Πλάνο πανοραμικό σε τραπεζαρία ξενοδοχείου. Καροτσάκια με φαγητά που σπρώχνονται από σερβιτόρους για να τοποθετηθούν πάνω στα τραπέζια. Λίγο μετά η τραπεζαρία αρχίζει να γεμίζει. Καροτσάκια με ανθρώπους που σπρώχνονται από τους συνοδούς τους για να τοποθετηθούν μπροστά στα τραπέζια. Από το ξεκίνημά του, το «Προσκύνημα στη Λούρδη» ορίζει τον τόνο στον οποίο θα κινηθεί. Η Αυστριακή σκηνοθέτις Τζέσικα Χάουσνερ δεν μας δείχνει τη σκηνή για να γελάσουμε, δεν μας τη δείχνει για να κλάψουμε, μας τη δείχνει γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα. Όταν αργότερα στην ουρά ενός προσκυνήματος δυο καροτσάκια παραλίγο να τρακάρουν, δεν μας δείχνει τη σκηνή για να γελάσουμε, δεν μας τη δείχνει για να κλάψουμε, μας τη δείχνει γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα. Αργότερα σε μια οθόνη προβάλλεται ομιλία ενός προσκυνητή που εξηγεί πως θεραπεύτηκε μετά από θαύμα. Μετά τα φώτα ανάβουν και βλέπουμε την γεμάτη θεατές αίθουσα. Ανάκατα ανάμεσά τους θεατές που σηκώνονται και θεατές που δεν μπορούν να σηκωθούν. Η Χάουσνερ παρατηρεί και προσεγγίζει το θέμα της μακριά από τον καθιερωμένο τρόπο. Μια κοπέλα σε αναπηρικό καροτσάκι που πάει στη Λούρδη για να προσκυνήσει, όχι γιατί είναι θρήσκα, αλλά επειδή είναι ευκαιρία να βγει από το σπίτι της, με την απόκρυφα πάντως ενδόμυχη ελπίδα να θεραπευθεί, αφού η Λούρδη είναι σαν την Παναγία της Τήνου. Ένα θαύμα που θα γίνει ή ίσως όχι. Όλα αυτά θα έλεγε κανείς ότι δεν γίνεται να μην κινηματογραφηθούν στη λυρική και συναισθηματική διαπασών. Κι όμως. Το συναίσθημα μπορεί να συσκοτίζει τα πράγματα, να μας βάζει λυρικές παρωπίδες. Αντί να εστιάζει στα συναισθήματα η ταινία προτιμά να δείχνει αντικειμενικές καταστάσεις. Στην συχνά όμως μισανθρωπική ματιά συμπατριωτών της, όπως ο Χάνεκε και η Γιέλινεκ, η ψυχρότητα της Χάουσνερ είναι άλλης τάξης. Αν το βλέμμα της είναι αποστασιοποιημένο, είναι για να μην αφήσει το συναίσθημα να συσκοτίσει, για να προσπαθήσει να δει τα πράγματα από διαυγέστερη οπτική γωνία.

Και για αυτό όταν στο τέλος ακούγεται το Felicità, ο λυρισμός μπορεί μεν να εξακολουθεί να υποσκάπτεται (το τραγουδά περφόρμερ ξενοδοχείου ντουέτο με αυτοσχέδια ψιλοφάλτσα βοηθό), αλλά πάντως η ένταση για πρώτη και μοναδική φορά στην ταινία ανεβαίνει (και μάλιστα πολύ), η απόσταση μικραίνει (και μάλιστα αρκετά) και η ηρωίδα χαμογελάει. Ο καθένας μπορεί να ερμηνεύσει το χαμόγελό της όπως ταιριάζει περισσότερο στην ιδιοσυγκρασία του, ωστόσο όπως και αν το ερμηνεύσει (αισιόδοξα ή απαισιόδοξα, κυριολεκτικά ή ειρωνικά, θαυματουργά ή μη, σε σύμπλευση ή αντιστικτικά με αυτόν το καταχαρούμενο ποπ ύμνο της ευτυχίας) η σκηνοθέτις δεν είναι ούτε αδιάφορη ούτε εχθρική απέναντι στην ηρωίδα της και στην μοίρα της. Όποια κι αν είναι αυτή. Σε αντίθεση δηλαδή με τους δυο συμπατριώτες της, η Χάουσνερ φαίνεται να αποδέχεται και να συναινεί στον κόσμο, όπως αυτός είναι, με όλη την εγγενή αυθαιρεσία, αδικία και σκληρότητά του.

Κοιτάζω στην αίθουσα. Όταν τα φώτα ανοίγουν όλοι οι θεατές θα σηκωθούν. Μπορούν να σηκωθούν. Προσπαθώ να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που είδα σε κινηματογράφο θεατή σε αναπηρικό καροτσάκι. Ανεξάρτητα από ευφημισμούς, ονομασίες και πολιτικές ορθότητες το πρόβλημα του αποκλεισμού παραμένει, απλά συμβαίνει συνήθως εκτός του οπτικού πεδίου ημών των τυχερών. Θυμάμαι πάντα μια ατάκα από τα «Ξυπνήματα», όπου ο Ντε Νίρο εξηγεί ότι του έχουν λείψει απλούστατες χαρές και επιλογές, όπως το να περπατά στο δρόμο και να αποφασίζει αν θα πάει δεξιά ή αριστερά. Μια ελευθερία τόσο αυτονόητη, που η μη έλλειψή της μας κάνει να τη θεωρούμε και ολότελα ασήμαντη. Στην ταινία η ηρωίδα εξομολογείται στον παπά. Του λέει ότι ζηλεύει τους κανονικούς ανθρώπους. «Μα τι σημαίνει κανονικός άνθρωπος;», την ρωτάει. «Κάθε άνθρωπος είναι ιδιαίτερος. Νομίζεις ότι οι αρτιμελείς είναι ντε και καλά πιο ευτυχισμένοι από σένα;». Όσο σωστή όμως κι αν είναι αυτή η προσέγγιση, έχω την εντύπωση πως λέει μέρος μόνο της αλήθειας. Γιατί πράγματι, ό,τι και αν λένε οι ταινίες, κανείς δεν είναι ευτυχισμένος επειδή έχει την ευχέρεια να αποφασίσει να πάρει το άλφα αντί του βήτα στενού. Γιατί πράγματι, μπορεί ένας ανάπηρος να είναι πολύ πιο ευτυχισμένος από έναν αρτιμελή. Ωστόσο το ερώτημα παραμένει: ακόμη και ο πιο πλήρης εσωτερικά, ο πιο γεμάτος συναισθηματικά και πνευματικά ανάπηρος, δεν θα αντάλλασσε τη δική του ευτυχία με τη δυστυχία ενός αρτιμελή, προκειμένου να μπορεί και πάλι να περπατήσει;