με την καθημερινότητα που βίωνε οποιοσδήποτε άλλος πολίτης σε άλλες περιοχές του Λονδίνου.Ήταν αρκετά εντυπωσιακό το πόσο εύκολα και αναίμακτα ένας μη-Άγγλος γινόταν μέρος της τοπικής κοινωνίας. Είτε σε καθημερινό επίπεδο, είτε σε επίπεδο γραφειοκρατικό. Είμαι κάτοικος Ευρωπαϊκής Ένωσης βέβαια, οπότε αυτό έκανε ουσιαστικά την διαφορά. Αλλά ήταν αξιοθαύμαστο το πόσα benefits υπήρχαν διαθέσιμα, το πόσο εύκολο και λογικό ήταν να βγάλει κάποιος social security number, και το γενικότερο επίπεδο ορθολογισμού διακατείχε τα πάντα».

Τον ρωτάω τι πιστεύει ότι θα άλλαζε τη ζωή του εδώ: «Η εναρμόνιση όλων των δημόσιων υπηρεσιών με την εποχή που ζούμε. Δε νιώθω όσο ευρωπαίος νιώθω όταν ταξιδεύω πχ. στο Rotterdam ή στο Παρίσι, αλλά από την άλλη αυτό δεν είναι απαραίτητα αρνητικό. Η κάθε πόλη έχει τη δικιά της κουλτούρα, η οποία όσο λιγότερα Ευρωπαϊκά “χαρακτηριστικά” έχει, τόσο πιο ξεχωριστή είναι. Ιδεολογία και αισθητική σε μία πόλη προσδίδουν (σε δεύτερο επίπεδο), οι πολίτες της. Όχι οι πολιτικοί της, όχι η αρχιτεκτονική της. Οι πολίτες της. Ένας και μόνο λόγος υπήρχε που έφυγα από το Λονδίνο, και αυτός λέγεται “six d.o.g.s”. Δεν θα μπορούσα ποτέ να είχα κάνει αυτό που κάνω  με το six d.o.g.s, με τον ίδιο τρόπο που το κάνω εδώ. Η Αθήνα βράζει. Είναι μία πόλη που βρίσκεται τα τελευταία πέντε χρόνια στην πιο κρίσιμη, ευέλικτη και ευάλωτη εποχή που έχει υπάρξει από την σύλληψή της. Αυτό λέγεται ευκαιρία. Ο κάθε πολίτης μπορεί με τον τρόπο του να την αλλάξει και να την μεταμορφώσει σε μία νέα πόλη, μία πόλη που μέσα στα επόμενα 4-5 χρόνια θα κατορθώσει να γίνει το επίκεντρο της σύγχρονης πολιτιστικής παραγωγής. Δεν θα είναι απλά το επόμενο Βερολίνο, δεν θα είναι απλά ότι ήταν η Νέα Υόρκη στα τέλη της δεκαετίας του ’70, θα είναι κάτι πολύ καλύτερο, κάτι πολύ πιο δημιουργικό, και κάτι πραγματικά ελεύθερο».

