«Με ένα “Αχ!” ξεκινάει ο 19ος αιώνας» (Φρήντριχ Κίττλερ) πληροφορεί το εντυπάκι της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, με ένα «Αχ!» ξεκινάει και η παράσταση του «Φάουστ» του Γκαίτε που σκηνοθετεί ο Μιχαήλ Μαρμαρινός. Ένα από «τα μεγάλα άσπρα κείμενα, που περιέχουν όλα τα κείμενα, όλα τα άλλα κείμενα», «“Οδύσσεια” του Δυτικού πνεύματος», «έργο-κοιτίδα του νεότερου ευρωπαϊκού πνεύματος», μερικοί μόνο από τους χαρακτηρισμούς που το συνοδεύουν. Έργο ζωής για τον συγγραφέα του στην κυριολεξία, καθώς του αφιερώθηκε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Ξεκίνησε να γράφει το πρώτο μέρος σε ηλικία είκοσι δύο ετών (1771-72) και ολοκλήρωσε το δεύτερο ένα χρόνο πριν πεθάνει (1831). Μέσα από τον γοητευτικό μύθο του ώριμου αλλά στερημένου από ζωή επιστήμονα που πουλάει την ψυχή του στον διάβολο προκειμένου να γευτεί τις ηδονές που έχει στερηθεί, ο «Φάουστ» συμπυκνώνει πλήθος προβληματισμών και θεμάτων, φιλοσοφικά, υπαρξιακά, θεολογικά, και θέτει ζητήματα επιστήμης, τέχνης, θεάτρου. Γι’ αυτό το δαιδαλώδες κείμενο ο μεταφραστής του Πέτρος Μάρκαρης σημειώνει χαρακτηριστικά: «Τι είναι ο “Φάουστ”; Είναι ό,τι βλέπεις». Ή, για να το προεκτείνουμε, ό,τι επιλέξει ο σκηνοθέτης να (σου) δείξει. Πράγματι, περισσότερο από άλλα θεατρικά κείμενα, έργα σαν τον «Φάουστ» απαιτούν επιτακτικά το σκηνοθετικό ταλέντο, που θα κληθεί να χειριστεί ένα πολύμορφο υλικό και να το φωτίσει από κάποια -ή κάποιες- οπτική γωνία. Ο «Φάουστ» δεν μπορεί -δεν έχει νόημα- να ανέβει χωρίς σαφή σκηνοθετική και δραματουργική παρουσία.

Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός είναι σαφώς σκηνοθέτης με άποψη. Όπως και σκηνοθέτης που μοχθεί – και το στοίχημα που ανέλαβε ανεβάζοντας τον «Φάουστ» θα πρέπει να θεωρηθεί κερδισμένο. Ο Μαρμαρινός χειρίστηκε αυτό το πολύμορφο δραματουργικό υλικό με μια σιγουριά που αποτυπώθηκε επί σκηνής και θεμελίωσε τη δυναμική του σκηνικού γεγονότος πέραν των όποιων υποκειμενικών προτιμήσεων απέναντι στη σκηνοθετική του σφραγίδα. Και αναφέρεται η σκηνοθετική του σφραγίδα -για την οποία η συγκεκριμένη στήλη έχει εκφραστεί αρνητικά στο παρελθόν, όταν θεώρησε ότι υπονόμευσε τη δυναμική του κειμένου- γιατί ο Μαρμαρινός συγκαταλέγεται στους σκηνοθέτες εκείνους που εκφράζονται (και) μέσα από αναγνωρίσιμα πια μονοπάτα, που άλλοτε τον δικαιώνουν και άλλοτε όχι. Το μεταδραματικό περιβάλλον, π.χ., στο οποίο εντάσσει συχνά τις σκηνοθετικές του αναγνώσεις ήταν παρόν και στον «Φάουστ»: εκφώνηση σκηνικών οδηγιών, κατακερματισμός δραματικών προσώπων, ονοματισμός ρόλων λειτούργησαν εδώ υπέρ της ανάδειξης του κεντρικού ήρωα ως μίας απόλυτα μοναχικής φιγούρας που παλεύει με προσωπικούς -και μη- δαίμονες.

