starΦήμες λένε ότι η αρχή έγινε το ’98: Η Dana International, μια στραφταλιζέ παρουσία που έλαμπε ολόκληρη, πρέπει να μου έκανε μία κάποια εντύπωσις. Να φταίει η φιγούρα της ή οι αναφορές σε ντίβες όπως η Κλεοπάτρα; Μάλλον τίποτα από τα δύο: Στην τότε ηλικία μου, εντύπωση θα μου έκανε ο ρυθμός.

Η πρώτη μου καθαρή ανάμνηση από Eurovision ήταν η συμμετοχή της Ρωσίας στον διαγωνισμό, το 2003 με τις t.A.T.u. και τα μακρινά τους πλάνα. Η εντύπωση εδώ έγινε λόγω της γλώσσας: Ποιο άλλο τραγούδι θα μου έδινε την ευκαιρία να τραγουδήσω ξεφωνίζοντας «Νάνα ρεσκουμπγίμ, ενεσβαντόιτσαααα»; Ακόμα κι αν σήμερα, ακούγοντας το ίδιο τραγούδι δεν βρίσκω πουθενά αυτόν τον «στίχο» (γιατί φυσικά και δεν υπάρχει), είναι ο μόνος που μου έχει εντυπωθεί στο μυαλό.

Το τρένο των αναμνήσεων περνά τρέχοντας στους εξής σταθμούς: Τη μάνα μου το 2006 να συγκινείται απείρως με την Άννα Βίσση να τραγουδά παθιασμένα “I’m still in looooove” και να λυγάει επί σκηνής, τον πατέρα μου την ίδια χρονιά να απειλεί πως θα βγάλει όλα τα καλώδια των τηλεφώνων στο σπίτι αν τολμήσω να σκεφτώ να ψηφίσω τους Lordi (είχα δικαίωμα ψήφου ήδη από τα 7), το λιώσιμο του “Tornero” στο σχολείο μέχρι και στο καθιερωμένο μπουγέλο της τελευταίας μέρας, το πρώτο μου γιουροβιζιονικό κλάμα μπρος στη συνειδητοποίηση ότι δεν θα δω τον μεγάλο μου έρωτα του 2007, τον Δημήτρη Κοργιαλά, νικητή, εκπροσωπώντας την Κύπρο μαζί με την Ευρυδίκη, το ζίμπεν ζίμπεν άιν ουντ νουλ στο πρώτο μάθημα Γερμανικών (που ήταν οι Rammstein;), και άλλοι πολλοί σταθμοί συγκαταλέγονται στα της παιδικής ηλικίας.

Γιατί στα της εφηβείας έχουμε όχι απλά έναν σταθμό, αλλά μια καραμπόλα: Ήταν να μη στείλει η Νορβηγία το 2009 τον Alexander Rybak και να σπάσει το τότε ρεκόρ βαθμών της Eurovision. Κεραυνοβόλος έρωτας, θυελλώδης αλλά –πάλι καλά για τον ίδιον και για όλους μας– ακίνδυνος. Όσο θυελλώδης ήταν όμως, με τούρτες στα γενέθλιά του, 24 ώρες το 24ωρο ενημέρωση για το που είναι και τι κάνει και άλλα όμορφα του premium πακέτου του εφηβικού fandom, τόσο απότομη ήταν η απόρριψή του: Τον είδα μια μέρα από κοντά, με είδε, του μίλησα, μου μίλησε και τέλος. Αυτό ήταν.

Η Αλεξανδρινή εποχή μου τελείωσε εν μία νυκτί, δίχως να την αποχαιρετίσω καβαφικά. Γιατί τελικά, αυτό που σου μαθαίνει η Eurovision είναι το «πάμε γι’ άλλα», υπάρχουν παντού πορτοκαλιές: σε όλη την Ευρώπη και εσχάτως και στην Αυστραλία. Η Eurovision σημαίνει μεγάλωμα· είναι ο τοίχος με τα σημάδια ύψους από μολύβι -ένα δέκα, ένα δεκαπέντε, ένα εικοσιδύο. Χίλια εννιακόσια ενενήντα οχτώ, δύο χιλιάδες τρία, δύο χιλιάδες εννέα, δύο χιλιάδες δεκατρία, δύο χιλιάδες δεκαεννέα. Το να παρατηρείς μάλιστα με τον καιρό πτώση της ποιότητας των τραγουδιών ή όχι, είναι συνέπεια αυτού του ψηλώματος.

Αυτό που μένει είναι οι μνήμες και τα συναισθήματα ή μάλλον καλύτερα η ανάμνηση του συναισθήματος που, με κάποιον τρόπο, περνά από γενιά σε γενιά.

Γιατί, ίσως τελικά η αρχή να έγινε πίσω το 1979, όταν κάπου στα ορεινά της Τριπόλεως, μια έφηβη έκοβε νευρικά τυρί στους αρραβώνες της ξαδέρφης της, αγωνιώντας για το αν θα προλάβει να δει την Ελπίδα να υμνεί τον αρχαίο σούπερσταρ, τον Σωκράτη. «Πιο μικρά κομμάτια το κεφαλοτύρι, Χριστίνα μου». Κι όταν η Χριστίνα έφυγε τρέχοντας στο παρά πέντε για να προλάβει την Ελπίδα, δεν ήξερε ούτε ότι η Ελλάδα θα θριάμβευε, ούτε ότι θα διάβαζε η ίδια την ιστορία της στο ελc, 40 χρόνια μετά. Χριστίνα, τα κατάφερες.

Καμιά χαμένη Αλεξάνδρεια εδώ.