Λίγο καιρό πριν, σε δύο συμβολικές στιγμές για τη σύγχρονη πορεία της Θεσσαλονίκης, την παράδοση της αναπλασμένης νέας παραλίας και την αλλαγή του χρόνου, κατέγραψα δύο μικρά status updates σε τούτο δω το μικρό ηλεκτρονικό ημερολόγιο πόλης, που επιχειρούν να συνοψίσουν λίγο-πολύ την κατάστασή μας: «η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη σε μετάβαση, που αλλάζει, που κάπου πηγαίνει, χωρίς να είναι ακόμη σίγουρη για το πού», «μια πόλη υπό κατασκευή», με κακοφορμισμένες πληγές στο γερασμένο της σώμα, που ψάχνει να βρει κατεύθυνση να εναποθέσει το περιπλανώμενο βλέμμα της.

Οι απόπειρες των τελευταίων χρόνων να ταρακουνηθεί η πόλη από την πρότερη ακινησία και διανοητική φορμόλη υπήρξαν αρκετές, θεσμικές ή μη, μικρότερης ή μεγαλύτερης κλίμακας, που συχνά, από τη βαθιά ανάγκη για αλλαγή –ή την επίφασή της- κατέληγαν στον αυτισμό: η δράση για τη δράση, το νέο για το νέο, η πρωτοπορία για την πρωτοπορία, χωρίς να εξετάζεται αν όντως οι κινήσεις αυτές είχαν τη δυναμική ή τη βάση να αλλάξουν ουσιαστικά τον χιλιο-ανακυκλωμένο αέρα της πόλης.

Με το σημερινό γράμμα από τη Θεσσαλονίκη και με τα μερικά επόμενα, παρακολουθούμε μια σειρά από νέες δράσεις, πρωτοβουλίες διάφορων ομάδων και συλλογικοτήτων, με διαφορετικά αντικείμενα, στόχους, σχεδιασμούς, που όμως μέσα στη διαφορετικότητά τους μοιράζονται κάτι κοινό: εισάγουν από το εξωτερικό πρωτοδοκίμαστες ιδέες και προσπαθούν να λαδώσουν τα γρανάζια της πόλης, να τη βοηθήσουν να βρει αυτό το απροσδιόριστο παρακάτω της.

Πρώτο στο καλεντάρι το Feast. Αμερικανικής προελεύσεως, ακρωνύμιο του συνθήματος Funding Entrepreneurship and the Arts with Sustainable Tactics, μέλος του διεθνούς Soup Network, προσαρμόζει την αρχική ιδέα της σούπας που μοιράζεται στο προσφιλέστερο φαγοπότι και συνδυάζει τις διαχρονικά αγαπημένες ελληνικές συνήθειες: φαγητό και socializing με μια πιο άμεση, offline, εκδοχή crowdfunding, όντας ταυτόχρονα μια νέα ιδέα που λειτουργεί ως πλατφόρμα ανάδειξης πολλών άλλων νέων.

Η ιδέα είναι απλή: Σε τακτά χρονικά διαστήματα διοργανώνεται ένα ανοιχτό, δημόσιο δείπνο στο οποίο παρουσιάζονται 4-5 ιδέες που αναζητούν χρηματοδότηση. Οι παρευρισκόμενοι εξασφαλίζουν τη δυνατότητα να ψηφίσουν, καθώς και την πρόσβαση στο κυριολεκτικά feast κομμάτι της βραδιάς, με μια δωρέα 10€. Στόχος της διοργάνωσης, σύμφωνα με τις διοργανώτριές του Αργυρώ Μπαράτα και Νίκη Βουίμτα, είναι να δοθεί βήμα και ώθηση σε ιδέες και προτάσεις που θα βοηθήσουν να μείνει ζωντανή η δημιουργική οικονομία της Θεσσαλονίκης και παράλληλα να συνδέσει σε μία κοινότητα όλους όσοι ενδιαφέρονται γι’αυτή την αλλαγή και την ενεργή πολιτότητα. Το ποσό που συγκεντρώνεται από τους συνδαιτημόνες και δίνεται στην ιδέα που θα συγκεντρώσει τις περισσότερες ψήφους είναι μικρό, αλλά μπορεί να αποτελέσει μια σημαντική ανάσα όταν κάποιο πρότζεκτ έχει μπλοκάρει.

