Στα πρώτα λεπτά του «Εξαφανισμένου» («Μητέρα» ο αυθεντικός τίτλος), γινόμαστε μάρτυρες μιας εντελώς δραματικής σκηνής. Η Έλενα δέχεται τηλέφωνο από τον εξάχρονο γιο της που είναι διακοπές με τον μπαμπά του, με τον οποίο η Έλενα έχει χωρίσει. Το παιδί βρίσκεται σε μια ερημική παραλία που δεν υπάρχει ψυχή ζώσα, ούτε καν ο μπαμπάς του, που έχει πάει μάλλον πίσω στο τροχόσπιτό του να φέρει κάτι και έχει αργήσει να γυρίσει, ποιος ξέρει γιατί, η μπαταρία του κινητού με το οποίο μιλάει το παιδί τελειώνει, το παιδί λέει ότι εμφανίστηκε στην παραλία ένας άλλος άγνωστος άντρας που κάνει πιπί του και μετά έρχεται προς το μέρος του, η Έλενα πανικοβάλλεται, το παιδί έχει κατατρομάξει επίσης, η μπαταρία τελειώνει, το τηλέφωνο θα κλείσει. Όλο αυτό ήταν μια μικρού μήκους ταινία του Ισπανού σκηνοθέτη Ροντρίγκο Σορογκογιέν (αν τυχόν το όνομά του σας θυμίζει κάτι, παίχτηκαν τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας άλλα δύο έργα του, το «Κανείς Δεν Μπορεί Να Mας Σώσει» και ο «Έκπτωτος»), η οποία μάλιστα βρέθηκε και υποψήφια για όσκαρ μικρού μήκους. Ο Σορογκογιέν σκέφτηκε ότι η ιστορία παραείχε μείνει ανοικτή και ότι είχε πολύ ζουμί για συνέχεια, κι έτσι προέκυψε και η μεγάλου μήκους εκδοχή της.

Βρισκόμαστε δέκα χρόνια μετά λοιπόν. Με το που τελειώνει η εισαγωγή με το τηλεφώνημα, η ταινία αλλάζει εντελώς ρυθμό και ύφος, και από την ψυχική ένταση στη διαπασών περνάμε σε πολύ πιο ήρεμες καταστάσεις. Η Έλενα έχει μετακομίσει από την Ισπανία και ζει την τελευταία δεκαετία σε ένα θέρετρο της Γαλλίας, εκεί που μίλησε τελευταία φορά με τον γιο της, εκεί που έχασε τελικά τον γιο της. Εργάζεται σε ένα παραθαλάσσιο μπαρ – εστιατόριο. Η ιστορία της είναι γνωστή στην περιοχή. Είναι «η τρελή» που έχασε τον γιο της. Αυτά σε επίπεδο κουτσομπολιού και πίσω από την πλάτη της. Γιατί κατά τα άλλα η Έλενα εργάζεται κανονικά, δεν συμπεριφέρεται περίεργα, ενώ είναι έτοιμη να αφήσει και πιο συμβολικά πίσω της το τραύμα και να «ξαναφτιάξει» όπως λέει το κλισέ, τη ζωή της, με έναν άντρα που την αγαπά και τον αγαπά και με τον οποίο είναι έτοιμη να μετακομίσει σε λίγους μήνες μαζί του πίσω στην Ισπανία.

Αλλά μια μέρα στην παραλία θα πέσει πάνω σε μια παρέα εφήβων. Και η Έλενα κολλάει το βλέμμα της σε έναν απ’ αυτούς, τον Ζαν. Μια μέρα θα τον πάρει από πίσω. Θα τον κατασκοπεύσει βλέποντας τον να τρώει στην αυλή του σπιτιού του με την οικογένειά του. Είναι προφανές ότι της θυμίζει τον γιο της. Και κατά πάσα πιθανότητα όλο αυτό θα τελείωνε κάπου εκεί, αν ο Ζαν δεν εμφανιζόταν την άλλη μέρα στο μαγαζί της και δεν της έπιανε την κουβέντα και δεν εξεδήλωνε το ενδιαφέρον του για εκείνη. Την είχε δει που τον ακολούθησε. Και με τη δική του πλέον επιμονή αρχίσει να αναπτύσσεται μεταξύ τους μια σχέση.

Τι είδους σχέση είναι αυτή; Τι θέλει η 39χρονη Έλενα απ’ τον 16χρονο Ζαν; Τι θέλει ο 16χρονος Ζαν απ’ την 39χρονη Έλενα; Αν σε κάθε είδους τέτοια σχέση με τόση διαφορά ηλικίας παίζει στο παρασκήνιο το οιδιπόδειο ή το σύνδρομο της Ηλέκτρας, αν σε κάθε είδους τέτοια σχέση με τόση διαφορά ηλικίας παίζει έντονα το να αποτελεί ο ένας για τον άλλο μια μητρική ή πατρική φιγούρα ή αντίστροφα ένα υποκατάστατο γιου ή κόρης, στη συγκεκριμένη σχέση βρισκόμαστε σε άλλη πίστα: εδώ εξαρχής η Έλενα μαγνητίζεται από τον Ζαν επειδή της θυμίζει το παιδί της, επειδή μοιάζει με τον γιο που έχασε, επειδή θα μπορούσε να είναι ο γιος που έχασε, επειδή κάπως έτσι πρέπει να είναι σήμερα ο γιος που έχασε.

