« Ελληνικό σινεμά για μένα είναι…

– μια μέρα σκοτάδι, μια μέρα φως, μια μέρα σκοτάδι, μια μέρα φως
– γκερίλα, φτώχεια και φιλότιμο
– το σινεμά που τελικά μάθαμε να κάνουμε μόνοι μας
– υπομονή, αναμονή, αναμονή, αναμονή

Φεστιβάλ για μένα είναι κυρίως ένας τόπος συνάντησης…

– ένας χώρος που γίνονται πολλές ζυμώσεις κινηματογραφικές, κοινωνικές
– αϋπνία, πάρτι, χορός, ταινίες
– ένα πυροτέχνημα ταινιών »

Κάποια λόγια από 14 νέους Έλληνες σκηνοθέτες που ακούστηκαν μέσα από ένα βίντεο στην έναρξη του 60ού Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Κάπως έτσι με τον πιο γλαφυρό τρόπο, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ, Ορέστης Ανδρεαδάκης εγκαινίασε το νέο τμήμα, Meet the Future, το οποίο και απαρτίζουν νέοι σκηνοθέτες, που έχουν ήδη συμμετάσχει με τις μικρού μήκους ταινίες τους στα σημαντικότερα Φεστιβάλ του κόσμου ενώ αυτή τη στιγμή σχεδιάζουν την πρώτη τους ταινία μεγάλου μήκους. Όμως οι πραγματικοί οικοδεσπότες της βραδιάς, κατά την οποία το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ξεκίνησε την επετειακή του 60ή διοργάνωση, την Πέμπτη 31 Οκτωβρίου στο κατάμεστο Ολύμπιον, ήταν οι πολύ ξεχωριστοί, Ντάρια και Σωτήρης, οι ήρωες από το κόμικ «Φεστιβάλ» [που φιλοτέχνησαν οι Γιώργος Γούσης, Παναγιώτης Πανταζής και Γεωργία Ζάχαρη] και όπως μας είπαν οι ίδιοι:

«Δεν είμαστε βέβαια αληθινοί άνθρωποι. Και τί είναι αληθινό στο σινεμά; Η μαγεία είναι αληθινή… και ο έρωτάς μας».

Ο Σωτήρης και η Ντάρια μπορεί βέβαια να μοιάζουν ψεύτικοι στον αληθινό κόσμο αλλά είναι άκρως αληθινοί, καθώς είναι το πραγματικό κοινό του Φεστιβάλ, είναι η ίδια η ιστορία του όπως εκτυλίχθηκε μέσα από τους ανθρώπους της, τις αλλαγές και τις συνήθειες τους, όπως όταν μετά το πάρτι, πηγαίνεις στον Γιάννη για τοπίνο και μπουγάτσα με κρέμα.

Πέρα για πέρα αληθινή για την ιστορία του Φεστιβάλ είναι η κυρία Λένα Σαββίδη, κριτικός κινηματογράφου, συγγραφέας και μέλος της κριτικής επιτροπής της 1ης Εβδομάδας Ελληνικού Κινηματογράφου, τον Σεπτέμβριο του 1960. Σήμερα ενενήντα ενός ετών είναι η γυναίκα που «οργάνωσε τις πρώτες προβολές, έγραψε κριτικές, είδε τη γέννηση του Φεστιβάλ» και (μέσω ενός νέου βίντεο) κήρυξε επίσημα την έναρξη του 60ού Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης λέγοντας: «Είμαι η μοναδική που ζει ακόμη από την πρώτη έναρξη. Ήμουν τότε τριάντα δύο ετών και τον καιρό εκείνο ο κόσμος δεν ζούσε πάνω από τα εβδομήντα, κηρύσσω λοιπόν την έναρξη του 60ού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης στον κινηματογράφο που έχει παραχωρηθεί αποκλειστικά για το φεστιβάλ».

