Ένα βράδυ του Ιανουαρίου του 1991 ο Ντιέγκο Μαραντόνα – το πιο διάσημο αστέρι ποδοσφαίρου στον κόσμο, προσπαθεί να παραγγείλει ήσυχα δυο πόρνες από ένα συνεργάτη της ναπολιτάνικης μαφίας. Ο Μαραντόνα είναι ήδη εθισμένος στην κοκαΐνη, απομονωμένος, δεν μπορεί να πάει πουθενά, κυνηγημένος από τα μέσα ενημέρωσης. Στην άλλη άκρη της γραμμής μιλά με μια γυναίκα, τα ξημερώματα, του ζητάει κι επιμένει να πει ο Μαραντόνα ένα γεια στον γιο της που είναι ένας μεγάλος θαυμαστής του.

Σκεφθείτε τη σκηνή: ένας άντρας που προσπαθεί να ξεφύγει από τη φήμη που τον καταδιώκει, έχει χάσει τον εαυτό του στους εθισμούς του σεξ, των ναρκωτικών, του αλκοόλ και ξαφνικά σταματάει ότι κάνει μέσα στη νύχτα για να μιλήσει σε ένα παιδί που τρέχει στο τηλέφωνο για να τον ρωτήσει για τον τελευταίο αγώνα.

Είναι μια σουρεαλιστική σκηνή που και να την έβαζε κάποιος σε ένα επεισόδιο της σειράς “The Sopranos”, θα νομίζαμε ότι είναι ένα αστείο που δε θα μπορούσε να συμβεί ποτέ. Όμως συνέβη. Έτσι ήταν η ζωή του Ντιέγκο Μαραντόνα που πέθανε σε ηλικία 60 ετών, από καρδιακή προσβολή. Και αυτή ήταν μια σκηνή από το ντοκιμαντέρ της HBO “Diego Maradona” που περιγράφει τα επτά ταραχώδη χρόνια του στη Νάπολη σε σκηνοθεσία του Asif Kapadia που μας έχει χαρίσει το “Senna” του 2010 και το ντοκιμαντέρ που βραβεύτηκε με Όσκαρ “Amy” για την Έιμι Γουάινχαουζ.

Αυτό το τηλεφώνημα έγινε γνωστό επειδή αργότερα χρησιμοποιήθηκε σαν αποδεικτικό στοιχείο εναντίον του όταν βρέθηκε τον Μάρτιο του 1991 σε ένα αντί-ντόπινγκ κοντρόλ θετικός στη χρήση κοκαΐνης και κατηγορήθηκε για χρήση και διακίνηση της κοκαΐνης που πρόσφερε σε πόρνες. Ήταν η αρχή του τέλους για τον άνθρωπο που ήταν λαϊκός ήρωας στη Νάπολη. Η ιταλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία τον τιμώρησε με 15μηνη αποχή απ’ τα γήπεδα, από τότε η καριέρα του πήρε την κάτω βόλτα. Έφυγε από την Ιταλία και έφτασε στην πατρίδα του την Αργεντινή και συνελήφθη αμέσως για κατοχή κοκαΐνης, με την αστυνομία να οδηγεί έναν απογοητευμένο Μαραντόνα που έκλαιγε, στο κρατητήριο.

«Όταν έφτασε στη Νάπολη, είχε φωτεινά μάτια και ένα μεγάλο χαμόγελο», λέει ο  Kapadia, η οποία χρησιμοποίησε εκατοντάδες ώρες προσωπικών βίντεο του Μαραντόνα που δεν είχαν δει ποτέ το φως της δημοσιότητας για το ντοκιμαντέρ. «Αλλά όταν έφυγε ήταν θρυμματισμένος από τις καταστροφές που είχε εν μέρει προκαλέσει ο ίδιος στον εαυτό του». Λίγα χρόνια νωρίτερα η απόκτηση του Μαραντόνα από τη Νάπολι είχε δημιουργήσει φρενίτιδα ενώ κατά την παρουσίασή του στο «Σαν Πάολο» το «παρών» έδωσαν 75.000 φίλαθλοι. Μπορεί η Νάπολη να ήταν μια φτωχή πόλη του ιταλικού Νότου με ανεργία, χωρίς νοσοκομεία και λεωφορεία αλλά χρειαζόταν απεγνωσμένα έναν ήρωα.