Δέκα χρόνια που έχασε. Δέκα χρόνια μητρότητας. Δέκα χρόνια απώλειας του παιδιού της. Μια πληγή από την οποία δεν λέει να ξεκολλήσει, μια πληγή από την οποία δεν θέλει να ξεκολλήσει. Πήγε να ζήσει και να δουλέψει κοντά στην παραλία που χάθηκε. Επέλεξε να ζει μόνιμα στο σημείο της πληγής, στο τοπίο της απώλειας, στον τόπο του αποχωρισμού. Όντας κάθε στιγμή εκεί, δεν αφήνει και την πληγή να ιαθεί. Η οδύνη της πληγής είναι το κυρίαρχο σημείο της ταυτότητάς της. Και τώρα που έχει αποφασίσει επιτέλους να φύγει από εκεί και να προχωρήσει σε μια άλλη ζωή, βρίσκει ένα άλλο παιδί που της θυμίζει τον γιο της.

Και κάπως έτσι ο γιος που έχασε είναι πάλι παρών. Και αποζητά την παρέα της. Και αποζητά την αγάπη της. Και αποζητά την αγκαλιά της. Και αποζητά τη στοργή της. Και αποζητά τα φιλιά της. Είναι αυτός και ταυτόχρονα δεν είναι αυτός. Το ξέρει ότι δεν είναι αυτός. Η Έλενα δεν είναι τρελή. Ούτε την τρέλανε ο πόνος. Τρελούς λένε οι κανονικοί εκείνους που δεν ξεφορτώθηκαν εύκολα την οδύνη. Η Έλενα δεν θεωρεί ότι είναι με τον γιο της, είναι με ένα προσωρινό υποκατάστατο του γιου της, μια προσωρινή αναπαράσταση του γιου της, μια αναβίωση της πληγής της, αλλά ίσως μαζί κι ένας τρόπος κλεισίματός της. Η Έλενα θέλει να ξέρει ότι τουλάχιστον ο Ζαν είναι καλά.

Κι εκείνος; Δεν στερείται αληθινή μαμά, η μητέρα του είναι παρούσα. Μοιάζει λίγο ψυχρή και κουμπωμένη ίσως, αλλά είναι παρούσα. Τι τον εξιτάρει τόσο σε αυτή τη μεγαλύτερη γυναίκα; Γνωρίζει κι αυτός την ιστορία της, έχει κι αυτός μάθει τι συμβαίνει με την πάρτη της, υποπτεύεται ότι βλέπει σε εκείνον τον γιο της. Από την άλλη, μήπως δεν βλέπουμε και στην κανονική ζωή σχέσεις μανάδων με τους γιους τους ή μπαμπάδων με τις κόρες τους σχεδόν εντελώς ερωτικές; Εκεί που όσο πιο έντονο είναι το ερωτικό στοιχείο, τόσο πιο πολλά πέπλα απόλυτης αθωότητας το καλύπτουν. Και τελικά. αν δεν υπήρχε αυτή η απωθημένη ερωτική έλξη, αυτό το υπέρτατο ταμπού, θα καταλάμβαναν τέτοια δεσπόζουσα θέση στο βασίλειο της αναπαράστασης της επιθυμίας, στα πορν σάιτ, βιντεάκια με ηθοποιούς που υποδύονται την στεπ μάδερ και τον στεπ φάδερ;

Ο «Εξαφανισμένος» είναι μια από εκείνες τις περιπτώσεις ταινιών, που έχουν μια πολύ γόνιμη κεντρική ιδέα στην καλή εκδοχή (ή πολύ ιντριγκαδόρικη στη λιγότερο καλοπροαίρετη), μια κεντρική ιδέα που είναι από μόνη της αρκετή για να τις παρακολουθήσεις με μεγάλο ενδιαφέρον. Ακόμη κι αν, όπως εδώ, η ιδέα δεν αναπτυχθεί όσο θα μπορούσε, ακόμα κι αν, όπως εδώ, συμβούν γεγονότα που δεν μοιάζουν να προσθέτουν τίποτα ή αν λείπουν άλλα που σου αφήνουν κάποια κενά ή που εγείρουν ενστάσεις αληθοφάνειας, διαδραματίζεται μια σχέση που δεν μπορεί παρά να σου κεντρίσει την προσοχή και να σε εμπλέξει: τι σχέση έχουν στα αλήθεια η Έλενα με τον Ζαν, η μάνα που δεν είναι μάνα με τον γιο που δεν είναι γιος;