Η ταινία έναρξης αρχίζει να παίζει και η «Ιστορία Γάμου» του Νόα Μπόμπακ, εκτυλίσσεται σε σκηνές από ένα γάμο που καταλήγουν σε ένα διαζύγιο. Ο Άνταμ Ντράιβερ και η Σκάρλετ Γιόχανσον στα καλύτερά της, είναι οι πρωταγωνιστές μιας πολύ τρυφερής ταινίας γεμάτη αλήθεια, οργή αλλά πάνω απ’ όλα αγάπη. Δείχνοντας πως αυτή είναι που τελικά μένει πάνω απ’ όλα και κερδίζει στις λεπτομέρειές της, όπως όταν πριν φύγεις, γυρίζεις πίσω για να δέσεις τα λυμένα κορδόνια του άλλου, να σκύψεις και να τα δέσεις.

Τη συγκινητική ατμόσφαιρα στην αίθουσα, διαδέχεται η περιπλάνηση στους δρόμους της πόλης που γνωρίζει πολύ καλά να γιορτάζει και να μιλάει για το σινεμά. Στην προβλήτα του λιμανιού μάς περιμένει μια μοναδική οπτική εγκατάσταση από τον Στάθη Μήτσιο που προβάλει ένα video mapping σε δύο όψεις του αντλιοστασίου. Πάνω στην επιφάνεια του κτιρίου, με θέα την ανοιχτωσιά του λιμανιού, πέρα από το φετινό πρόγραμμα, τις ταινίες και τα αφιερώματα, η ιστορία του φεστιβάλ ξεδιπλώνεται σε εικόνες, με πρόσωπα, που κάποια έχουν φύγει από τη ζωή και μέσα από παλιές φωτογραφίες τους σε κάνουν να θυμηθείς πόσο σημαντικά υπήρξαν στο ελληνικό σινεμά ενώ αμέσως σου έρχεται στο νου το έργο τους και ό,τι έχεις συνδυάσει στη ζωή σου με αυτό.

Σε βροχερό πρωινό τοπίο, που δεν πτόησε τους ανθρώπους να περιμένουν στην ουρά, στην Πλατεία Αριστοτέλους ακούς κωδικούς στον γκισέ να επαναλαμβάνονται με προσοχή και οι θέσεις αρχίζουν να κοκκινίζουν στο σύστημα, κάποια sold out ακούγονται ενώ κάποιοι άλλοι συμβουλεύονται και συζητούν ποιες ταινίες σίγουρα δεν πρέπει να χάσουν.

Είναι μόλις 13:00 το μεσημέρι και αρχίζει η ταινία που έχει διαλέξει ο Τζον Γουότερς, ο πάπας του Trash, για την ακρίβεια μία από τις 10 αγαπημένες ταινίες του, που κάνει «δώρο» στο Φεστιβάλ για τη φετινή του επέτειο. Το Boom! του Τζόζεφ Λόουζι (ΗΠΑ, 1968) και η αίθουσα γίνεται καλοκαίρι σε μεσογειακό νησί ενώ το πανί γεμίζει από τα κοντινά πλάνα της Ελίζαμπεθ Τέιλορ και του Ρίτσαρντ Μπάρτον. Μια εξεζητημένη μεταφορά του θεατρικού Το τρένο με το γάλα δεν σταματά πια εδώ του Τενεσί Ουίλιαμς, που απέκτησε cult status με το πέρασμα του χρόνου, παρότι γνώρισε εισπρακτική αποτυχία στην εποχή της.