Έπειτα, αυτό το έργο, που εκφράζεται σε ένα συνεχές μεταίχμιο μεταξύ φυσικού και μεταφυσικού, γείωσης και θέωσης, λογικού και άλογου, αποδόθηκε μέσα σε μια μυστηριακή, υποβλητική ατμόσφαιρα που δεν έχασε τη γοητεία και τη μαγεία της καθόλη τη διάρκεια των τρισήμιση ωρών της παράστασης, ακόμη και στις στιγμές που το δραματουργικό σκέλος κάπου χανόταν. Τα τεχνικά μέσα και εφέ, το εξαιρετικό ηχητικό και μουσικό περιβάλλον του Δημήτρη Καμαρωτού, η τέλεια ενορχηστρωμένη σκηνική πολυφωνία δεν ξέφυγαν στιγμή εκτός στόχου. Επίσης, η αμφιρρόπηση του Φάουστ μεταξύ διανόησης και ηδονισμού -βασικό μοτίβο του έργου- εξυπηρετήθηκε επιτυχημένα από το σκηνοθετικό ύφος του Μαρμαρινού, που μοιράστηκε μεταξύ μιας εγκεφαλικής ανάγνωσης και στιγμών άμεσης θεατρικής συγκίνησης, όπως το φινάλε ή η σκηνή της Νύχτας της Βαλπούργης.

Εννέα ηθοποιοί πλαισίωσαν τον Ακύλλα Καραζήση, ενσαρκώνοντας ανθρώπους, στοιχεία της φύσης, μεταφυσικές δυνάμεις, φωνές, δημιουργώντας μία συνεχή πολυφωνία επί σκηνής, που παρ’ όλ’ αυτά κατάφερε να μην «καταπιεί» την κυριαρχία του Φάουστ ως κεντρικό σημείο αναφοράς. Επιπλέον, χάρη σε αυτούς τους ηθοποιούς και την καθοδήγησή τους ακούστηκε με τόση καθαρότητα η, εξαιρετική πράγματι, έμμετρη μετάφραση του Πέτρου Μάρκαρη. Η απόδοση του Μεφιστοφελή ως ένα παιχνιδιάρικο -ίσως και θλιμμένο- πνεύμα παρά ως ενσάρκωση του «κακού», η σχεδόν στον ίδιο -χαμηλόφωνο- τόνο εκφορά της ομιλίας με τις ελάχιστες διακυμάνσεις, οι σκηνοθετικές προσθήκες των τραγουδιών και των μοιρολογίων που ενστάλαξαν στην παράσταση στιγμές χιούμορ και λυρισμού δικαίωσαν τον σκηνοθέτη.

Το σύνολο του δραματικού σύμπαντος που έχτισε ο Μαρμαρινός πολύ πιθανό να μην μπορεί να θεωρηθεί 100% ισοσκελισμένο. Ελκυστικό κάποιες στιγμές αλλά «κλειστό» κάποιες άλλες, πότε αποσαφήνιζε σημεία πότε άφηνε απορίες, πότε επέβαλλε τα επί σκηνής δρώμενα πότε φαινόταν να επαναλαμβάνει κάποιες εμμονές. Όμως, αδιαμφισβήτητα εξέπεμπε μιαν αλήθεια. Και ακόμη σημαντικότερο: η αισθητική γραμμή με την οποία διάβασε ο Μαρμαρινός τον «Φάουστ» σχεδόν επιβλήθηκε διά της αξίας της ως η πιο ταιριαστή σε ένα έργο που έχει ανάγκη κάτι πολύ πέρα από τη ρεαλιστική προσέγγιση. Κι αν δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι αποτυπώθηκε με απόλυτη σαφήνεια το ιδεολογικό βάθος και βάρος του έργου (μάλλον του τμήματος που παραστάθηκε), αυτό δεν εκλαμβάνεται απαραίτητα ως «φάουλ» της σκηνοθεσίας, τουλάχιστον όχι απόλυτο. Κι αυτό γιατί δε νομίζω ότι έργα σαν τον «Φάουστ» μπορούν να σου αποκαλύψουν τα πάντα με την πρώτη επαφή.

Η παράσταση «Φάουστ» του Γκαίτε σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού ανεβαίνει έως τις 9 Φεβρουαρίου στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών.