Τηλεόραση ανοιχτή, απόγευμα Κυριακής 25ης Μαΐου: στο πέρας μίας εβδομάδας που, αν μη τι άλλο, μας δίδαξε τι θα πει άμετρη και κατευθυνόμενη κινδυνολογία, εκβιαστικά διλήμματα και μας υπενθύμισε ότι υπάρχουν τόσες «αλήθειες» όσες και οι οπτικές γωνίες, εν μέσω πολιτικών αναλύσεων και αποτελεσμάτων των exit polls, η ζωή και το θέατρο (ας πούμε ότι) συνεχίζεται. Σε μία εβδομάδα από τώρα, η αυλαία του Φεστιβάλ Αθηνών θα ανοίγει για το καθιερωμένο καλοκαιρινό της ραντεβού με τους Αθηναίους, ενώ αυτή των εκλογών μάλλον θα μείνει ανοιχτή σε κάθε ερμηνεία για πολύ καιρό. Εξάλλου, θέατρο και Πολιτεία είναι δυο βίοι τεμνόμενοι, ακόμη και σήμερα που, από την Αθήνα του κλασικού αιώνα και την πλήρη αποδοχή του δράματος ως ακρογωνιαίου λίθου της δημοκρατικής κοινωνίας, φτάσαμε στην Ελλάδα του 21ου αι., όπου ο πολιτισμός απαξιώνεται λίγο πολύ ως παράσιτο που οφείλει να βρει τρόπους αυτοσυντήρησης, αν θέλει να συνεχίσει να υφίσταται.

Όσον αφορά το Φεστιβάλ Αθηνών συγκεκριμένα, η Πολιτεία σίγουρα θέλει να κρατάει τον Γιώργο Λούκο σε εγρήγορση· μετά τα περσινά, όταν παιζόταν μέχρι τελευταία στιγμή η κολοκυθιά «θα ανανεωθεί-δεν θα ανανεωθεί η θητεία του», φέτος μία επιπλέον μείωση της επιχορήγησης ήρθε για να προσθέσει νέες σπαζοκεφαλιές στην ατζέντα του Καλλιτεχνικού Διευθυντή, ο οποίος επέλεξε να την αντιμετωπίσει με ελαχιστοποίηση των ξένων μετακλήσεων (μόλις έξι), έναντι των 21 ελληνικών παραγωγών που κατακλύζουν το φετινό πρόγραμμα. Στο σημείο αυτό θα μπορούσε να ανοίξει μία μεγάλη συζήτηση, για το αν ο κύριος Λούκος έπραξε «σωστά» ή αν θα ήταν καλύτερο να επενδύσει σε λιγότερες παραγωγές, αντί να παρουσιάσει μία σύνοψη των καλλιτεχνικών δυνάμεων της πρωτεύουσας, και να δημιουργήσει έτσι και ένα στίγμα πλην αυτού της πολυφωνίας (που μπορεί πάντως να ερμηνευθεί και ως κατάθεση ενός μηνύματος προς την Πολιτεία: «εδώ είμαστε, υπάρχουμε!»)· ή ακόμη και συζήτηση για την ύπαρξη άξιων φωνών που το Φεστιβάλ έχει παραγκωνίσει προς χάριν δημιουργών τους οποίους προτιμάει σταθερά.

Η επικέντρωση του Φεστιβάλ σε ελληνικές παραγωγές και γνωστούς καλλιτέχνες -ακόμη κι αν κάποιοι από αυτούς εμφανίζονται για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ- έχει μειώσει, πάντως, κατά πολύ το αίσθημα του «πολυαναμενόμενου» που, στο παρελθόν, χαρακτήριζε κυρίως ξένες παραγωγές που είχαν διακριθεί και αναμένονταν και εδώ. Ούτως ή άλλως, εν μέσω μίας «θολής» θεατρικής σεζόν, η οποία διατήρησε μεν το υψηλό επίπεδο του ελληνικού θεάτρου αλλά από την οποία έλειψαν οι «μεγάλες» παραστάσεις και, κυρίως, ένα στίγμα, το πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών έρχεται να αποτυπώσει κάτι ανάλογο.