Αλλάζω λίγο το γεωγραφικό τοπίο και προσγειώνομαι στην χώρα των καναλιών και της τουλίπας, στην Ολλανδία. Ο μουσικός Ιάκωβος Παυλόπουλος σπούδασε και εργάστηκε για αρκετά χρόνια στην Ολλανδία και περισσότερο στο Ρότερνταμ. Ο Ιάκωβος είναι γνωστός στο χώρο ως κρουστός και τον τελευταίο καιρό γράφει μουσική για στο θέατρο. Είναι μέλος των JOALZ, μιας μπάντας με αξιόλογες δισκογραφικές κριτικές στα ξένα μέσα και ιδιαίτερα live, και των Cinema Paradiso. «Η πόλη που κατοικούσα και πέρναγα το μεγαλύτερο διάστημα ήταν το Ρότερνταμ. Ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια στον κόσμο, Ανακατασκευασμένο μετά από την ισοπέδωση που υπέστη στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Το κάδρο περιλαμβάνει, μοντέρνα κτίρια, ανθρώπους από όλο τον κόσμο, τεχνοκράτες, αλλοδαπούς με παραδοσιακές ενδυμασίες, καλλιτέχνες, γονείς με παιδιά οι περισσότεροι πάνω σε ποδήλατα και συνήθως με ομπρέλες στα χέρια. Πολυκαταστήματα στο κέντρο και λίγα μικρά…» Τον ρωτάω για τις ευκολίες που είχε η ζωή του εκεί. «Όσον αφορά στις διοικητικές λειτουργίες το διαβατήριο της Ε.Ε. και το κοινό νόμισμα κάνουν τα πράγματα πολύ πιο εύκολα, τα ραντεβού σε δημόσιες υπηρεσίες και τα μέσα μαζικής μεταφοράς σε ακρίβεια λεπτού είναι ζηλευτά. Οι πολίτες έχουν μια ευγενική συμπεριφορά αλλά πολλές φορές περιορίζεται στην τήρηση πρωτοκόλλου. Τα μαθήματα επίσης περίπου στους δέκα μήνες χωρίς χαμένες διδακτικές ώρες. Σχολή, υπηρεσίες, όλες οι καθημερινές επαφές και συναλλαγές στην Αγγλική. Στη σύγκριση με τις ελληνικές πόλεις τα πράγματα δεν είναι απρόσωπα. Αυτό όμως έχει ως συνέπεια το ότι είναι ιδιαίτερα ευάλωτο το σύστημα στην όχι καλή πλευρά των πολιτών της. Φυσικά και νιώθω ευρωπαίος πολίτης, όπου και να βρίσκομαι, Ελλάδα, Μεσόγειο, βόρεια Ευρώπη, Αμερική. Η συμμετοχή μας σε συλλογικές διαδικασίες όπως οι εκλογές μόνο βοηθάει. Όπως είπε και ο Αισχύλος “οι θεατές πληρώνουν και τα μέλη του θιάσου πληρώνονται”. Έφυγα από την Ολλανδία γιατί με κούρασε ο καιρός η νοοτροπία του λαού της και η τόσο καπιταλιστική-ιμπεριαλιστική νοοτροπία. Αγαπάω την Αθήνα σαν κομμάτι της Ελλάδος και θέλω να δημιουργήσω εδώ και να την βοηθήσω να προχωρήσει. Μπορώ να μετακομίσω όμως και να δουλέψω σε οποιαδήποτε μέρος, είμαι κομμάτι του κόσμου και του πολιτισμού».

Λίγο πριν το τέλος, συναντώ έναν εικαστικό. Ο Γιώργος Μαραζιώτης ζωγράφος, εικονογράφος και εικαστικός μας απασχόλησε ιδιαίτερα φέτος με την έκθεση του Night of the World και τη συμμετοχή του ως σκηνογράφου στην πετυχημένη παράσταση «Ζωρζ Νταντέν» του ΔΗΠΕΘΕ. Ο Γιώργος συγκαταλέγεται στους βασικούς εκπροσώπους των πολιτών του κόσμου αφού ως rolling stone μετακινείται τα τελευταία χρόνια ανάμεσα στην Ελλάδα, στη Νέα Υόρκη, στην Αγγλία, στο Παρίσι και στο Βερολίνο. Θα διαλέξει όμως και εκείνος μια αγγλική πόλη ως ανάμνηση, το Wolverhampton όπου σπούδασε. «Το Wolverhampton που είναι μια χαρακτηριστική πόλη της κεντρικής Αγγλίας, με ένα πολύ δυνατό πανεπιστήμιο στο τομέα των Τεχνών, ένα εργατικό background όσον αφορά τους κατοίκους αλλά και με μεγάλη ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια. Από εκεί ξεχωρίζω τον απόλυτο σεβασμό στη διαφορετικότητα, την αρμονική συμβίωση διαφορετικών λαών την ελευθερία έκφρασης και πειραματισμού στη σχολή και τέλος, άψογη εξυπηρέτηση από το ταχυδρομείο μέχρι το…super market! Σε σύγκριση με τα δικά μας παρατηρώ ότι η αποξένωση που “αναγκαστικά” χαρακτηρίζει τους πολίτες μιας βορειοευρωπαϊκής πόλης, είναι στοιχείο που παρατηρώ στην Αθήνα τα τελευταία χρόνια. Στα θετικά, συμπεριλαμβάνω την βελτίωση στα μέσα μαζικής μεταφοράς, τη χρησιμοποίηση ποδηλάτου από όλο και περισσότερους πολίτες αλλά και την αξιοποίηση χώρων πρασίνου που έχει η Αθήνα αν και υπάρχουν μέρες που δεν νιώθω καθόλου ευρωπαίος στην Αθήνα. Ιδεολογικά θα έλεγα πως σαν πόλη έχει τρομερό ενδιαφέρον τα τελευταία χρόνια. Συνδυάζει τόσες τάσεις και δυναμικές που δύσκολα βρίσκεις σε άλλη μεγάλη πρωτεύουσα. Ακόμα και η αβεβαιότητα αλλά και επικινδυνότητα των ημερών, μπορεί να δώσουν κάτι πολύ «δυνατό».