Από το Ολύμπιον πάμε στο Λιμάνι και στην Αποθήκη Β1 στην έκθεση Overview Effect: Encountering the Cosmos, όπου οι 14 ταινίες του Διεθνούς Διαγωνιστικού τμήματος έγιναν το υλικό μιας πρωτότυπης έκθεσης. Η οδηγία προς τους καλλιτέχνες ήταν να σχολιάσει ο καθένας την ταινία που του ανατέθηκε «όσο το δυνατόν πιο ελεύθερα, να βρουν πράγματα που δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά, να αναδείξουν κρυμμένα μυστικά και να ερμηνεύσουν με τον δικό τους τρόπο τη θεματική που έχουμε κάθε χρόνο», επεσήμανε ο Ορέστης Ανδρεαδάκης, οποίος αναφέρθηκε συνοπτικά στην κεντρική ιδέα, το φαινόμενο της «Πανοραμικής εντύπωσης (Overview Effect)», μέσω του οποίου οι αστροναύτες βλέπουν τη Γη ως μια ολότητα χωρίς σύνορα, μια κοινή εστία χωρίς διαφορές, χωρίς ρατσισμό, διακρίσεις και αδικίες: «Όταν οι αστροναύτες επιστρέφουν στη Γη, έχουν μια ανάγκη να τα διορθώσουν όλα, το οποίο φυσικά δεν γίνεται. Τότε βιώνουν μια δεύτερη απογοήτευση». Σε αυτή την παράλληλη ανάγνωση των κινούμενων και των ακίνητων εικόνων, ιδιαίτερη αίσθηση μάς άφησε o «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» από τους Kalos & Klio, τον οποίο μπορείς να τον γευτείς κανονικά κόβοντας το βρώσιμο χαρτί ζάχαρης, στο οποίο είναι γραμμένος και έρχεται σε διάλογο με την ταινία Κατάποση του Κάρλο Μιραμπέλα Ντέιβις.

   

Μέσα στο 60ό ΦΚΘ διαδραματίζεται το φεστιβάλ ελληνικού κινηματογράφου με την επίσημη πρώτη σε ταινίες από Έλληνες δημιουργούς που πειραματίζονται με την κινηματογραφική φόρμα. Είδαμε το Στα εννιά του Άγγελου Σπάρταλη, με πρωταγωνίστρια τη μικρή του κόρη Δήμητρα Σπάρταλη, η οποία παίζει ένα κορίτσι φάντασμα, ηλικίας εννέα ετών, που καταλαμβάνει τα κατασχεθέντα από τις τράπεζες διαμερίσματα του κέντρου των Αθηνών και «επιτίθεται» στους μεσίτες και τους νέους αγοραστές. Ιδέα της ταινίας όπως είπε ο σκηνοθέτης είναι ότι «τα παιδιά μεγαλώνουν από μόνα τους». «Στο “Χάρι Πότερ” έκλειναν τους δρόμους για να περάσει απέναντι, δεν τον άφηναν να τον πατήσουν τ’ αμάξια», αυτό ανέφερε η Δήμητρα Σπάρταλη, εξηγώντας τη δυσκολία της να εκτελέσει τη σκηνοθετική οδηγία του πατέρα της να περάσει τη Χαριλάου Τρικούπη κατά τα γυρίσματα. Ενώ ο ίδιος ο Άγγελος Σπάρταλης ανέφερε ότι θα προτιμούσε να είχε το μπάτζετ να μην πάρει την κόρη του για πρωταγωνίστρια, αλλά ένα άλλο κορίτσι από κάποιο πρακτορείο.

Σε επίσημη πρώτη είδαμε και το Μολύβι Mαχαίρι Σκυτάλη, του Κωνσταντίνου Κακογιάννη, μια μαύρη κβαντική κωμωδία με τέσσερις συγκάτοικους στο Βερολίνο να αναζητούν νόημα και ταυτότητα. Σε ένα σχεδόν παράλληλο σύμπαν, ξεχασμένοι άρρωστοι θεοί, προσπαθούν να πολεμήσουν την αδικία και τα ερωτήματα ξεκινούν: Μπορούν οι άνθρωποι να συμπορευτούν με τα τραυματισμένα ιδανικά τους; Μπορεί η αναζήτηση της προσωπικής αλήθειας να συμβαδίσει με την κοινωνική δικαιοσύνη; «150 Δον Κιχώτες», όπως ανέφερε ο σκηνοθέτης της ταινίας, «δούλεψαν για να γίνει αυτή η δουλειά», ενώ όσοι συντελεστές, ήταν παρόντες τόνισαν την αλληλεγγύη και την αλληλοβοήθεια κατά τη διαδικασία των γυρισμάτων που τους έχει σημαδέψει σαν εμπειρία.

