Ο Δημήτρης Καραντζάς είναι ένα πρόσωπο που έχει απασχολήσει πολύ τα τελευταία χρόνια τη θεατρική επικαιρότητα, κάποιες φορές για τους σωστούς και άλλες φορές για τους λάθος λόγους. Έχοντας ξεκινήσει την πορεία του πολύ νέος, ακούστηκε και γράφτηκε τόσες φορές το «παιδί-θαύμα», «τρομερό παιδί», «μόλις 25χρονος-26χρονος-30χρονος κ.ο.κ.» που το βαρεθήκαμε όλοι –σίγουρα κι ο ίδιος.

Γνώρισε το έδαφος όπου η αποθέωση με τον κανιβαλισμό συναντιούνται ή και ταυτίζονται, αγαπήθηκε και μισήθηκε από θεσμούς, δημοσιογράφους, κριτικούς, κοινό και ομοτέχνους του, κρίθηκε κι επικρίθηκε, ευνοήθηκε κι αδικήθηκε. Τελικώς –οποία έκπληξις!- μεγάλωσε. Είναι λοιπόν η κατάλληλη στιγμή να ασχοληθούμε μαζί του χωρίς να τον κανιβαλίσουμε.

Αν παρατηρήσει κανείς τον δημόσιο λόγο του κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού, είναι εμφανής μια αλλαγή στον Δημήτρη Καραντζά: όλο και συχνότερα παίρνει θέση, και μάλιστα πολύ μαχητική, όλο και βαθύτερες είναι οι διατυπώσεις του. Κι αυτό παρατηρεί κανείς και στη δουλειά του: η «Φαίδρα» της Τσβετάγιεβα ανήκει σε μια περίοδο ωριμότητας στη δουλειά του. Δεν μπορώ να ξέρω αν το ίδιο ίσχυε και για τις «Τρεις Αδελφές» του, γιατί δυστυχώς ο εγκλεισμός μού στέρησε (για λίγες μέρες…) τη δυνατότητα να έχω ιδίαν άποψη. Όμως οι μεταβολές φαίνονται.

Όχι, δεν άλλαξε κατεύθυνση ο σκηνοθέτης: παραμένει πιστός στις φόρμες που τον απασχολούν εδώ και χρόνια. Όμως αυτή η φόρμα που στη «Δωδέκατη Νύχτα» έμοιαζε ψυχρή και άκαμπτη (ειδικά στο 2ο μέρος) και που στη «Μήδεια» αναζητούσε όλο και δημιουργικότερα τον δρόμο της, εδώ βρίσκει την ορθή της λειτουργία: γίνεται το μέσον για την επίτευξη ενός αποτελέσματος, το οποίο υπηρετεί άψογα. Γίνεται μια διατύπωση θεμιτή για το συγκεκριμένο περιεχόμενο. Κι όχι απλώς θεμιτή, αλλά λειτουργική και εξαιρετικά όμορφη.

Δεν είναι διόλου συμπτωματική στην εξέλιξη του Καραντζά η παγίωση μιας συγκεκριμένης ομάδας συνεργατών. Από τη σταθερή βοηθό του Γκέλυ Καλαμπάκα μέχρι τη δραματουργό Θεοδώρα Καπράλου, και φυσικά τους ηθοποιούς με τους οποίους δουλεύει τακτικά. Όλοι αξίζουν αναφορά εδώ, ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Δύσκολα θα μπορούσε ο σκηνοθέτης να στηρίξει την άποψή του για το κείμενο χωρίς το σοφό ημίφως του πολύπειρου Λευτέρη Παυλόπουλου.

Η σκηνογραφία της Μαρίας Πανουργιά αποτελεί εξαιρετικά σημαντικό κομμάτι της συνολικής αισθητικής της παράστασης. Έχοντας δει πρόσφατα τη δουλειά της στα σκηνικά και τα κοστούμια της «Άλκηστης» της Έλλης Παπακωνσταντίνου στο Εθνικό Θέατρο της Σουηδίας, αλλά και της σκηνοθεσίας της όλα τα τελευταία χρόνια, μπορώ να το πω χωρίς δισταγμό: πρόκειται για μία από τις πλέον ολοκληρωμένες καλλιτέχνιδες του ελληνικού θεάτρου, που βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα δημιουργική στιγμή.