Από τις εικοσιεφτά συνολικά παραστάσεις που θα φιλοξενηθούν στους γνωστούς χώρους του Φεστιβάλ (αλλά και στην -ερεθιστική η προσθήκη- αυλή ενός Ιερού Ναού!), το μάτι, μοιραία θεωρώ, πέφτει στις πολιτικές προτάσεις. Αξιοσημείωτη είναι, κατ’ αρχήν, η διπλή παρουσία της Καταλανής δραματουργού, σκηνοθέτιδας και περφόρμερ Ανχέλικα Λίντελ. Ο Θέμελης Γλυνάτσης σκηνοθετεί -συστήνοντάς την στο ελληνικό κοινό- το έργο «Και τα ψάρια βγήκαν να πολεμήσουν ενάντια στους ανθρώπους», μία μυθολογική παραβολή για τους πνιγμούς των μεταναστών στη Μεσόγειο, ενώ η ίδια θα τον διαδεχτεί με μια δική της συνδυαστική ματιά πάνω στην ιστορία του Πήτερ Παν και τη σφαγή στο νησί Ουτόγια της Νορβηγίας («Todo el cielo sobre la terra»). Η ομάδα Σημείο Μηδέν και ο Σάββας Στρούμπος επανέρχονται στη «Σωφρονιστική αποικία» του Κάφκα, το έργο που σε πανελλήνια πρώτη είχαν ανεβάσει το 2009 στα πρώην κρατητήρια της Γκεστάπο στην Κοραή. Στην Πειραιώς αυτή τη φορά, ο Σάββας Στρούμπος συνεχίζει τη μελέτη του πάνω στις μεθόδους «σωφρονισμού» και τα κάθε λογής στρατόπεδα συγκέντρωσης του 21ο αι. Στην νεότερη ελληνική ιστορία τώρα, ο Κωνσταντίνος Χατζής θα επιχειρήσει μία επαναπροσέγγισή της μέσα από την τριλογία της Λούλας Αναγνωστάκη με τον γενικό τίτλο «Η Πόλη». Σε αυτή την κατηγορία θα εντάξω και τη σκηνοθετική παρουσία του Μανώλη Μαυροματάκη στο θέατρο Πόρτα («Καταστρούπολη» του Φίλιπ Ρίντλεϋ, του συγγραφέα με τον οποίο είχε εγκαινιαστεί η εφηβική σκηνή του Θεάτρου δεκαπέντε χρόνια πριν), με την ευχή να προσθέσει το άξιο λιθαράκι του στην παράδοση του Θεάτρου, δηλαδή στο «παιδικό» θέατρο επιπέδου που διαμορφώνει ολοκληρωμένους αυριανούς ενήλικες.

Από εκεί και πέρα, με ενδιαφέρον αναμένεται το νέο έργο του Γιάννη Μαυριτσάκη, του μοναδικού ίσως δραματουργού μας που δικαιούται να υποστηρίζει ότι κάνει διεθνή καριέρα, στη σκηνοθεσία του Θάνου Παπακωνσταντίνου που έχει δείξει σημαντικά δείγματα γραφής («Μετατόπιση προς το ερυθρό»). Νέο έργο όμως θα παρουσιάσει και ο Γιώργος Σκούρτης, εκ των στυλοβατών της νεοελληνικής δραματουργίας («Ο Σαίξπηρ ζει στο καταφύγιο»). Σε πανελλήνια πρώτη θα παρουσιάσει η Κατερίνα Ευαγγελάτου τον «Ιδομενέα» του Ρόλαντ Σιμελπφένιχ, τέσσερα χρόνια μετά τη σύσταση του συγγραφέα στο ελληνικό κοινό με τον «Χρυσό δράκο».

Ο Δημήτρης Μαυρίκιος και ο Δημήτρης Τάρλοου σε μία παράλληλη απόπειρα να δώσουν θεατρικό βήμα στη λογοτεχνία καταπιάνονται αντίστοιχα με την «Πάπισσα Ιωάννα» και τη «Μεγάλη Χίμαιρα», ενώ με τη λογοτεχνία, σε ένα διαφορετικό εγχείρημα, αυτό της σκηνοθετημένης ομαδικής ανάγνωσης, καταπιάνεται και ο Ηλίας Κουνέλας («Αδελφοί Καραμάζοφ»). Ο Γιάννης Χουβαρδάς από την άλλη επανέρχεται -για πρώτη φορά σε ελληνική παραγωγή- στη σκηνοθεσία όπερας με τον «Ντον Τζοβάννι», σε μία απόπειρα να καταδείξει τη βία και όχι τη γοητεία του ήρωα και του έργου.

Όσον αφορά τις ξένες παραγωγές, θα ξανασυναντήσουμε γνώριμους επισκέπτες: τον Εμμανουέλ ΝτεμαρσύΜοτά πάλι με Ιονέσκο («Ionesco suite»), τη Φιόνα Σω με την αναθεωρημένη εκδοχή της «Μπαλάντας του γέρου ναυτικού», αλλά και την Ιζαμπέλ Υπέρ σε έργο Μαριβώ («Ψευδοεξομολογήσεις»)· τις λαμπερές διεθνείς γυναικείες παρουσίες συμπληρώνει η Ιζαμπέλλα Ροσσελλίνι με ένα «οικολογικό πορνό» που εμπνέεται από τη σεξουαλική συμπεριφορά του ζωικού βασιλείου («Green porno»).

Καλή αρχή λοιπόν!

Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου 2014 | 1 Ιουνίου – 16 Αυγούστου