Συνεχίζοντας τις προβολές στις κλειστές αίθουσες και εξερευνώντας τους Ανοιχτούς ορίζοντες στο τμήμα Another Take, ξεχωρίσαμε την Αγία Φράνσις του Άλεξ Τόμσον, ο οποίος με καταγωγή από τη Μήλο και την Κανδήλα, ένα μέρος κοντά στην Τρίπολη, νιώθοντας σαν στο σπίτι του μας καλωσόρισε μαζί με την πρωταγωνίστρια και σεναριογράφο της ταινίας Kelly O’Sullivan. Η ταινία αφορά την 34χρονη Μπρίτζετ που δεν έχει να υπερηφανευτεί για πολλά: δεν αδημονεί να γίνει μητέρα και δεν τρέφει φιλοδοξίες για μια επιτυχημένη επαγγελματική σταδιοδρομία. Όταν έρχεται αντιμέτωπη με μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, επιλέγει να τη διακόψει χωρίς δεύτερη σκέψη, ενώ την ίδια εποχή προσλαμβάνεται ως νταντά από ένα ευκατάστατο ομόφυλο ζευγάρι γυναικών. Καθώς η φιλία της με την εξάχρονη αλλά τετραπέρατη Φράνσις δυναμώνει, η Μπρίτζετ μαθαίνει σταδιακά να πιστεύει στον εαυτό της. Μια συγκινητική κωμωδία που θίγει με σοβαρότητα και αλήθεια το ζήτημα των αμβλώσεων, τη μητρότητα και το ταμπού του αίματος της περιόδου στην καθημερινή ζωή των γυναικών. Η Kelly O’Sullivan ανέφερε σχετικά: «Η αλήθεια είναι ότι στην Αμερική διανύουμε μία τρομακτική περίοδο που περισσότερο έχει να κάνει με τον καινούργιο μας πρόεδρο, ο οποίος μαζί με τα lobby του προσπαθούν σε πάρα πολλές πολιτείες να κάνουν τις αμβλώσεις παράνομες. Δείξαμε την ταινία σε κάποια μέρη στον Νότο της Αμερικής , όπου ο κόσμος συνηθίζει να είναι πιο συντηρητικός, αλλά εισπράξαμε μόνο αγάπη και καθόλου μίσος και θα θέλαμε πάρα πολύ να δείξουμε την ταινία αυτή και σε άλλα συντηρητικά μέρη». Μιλώντας για το αίμα και την ντροπή που πολλές φορές αισθάνεται μία γυναίκα κατά την περίοδο αναφέρει: «Στην Αμερική παραμένει το θέμα λίγο ταμπού, το παράδοξο που πρέπει οι γυναίκες να αντιμετωπίζουν όταν έχουν περίοδο, πρέπει να κρύβονται να μην το καταλάβει κανείς, θέλαμε να δείξουμε μια ρεαλιστική απεικόνιση του αίματος καθώς θεωρούμε ότι ναι μεν δεν χρειάζεται να βάζεις το αίμα στα μούτρα του άλλου αλλά απ’ την άλλη ούτε και να κρύβεσαι, ούτε και να ντρέπεσαι γι’ αυτό».

Τελευταίο και καλύτερο που μας επεφύλασσε το φετινό φεστιβάλ είναι η έκθεση «Ο άγνωστος εικαστικός Νίκος Κούνδουρος», η οποία και συμπίπτει με τη συμπλήρωση 60 ετών από το πρώτο Φεστιβάλ, τον Σεπτέμβριο του 1960, στο οποίο η ταινία του Κούνδουρου, Το Ποτάμι, τιμήθηκε με το βραβείο σκηνοθεσίας, αλλά και μουσικής, σε σύνθεση Μάνου Χατζιδάκι. Η έκθεση στο πρώην Βρεφονηπιακό Σταθμό (Προβλήτα 1, Λιμάνι Θεσσαλονίκης) ξεχωρίζει για τον σχεδιασμό της, την επιμέλεια και την επιλογή των κειμένων της:

«Ήθελα να είμαι ζωγράφος μοναχικός. Είχα μια πίστη καλογερίστικη για τη ζωγραφική, τον ασκητισμό, ονειρευόμουν μια μοναξιά γεμάτη φως. Τα πρόδωσα όλα; Μου θόλωσε το νου η θριαμβευτική ζωγραφική της κινούμενης εικόνας. Και έκανα ταινίες.».