Η σύνθεση που δημιουργούν οι ηθοποιοί στο κέντρο της σκηνής (να χρησιμοποιήσω τη λέξη ικεμπάνα;) λειτουργεί καίρια τόσο δραματουργικά όσο και αισθητικά αλλά και πρακτικά, με θαυμαστή πολλαπλότητα και άγρια ομορφιά. Ανυπομονώ να δω τι θα κάνει στο «Τρωίλος και Χρυσηίδα» στο Εθνικό. Η λιτότητα των κοστουμιών της Ιωάννας Τσάμη, κόντρα στη γνωστή, απολαυστική πληθωρικότητά της, υπηρετεί αποτελεσματικά τη δραματουργία και το σύνολο.

Η Αλεξία Καλτσίκη βρέθηκε σε πολύ μεγάλη στιγμή υποκριτικά, στον ρόλο της Τροφού που κινεί τα νήματα της δράσης, καθοδηγεί σε όλα τη Φαίδρα και προλέγει εξ αρχής την τραγική της κατάληξη. Άλλωστε, όπως η ίδια η ποιήτρια την θέλει να λέει, το γάλα κυβερνά τον κόσμο.

Η Στεφανία Γουλιώτη απέδωσε καίρια τη Φαίδρα, ένα παίγνιο της μοίρας και των άλλων: Τρίτη σύζυγος του άνδρα της αδελφής της, πολύ μεγαλύτερού της και απόντα, έρμαιο σε έναν ένοχο έρωτα, ενεργούμενο της Τροφού. Μεγάλης έντασης και έμπνευσης οι σκηνές μεταξύ τους. Η έντασή της, διαρκής από την πρώτη στιγμή, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει παρά μόνον τον θάνατο.

Ο Μιχάλης Σαράντης ωριμάζει υποκριτικά με κάθε ρόλο, και δείχνει πως βρίσκεται σε θαυμάσιο, γόνιμο δρόμο. Ο Ιππόλυτος που σκιαγραφεί η Τσβετάγιεβα είναι σχεδόν αντιπαθής, κατ’ ομολογίαν του μισογύνης, κατάληξη της ηρωικής γενιάς του εφόσον δεν σκοπεύει να αποκτήσει παιδιά, πεθαίνει συκοφαντημένος χωρίς σχεδόν να προκαλέσει τη συμπόνια. Ο Σαράντης έφερε επιτυχέστατα εις πέρας το δύσκολο έργο του.

Ευχάριστη ανακάλυψη της παράστασης ο Νίκος Μάνεσης, με εκφραστικότητα και εξαιρετική κίνηση, υπήρξε ιδανικός σύντροφος του Ιππόλυτου. Ο εφηβικός ομοερωτισμός τους συνδυάζει αφέλεια και συνενοχή. Ξέρω πως πολλοί θα σπεύσουν να χρησιμοποιήσουν τη λέξη queer. Προσωπικά θα την αποφύγω.

Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, σπαρακτικά λιτός, ιερατικός σχεδόν ως Θησέας. Πρόκειται άλλωστε για ένα ρόλο-μυστήριο: ο ήρωας που απουσίαζε φτάνοντας μέχρι το βασίλειο των Νεκρών, όπου ενδεχομένως σύλησε την κλίνη του βασιλέα του Άδη, φέρει το σκοτάδι αρχέγονων μυστικών. Ανακαλώ στη μνήμη μου όσα μου αφηγούνταν γι αυτόν ο αξέχαστος Γιώργος Σαμπάνης, την εποχή που ερμήνευε τον Θησέα στη «Φαίδρα του Ρακίνα στο Αμόρε.

Για τη μουσική του Γιώργου Πούλιου έχω επιφυλάξεις. Ένιωσα σε κάποιες στιγμές να υπογραμμίζει ή να σχολιάζει λόγο και δράση με τρόπο που δεν ήταν απαραίτητος. Δύσκολο να επενδυθεί ηχητικά ένα κατεξοχήν ποιητικό κείμενο, κι αυτός ο τρόπος δεν ήταν ο ενδεδειγμένος.

Το παραλληλόγραμμο παράθυρο από το οποίο παρακολουθήσαμε όλη τη δράση, θα μπορούσε να έλκει την καταγωγή του από τον τρόπο που ο μέγας Κλωντ Ρεζύ είχε παρουσιάσει το «Εσωτερικό» του Μαίτερλινγκ. Αν ισχύει κάτι τέτοιο, η αναφορά είναι ευφρόσυνη. Αν πρόκειται για σύμπτωση, κι αυτή είναι ευτυχής. Άλλωστε δεν είχαμε ποτέ την ευκαιρία να δούμε στην Ελλάδα δουλειά του κορυφαίου Γάλλου δημιουργού.

Info παράστασης:

«Φαίδρα» της Μαρίνας Τσβετάγιεβα σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά στο θέατρο Προσκήνιο