Η πτώση του πιο ταλαντούχου παίκτη της γενιάς του, του μεγαλύτερου ποδοσφαιριστή για πολλούς στον κόσμο ήταν συγκλονιστική. Το παραμύθι της ζωής του ήταν συναρπαστικό όσο γοητευτικά ήταν και τα ταλέντα του στο γήπεδο. Ο Μαραντόνα γεννήθηκε το 1960 και ήταν ένα από τα οκτώ παιδιά μιας οικογένειας που ζούσε στην παραγκούπολη Βίλα Φιορίτο, στις φτωχογειτονιές του Μπουένος Άιρες. Το ταλέντο του φάνηκε πολύ νωρίς από τα 8 του χρόνια όταν τρελαινόταν να κάνει κόλπα με την μπάλα και στα 15 του έγινε ο πρώτος επαγγελματίας ποδοσφαιριστής στους Αρχεντίνας τζούνιορς, ο νεότερος στην ιστορία του πρωταθλήματος της χώρας του. Και φυσικά ο οικονομικά υπεύθυνος για ολόκληρη την οικογένειά του.

Όταν ο Μαραντόνα μετά την Μπόκα τζούνιορς βρέθηκε στην Μπαρτσελόνα, δεν πέρασε τα πιο λαμπρά χρόνια της καριέρας του. Η εξωγηπεδική ζωή του ήταν προβληματική και η άφιξή του αμαυρώθηκε από ένα τραυματισμό που τον κράτησε μακριά από τα γήπεδα τρεις μήνες αλλά και από τη βίαιη συμπεριφορά του, την ιδιοσυγκρασία και τον τρόπο ζωής του. Στο τελευταίο του παιχνίδι για την Μπαρτσελόνα – τον τελικό του Κόπα Ντελ Ρέι του 1984 εναντίον της Ατλέτικο Μπιλμπάο – ο Μαραντόνα συμμετείχε σε ένα βίαιο επεισόδιο μετά από έναν τρομερά δύσκολο και έντονο αγώνα που κατέληξε σε σύρραξη μέσα στο γήπεδο. Επικράτησε ένα χάος, ο κόσμος πετούσε αντικείμενα, αστυνομία και φωτορεπόρτερς ήταν μέσα στον αγωνιστικό χώρο και οι τραυματιοφορείς προσπαθούσαν να μαζέψουν τους τραυματίες. Η καταστροφή ολοκληρώθηκε με το περιστατικό να εκτυλίσσεται μπροστά σε όλη την ισπανική βασιλική οικογένεια που παρακολουθούσε τον αγώνα, και ολόκληρη τη χώρα που έβλεπε ζωντανά τον αγώνα στην τηλεόραση. Όταν έληξε το συμβόλαιό του η διοίκηση δεν υποστήριξε την ανανέωσή του και μόνο η Νάπολι φαινόταν πρόθυμη να αναλάβει τον κίνδυνο να τον αγοράσει. Τον πήρε η Νάπολη που ήταν εκείνη την εποχή ένα από τα φτωχότερα και πιο βίαια μέρη της Ευρώπης. Ο Μαραντόνα ήταν μικρόσωμος, ευέλικτος και δυνατός με αξεπέραστη τεχνική και ευφυΐα, ευλογημένος με ένα ταλέντο που όμοιό του δεν υπήρχε και κανείς δεν μπορούσε να παίξει σαν αυτόν όταν ήταν στην ακμή του. Στη Νάπολι πήρε όλη την πόλη μαζί με τον σύλλογο στις πλάτες του και κατάφερε να κάνει μια ομάδα που θεωρούσαν όλοι «χαμένη υπόθεση» να ζήσει την πιο επιτυχημένη πορεία της ιστορίας της.