Διαβάζοντας τα λόγια του Νίκου Κούνδουρου που συναντάς στην έκθεση με την εύστοχη επιλογή τους, καταδεικνύουν την αγάπη του για τη ζωγραφική και πώς αυτή μετουσιώθηκε σε σινεμά:

«Τα κάδρα στο Δράκο οφείλονται στην αγωγή μου ως ζωγράφος… Το πρόσωπο είναι ολόκληρο σκηνικό. Γεμίζει το κάδρο ίδια με ένα σπίτι ή με ένα τοπίο. Μπορεί να ‘ναι ιλαρό και ηλιόλουστο, ή κλειστό συννεφιασμένο, σιωπηλό, απειλητικό. Μπορεί να ‘ναι φιλικό σα νερό σε ήρεμη λίμνη ή τραχύ σαν πέτρινο κάστρο. Είναι ένα και είναι πολλά.».

Ανάμεσα σε ελαιογραφίες, σκίτσα, κοστούμια, μάσκες, επιστολές, ημερολόγια, σημειώσεις, την αγαπημένη του παλέτα με την αυτοπροσωπογραφία του, ξεδιπλώνονται πληροφορίες για το έργο, τον χαρακτήρα και τη ζωή του όπως στα παρακάτω λόγια, δίπλα από ένα σκίτσο του Θανάση Βέγγου, σχετικά με την περίοδο που βρίσκονταν στη Μακρόνησο:

«Είχα ζητήσει να με αφήσουν να μείνω σε ένα βουνό μακριά από τους επιτηρητές μου. Ο Βέγγος πηγαινοερχόταν κάθε μέρα από το στρατόπεδο στο βουνό για να μου φέρει φαγητό. τα κιβώτια του μπακαλιάρου τα έχει βουτήξει ο Βέγγος αγκαλιά και τα πετάει χάμω και μου λέει “σύντροφε”, λέω “τι συμβαίνει;”, “μην κοιμάσαι εδώ πέρα τη νύχτα θα πάθεις ζημιά”. Και του λέω “τι σε νοιάζει εσένα;”. Δεν απάντησε. Άρχισε με ένα σκερπάνι και κάνει και κάνει, και φτιάχνει ένα κρεβάτι με τα ξύλα από τα κιβώτια του μπακαλιάρου. Μου κάνει “εδώ θα κοιμάσαι.. όχι στο χώμα”. “Τι σε νοιάζει εσένα σύντροφε”, του είπα, ήταν και άσχημος. Και τώρα άσχημος είναι. Μου απαντά, “δεν θα κοιμηθείς, στο χώμα”».

Βγαίνοντας από την έκθεση, έχει βραδιάσει, η θάλασσα απλώνεται όλη μπροστά σου. Τα λόγια τα έχεις πάρει μαζί σου και ανοίγει το βλέμμα σου. Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης συνεχίζει το πρόγραμμά του και γιορτάζει τα 60 του χρόνια χωρίς παρελθοντολογία. Στην πόλη που ξέρει να ζει το σινεμά και τραγουδά τη φωτιά στο λιμάνι, ενώ τα λόγια του Κούνδουρου κάπως έτσι ξαναέρχονται:

«Θέλω να διατηρήσω μέχρι τέλος το δικαίωμα να είμαι με τους άλλους, να ουρλιάζω στα πεζοδρόμια, να είμαι αυτό που ήμουνα, ο φοιτητής με τη γροθιά στον ουρανό απειλητικά».

Μια μαγική πόλη, η Θεσσαλονίκη που δεν ξεχνάει τον Δράκο και μοιάζει ν’ ακούει ακόμα τα τραγούδια της φωτιάς, όσο τουλάχιστον διαρκεί ένα φεστιβάλ, σαν μια μεγάλη γιορτή.

Σαν σε σινεμά… Καλή συνέχεια στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης & Χρόνια πολλά!