Κλείνω στο συννεφιασμένο σκηνικό του Τάμεση με την Άννα Μαρτίνου που πίνει το απογευματινό της τσάι από το διαμέρισμα της στο ποτάμι και μου δίνει τη  δική της εκδοχή. Η Άννα έκανε μεταπτυχιακό Πολιτιστικής Επιχειρηματικότητας στο Goldsmiths, είναι σύμβουλος επιχορηγήσεων και επικοινωνίας στο performance space και αυτή την περίοδο είναι υπεύθυνη Τύπου στο  fashion start up Wool and the Gang. Για ένα διάστημα ζούσε στο Παρίσι όπου απολάμβανε μακαρόν, εκθέσεις, φτηνό σινεμά και μαθήματα Γλωσσολογίας και Συγκριτικής Λογοτεχνίας. «Στο Λονδίνο από την αρχή μου έκανε τρομερή εντύπωση το γεγονός ότι τα πράγματα λειτουργούν. Τα λεωφορεία περνάνε, ο μισθός πληρώνεται, τα τηλέφωνα απαντώνται, τα μέιλ επίσης. Και ακόμα πιο σημαντικό η αίσθηση ότι υπάρχει διάθεση επίλυσης των προβλημάτων. Σαν Ελληνίδα πολλά πράγματα τα έκανα λάθος, τα άφηνα, πίστευα ότι κανείς δεν θα ασχοληθεί ή δεν θα προσέξει τις παραλείψεις μου. Το λεγόμενο “κουκούλωμα”. Ε, αυτό το έχω αλλάξει εντελώς στον εαυτό μου και σε αυτό ευθύνεται η πόλη αποκλειστικά. Αντιμετωπίζω τα προβλήματα στο χρόνο τους. Στο Λονδίνο ξυπνάς με μια αίσθηση ενθουσιώδους πανικού και αρχίζεις και τρέχεις. Ξέρεις ακριβώς τί έχεις να κάνεις κάθε 20 λεπτά. Οι περισσότεροι σηκώνονται στις έξι να τρέξουν, να πάνε κολυμβητήριο ή yoga. Υπάρχει τρομερή ταχύτητα σε όλα τα επίπεδα – μεταφορές, ιδέες, πρότζεκτ, μετακομίσεις. Απαντάς μέιλ πριν σηκωθείς από το κρεβάτι, φεύγεις με ημιστεγνωμένα μαλλιά και σκουφί, αρπάζεις καφέ και ξεκινάς ατελείωτα μέιλ και meetings μέχρι τις 1.30πμ.»

Η Άννα όμως μου δίνει μια πιο αισιόδοξη οπτική γωνία της Αθήνας από τη δική της την πιο αποστασιοποιημένη καθημερινότητα: «Η Αθήνα είναι η πιο ενδιαφέρουσα πόλη της Ευρώπης αυτή τη στιγμή. Και αυτό οφείλεται αποκλειστικά σε μια μερίδα νέων ανθρώπων που κάνουν τα πράγματα κόντρα, ανάποδα, με γούστο και πείσμα. Παρατάνε παλιές δουλειές, απολύονται, μουτζώνουν, αρνούνται και ξεκινάνε το δικό τους. Με φίλους, με γονείς, με αδέρφια, με ό,τι τους εμπνέει και βγάζει νόημα. Το Λονδίνο είναι λαμπερό και γεμάτο ευκαιρίες. Αλλά ότι λάμπει δεν είναι χρυσός – ούτε σέξυ. Η αποτελεσματικότητα που ίσως να μεταφράζεται ιδανικά στα αγγλικά ως “to do attitude”. Οι Έλληνες είναι doers. Ξύπνιοι, σβέλτοι, ευρηματικοί και παράφρονες. Θεωρώ ότι αν αυτά τα στοιχεία μπουν σε ένα πλαίσιο λειτουργικότητας τότε πραγματικά δεν υπάρχει κανένας λόγος να ζούνε την ζωή τους με φόβο». Την ρωτάω αν θεωρεί τη συμμετοχή μας στην Ε.Ε λύση ή παγίδα. «Η ενεργή συμμετοχή δεν μπορεί ποτέ να είναι παγίδα. Η απαθής, αυτιστική συμμετοχή τεράστια δε…» Εκείνη θα γύριζε; «Ζω ακόμα στο Λονδίνο. Αλλά θα γύριζα με την πρώτη ευκαιρία στην Αθήνα. Όμως, ας μην κοροϊδευόμαστε. Δεν υπάρχουν ευκαιρίες. Συνθήκες υπάρχουν τις οποίες δημιουργούμε με τα χεράκια μας και το μυαλουδάκι μας.»©