Η επιτυχία συνεχίστηκε στη Νάπολι, καθώς ο Μαραντόνα τους οδήγησε στον πρώτο τους τίτλο το 1987, σημειώνοντας 10 γκολ εκείνη την αθλητική σεζόν. Στη Νάπολι μεγαλούργησε αλλά ήταν και το τέλος του. Ο Μαραντόνα ήταν μόνο 27 ετών και κυκλοφορούσε σαν ημίθεος. Και αν μπορούσε να διαχειριστεί μέχρι σε ένα σημείο τη φήμη του, ένιωθε φυλακισμένος σε αυτή. «Αν μιλάς άσχημα για τον Μαραντόνα, μιλάς άσχημα για τον Θεό», λέει με σοβαρότητα ένας θαυμαστής του στο ντοκιμαντέρ. Ο προσωπικός προπονητής του, Fernando Signorini, θυμάται τον παίκτη να κάνει εξέταση αίματος, και μια νοσοκόμα να κλέβει ένα φιαλίδιο για να το τοποθετήσει σε μια τοπική εκκλησία. Ήταν η φιγούρα του ήρωα που οδηγεί με καταπληκτικές και αμίμητες δράσεις τους αδύναμους σε εντυπωσιακές νίκες απέναντι στους ισχυρούς. Ήταν η ενσάρκωση της νίκης του νότου της Ιταλίας εναντίον του πλούσιου βορρά. Όπως έγραψε ο Oυρουγουανός συγγραφέας Εντουάρντο Γκαλεάνο:

«Ο Ντιέγκο Μαραντόνα δεν λατρεύτηκε μόνο για τα μοναδικά ζογκλερικά του, αλλά επειδή ήταν ένας θεός βρώμικος, αμαρτωλός. Ο πιο ανθρώπινος από τους θεούς».

Ο Μαραντόνα όμως δεν μπορούσε να κυκλοφορεί στην πόλη, κάτι που τον γοήτευε αλλά και τον εξόργιζε. Ήταν τότε που η Καμόρα του πρόσφερε προστασία και άρχισε να ικανοποιεί την όρεξή του για πάρτι, σκληρά ναρκωτικά και εύκολες γυναίκες. Σύχναζε στα κλαμπ της πόλης στο «Στανγκάτα», στο «Μπέλα ντι Νότε» και στο «Σαλέ Παρκ» και έπινε μέχρι τελικής πτώσης cuba libre. Δίπλα του ήταν οι φίλοι του, οι άνθρωποι της Καμόρα, έτοιμοι να εκπληρώσουν τα καπρίτσια του. Οι φωτογραφίες του να διασκεδάζει με τα πρωτοκλασάτα στελέχη της Καμόρα έπεσαν σε μια έρευνα στα χέρια της αστυνομίας σε ένα σπίτι της οργάνωσης. Το σκηνικό άλλαξε ραγδαία. Οι δημοσιογράφοι άρχισαν να ασχολούνται περισσότερο με τα πάθη του παρά με τις αθλητικές του επιδόσεις, οι φίλοι του εξαφανίστηκαν, ένας σωματοφύλακάς του τον κατηγόρησε ότι τον είχε κάνει «βαποράκι», η Καμόρα τον απείλησε για να μην ανοίξει το στόμα του. «Ο Μαραντόνα δεν άντεξε τη φρικαλέα ποδοσφαιρική δόξα. Με τη μετεγγραφή του στη Νάπολι έπεσε στα χέρια της μαφίας. Πού βρήκε η φτωχή Νάπολι τα χρήματα να αγοράσει τον κορυφαίο ποδοσφαιριστή του κόσμου;», αναρωτήθηκε η διάσημη αργεντινή συγγραφέας Αλίσα Ορτίθ.