Η διοργάνωση απευθύνεται σε καλλιτεχνικές & πολιτιστικές ομάδες, δημιουργικές ομάδες, αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες, κοινωνικές επιχειρήσεις, θεατρικές ομάδες, μουσικές μπάντες, ακτιβιστικές ομάδες, μικρούς επιχειρηματίες, αλλά και σε άλλους δρώντες, που έχουν τη δυνατότητα να υποβάλουν τις προτάσεις τους στην ανοιχτή πρόσκληση που ανακοινώνεται ένα μήνα πριν από κάθε FEAST. Η επιλογή των ιδεών που τελικά θα παρουσιαστούν βασίζεται στα κριτήρια της δημιουργικότητας και της πρωτοτυπίας, της βιωσιμότητας της ιδέας και της διασύνδεσής της με την τοπική κοινωνία, ενώ η αξιοποίηση του ποσού θα παρακολουθείται από τις διοργανώτριες.

Στην πρώτη, πιλοτική, εκδοχή του θεσσαλονικιώτικου FEAST παρουσιάστηκαν τέσσερις ιδέες από τις συνολικά 12 προτάσεις που υποβλήθηκαν. Ακούσαμε επιχειρηματικά πλάνα για την πρώτη βιολογική παιδική τροφή από ελληνικά προϊόντα, για περιπατητικές θεματικές ξεναγήσεις στην πόλη, για πρωτοβουλίες που στοχεύουν στην ανάδειξη των προτάσεων για την αρχιτεκτονική αναδιαμόρφωση της πόλης, και ιστορίες συλλογικής καλλιτεχνικής δημιουργικότητας από μια θεατρική ομάδα, φάγαμε (αν και η δική μας εκδοχή ήταν περισσότερο κοκτέιλ πάρτι, παρά δείπνο), ήπιαμε, τα είπαμε. Οι ιδέες βέβαια ουσιαστικά δεν παρουσίασαν κάτι πρωτοποριακό, κάτι που δεν έχουμε ξανακούσει, ή ξαναζήσει ή ξανασκεφτεί. Όμως έκαναν ακριβώς αυτό το πρώτο ουσιαστικό βήμα, το απαραίτητο για την κουλτούρα της νέας δημιουργικής οικονομίας που πάει να γεννηθεί τα τελευταία χρόνια στην πόλη, εφαρμόζοντας τη νούμερο 1 επιχειρηματική συμβουλή: όταν έχεις μια ιδέα, μίλα γι’αυτήν, με λέξεις στέρεες, όχι αέρινες.

Οι νικητές της βραδιάς, η θεατρική ομάδα StoryTellers, δεν κέρδισαν τις ψήφους του κοινού για την ιδέα τους (μια πολυμεσική παράσταση στο υπέροχο Μπενσουσάν Χαν, πολύ ωραία, αλλά όχι πρωτότυπη), αλλά γιατί κατάφεραν να την επικοινωνήσουν καλύτερα από όλους τους υπόλοιπους συμμετέχοντες, και γιατί έδειξαν ότι σ’αυτό που πάνε να κάνουν με τόσο ζήλο, ενδιαφέρονται να εμπλέξουν όσους περισσότερους γίνεται από τους ανθρώπους στους οποίους απευθύνονται.

«Η κόλαση των ζωντανών δεν είναι κάτι που αφορά το μέλλον· αν υπάρχει μια κόλαση, είναι αυτή που υπάρχει ήδη εδώ, η κόλαση που κατοικούμε καθημερινά, που διαμορφώνουμε με τη συμβίωσή μας. Δύο τρόποι υπάρχουν για να μην υποφέρουμε. Ο πρώτος είναι για πολλούς εύκολος: να αποδεχθούν την κόλαση και να γίνουν τμήμα της, μέχρι να καταλήξουν να μην τη βλέπουν πια. Ο δεύτερος είναι επικίνδυνος και απαιτεί συνεχή προσοχή και διάθεση για μάθηση: να προσπαθήσουμε και να μάθουμε να αναγνωρίζουμε ποιος και τι, μέσα στην κόλαση, δεν είναι κόλαση, και να του δώσουμε διάρκεια, να του δώσουμε χώρο», έγραφε ο Καλβίνο στις Αόρατες Πόλεις. Κι αν είναι να έχει νόημα μια καινούρια ιδέα και κάθε είδους πρωτοβουλία που φιλοξενεί τις καινούριες ιδέες, είναι ακριβώς να δείχνουν τη μη-κόλαση, αυτό που αξίζει, και να το βοηθάνε να παίρνει διάρκεια και χώρο. Και ο τρόπος να το καταφέρουν είναι να τις βγάλουμε επιτέλους έξω από το κεφάλι μας και να δοκιμάσουμε τις αντοχές τους μέσα στην κόλαση που μπουχτίσαμε.

Το επόμενο, πιλοτικό και πάλι, FEAST Θεσσαλονίκης θα πραγματοποιηθεί μέσα στο Μάιο, για να επανακάμψει δριμύτερο και ώριμο από Σεπτέμβρη, ενώ το προσεχές διάστημα οι κυρίες του FEAST ετοιμάζουν και την κάθοδό τους στην Αθήνα.