«Πίστεψα ότι η κοκαΐνη θα με ανακούφιζε. Δεν είχα δίκιο, αλλά δεν είχα και τις ηθικές δυνάμεις να αντισταθώ» ομολόγησε το 1991 στο Μπουένος Άιρες, επιβεβαιώνοντας αυτό που είχε πει ο Πελέ, ότι «ο Μαραντόνα δεν είχε τις οικογενειακές και θρησκευτικές παραδόσεις που θα τον κρατούσαν μακριά από απρεπείς πράξεις και από τη χρήση ναρκωτικών».

Αν και παντρεύτηκε την αγαπημένη του Claudia Villafane την εποχή που ήταν στη Νάπολι, είχε επίσης μια σύντομη σχέση με την Cristiana Sinagra, φίλη μιας από τις αδερφές του. Η Σινάγκρα γέννησε τον Ντιέγκο Τζούνιορ στις αρχές του 1987, εμφανιζόμενη στην ιταλική τηλεόραση με το παιδί της και ανακοινώνοντας τον Μαραντόνα ως πατέρα. Ο Μαραντόνα ήξερε την αλήθεια αλλά αρνήθηκε δημόσια την πατρότητά του. «Δεν με νοιάζει», λέει σε ένα βίντεο της εποχής, στο ντοκιμαντέρ. Αυτή η ιστορία του εξώγαμου παιδιού υπήρξε κομβική στη ζωή του. «Στο αποκορύφωμα της καριέρας του, ο Μαραντόνα αισθάνθηκε ότι δεν μπορούσε ποτέ να κάνει λάθος ή να δείξει αδυναμία, οπότε αρχίζει να λέει ψέματα. Αυτό τον οδηγεί σε ένα μονοπάτι που χάνει τον εαυτό του» λέει ο σκηνοθέτης Asif Kapadia. Ο Μαραντόνα τελικά αναγνώρισε τον γιο του το 2016 και έκτοτε έχει αναγνωρίσει ότι είναι ο πατέρας έξι παιδιών από διάφορες σχέσεις, εκτός από τις δύο κόρες που είχε με την πρώην σύζυγό του.

Εκείνη την εποχή, η επιτυχία του στο γήπεδο συνεχίστηκε. Η Νάπολι κέρδισε το Κύπελλο UEFA το 1989 και τον τίτλο της Serie A το 1990. Αλλά διανοητικά, ο Μαραντόνα είχε «αποχωρήσει». Πολλοί πιστεύουν ότι αν είχε φύγει νωρίτερα από τη Νάπολι μπορεί να είχε σωθεί. Οι επιδόσεις του ήταν ολοένα και χειρότερες όσο περνούσε ο καιρός, ενώ το 1990 όταν η Αργεντινή νίκησε την Ιταλία στο παγκόσμιο κύπελλο έγινε persona non grata σχεδόν από τη μια μέρα στην άλλη.

Επέστρεψε στην Αργεντινή και συνέχισε να παίζει υπό την επήρεια της εφεδρίνης για να αποδίδει καλύτερα. Η καριέρα του σταδιακά έφτανε στο τέλος και ο Μαραντόνα είχε να δώσει πολλούς ακόμα αγώνες με τη χρήση κοκαΐνης, την παχυσαρκία και τον αλκοολισμό. Οι Αργεντινοί δεν μπόρεσαν ποτέ να γυρίσουν την πλάτη στον Ντιέγκο. Η χώρα του μέχρι το τέλος εξακολουθούσε να τρελαίνεται γι’ αυτόν. Και όλος ο πλανήτης. Για μια τέτοια προσωπικότητα του αθλητισμού, όσο αμφιλεγόμενη και αν ήταν, είναι λογικό.