Η ατμόσφαιρα είναι ένα από τα πιο παραγνωρισμένα συστατικά στοιχεία ενός μυθιστορήματος. Η προσοχή μας πηγαίνει πρωτίστως – και δικαίως – στην ανάπτυξη των χαρακτήρων, την εξέλιξη της πλοκής, το ύφος, τη γλώσσα, τη δομή, τις ιδέες κλπ. Η ατμόσφαιρα όμως, το σύνολο δηλαδή των λεπτομερειών με τις οποίες ένας συγγραφέας έχει μπολιάσει την αφήγησή του ώστε να καλλιεργήσει ένα κλίμα, να αποδώσει μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, να αποτυπώσει τις ασαφείς, φευγαλέες συνιστώσες που εν τέλει συνθέτουν την πολυπρισματική εικόνα αυτού που έχει στο μυαλό του, ενίοτε αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο στην άτυπη αυτή ιεραρχία των χαρακτηριστικών που απαρτίζουν ένα μυθιστόρημα. Το ερώτημα είναι αν αυτό από μόνο του αρκεί.

Το έβδομο μυθιστόρημα του γεννημένου στη Σρι Λάνκα Καναδού συγγραφέα Μάικλ Οντάατζε βασίζεται όσο λίγα πάνω στη συνειδητή και προσεκτική καλλιέργεια μιας συγκεκριμένης ατμόσφαιρας. Στόχος του είναι αφ’ ενός να αποδώσει πειστικά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια στη Μεγάλη Βρετανία και αφ’ ετέρου να αποτυπώσει την απροσδιόριστα μυστηριώδη φύση των εφηβικών χρόνων. Ο συνδυασμός δημιουργεί ατμόσφαιρα που παραπέμπει σε ένα σκοτεινό, αινιγματικό παραμύθι.

Αφηγητής είναι ο Ναθάνιελ Γουίλιαμς, ο οποίος επιχειρεί να ανασυνθέσει στο μυαλό του τα αλλόκοτα χρόνια της εφηβείας του αμέσως μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στο Λονδίνο, ιδιαίτερα όταν οι γονείς του τον εγκατέλειψαν μαζί με την αδερφή του Ρέιτσελ στην κηδεμονία δύο αινιγματικών και αντισυμβατικών ανδρών. Αν και η δικαιολογία που χρησιμοποίησαν ήταν ότι έπρεπε να πάνε στη Σιγκαπούρη για κάποιο χρονικό διάστημα λόγω της επαγγελματικής προαγωγής του πατέρα τους, μια σειρά από αντιφάσεις σύντομα οδηγούν τα παιδιά να συνειδητοποιήσουν ότι αυτό ήταν ένα ψέμα και ότι η μητέρα τους βρίσκεται σε υπηρεσία στο εξωτερικό, η οποία πιθανώς να σχετίζεται με τις μυστικές υπηρεσίες. Η αφήγηση λοιπόν είναι η προσπάθεια του Ναθάνιελ, χρόνια αργότερα, να συμπληρώσει τα κομμάτια του παζλ και να κατανοήσει τόσο τα γεγονότα όσο και τα κίνητρα πίσω από αυτά. Για να επιτύχει στον σκοπό του πρέπει να εξετάσει προσεκτικά τις αναμνήσεις του, να ερευνήσει τις περιοχές με τις οποίες συνδέθηκε η παιδική του ηλικία και να αξιοποιήσει τα αρχεία της κυβερνητικής υπηρεσίας στην οποία πλέον εργάζεται και ο ίδιος.

Επανερχόμαστε λοιπόν στην ατμόσφαιρα. Ο Οντάατζε επιχειρεί να μας περιγράψει μια εποχή που βρίσκεται στο μεταίχμιο. Το Λονδίνο βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ του πολέμου και της κανονικότητας, η οποία ακόμη δεν έχει επανέλθει. Οι σωροί από χαλάσματα, τα δελτία τροφίμων, το εκτεταμένο λαθρεμπόριο, όλα αποτελούσαν εμφανή ίχνη του πολέμου. Οι κηδεμόνες των παιδιών δείχνουν επίσης να βρίσκονται σε ένα άλλο μεταίχμιο, εκείνο μεταξύ της νομιμότητας και της παρανομίας. Ιδιαίτερα ο Σκώρος και ο Σαΐτας είναι δύο χαρακτήρες που μοιάζουν σαν να έχουν ξεπηδήσει από τις σελίδες του Ντίκενς. Όσον αφορά το καθήκον τους, δείχνουν όντως να προσέχουν τα δυο παιδιά αλλά παράλληλα τους εμπλέκουν και σε μια σειρά από επικίνδυνες και ηθικά αμφίσημες δραστηριότητες που όμως λειτουργούν και σαν ιδιότυπα μαθήματα για την πραγματική ζωή, ενώ και η αντισυμβατική παρέα που τους περιτριγυρίζει, διόλου κατάλληλη για δυο εφήβους, είναι παρά ταύτα μια ξεχωριστή και εν τέλει πολύτιμη ευκαιρία κοινωνικοποίησης και απόκτησης εμπειριών. Το πιο κρίσιμο μεταίχμιο όμως είναι εκείνο ανάμεσα στην παιδική ηλικία και την ενηλικίωση. Ο Ναθάνιελ γνωρίζει τον εαυτό του και τον κόσμο, αποκτάει τις πρώτες σεξουαλικές του εμπειρίες, μετασχηματίζεται και μεταμορφώνεται έχοντας σαν κουκούλι αυτή την τόσο ρευστή περίοδο, αυτούς τους τόσο αινιγματικούς και αμφιλεγόμενους κηδεμόνες. Αυτό είναι που δίνει στο μυθιστόρημα τη διάσταση ενός σύγχρονου, σκοτεινού παραμυθιού, αυτός ο συνδυασμός αθωότητας και κινδύνου, μυστικών και αποκάλυψης.

Το leitmotiv που συμβολικά υφαίνει την ατμόσφαιρα στον ιστό του μυθιστορήματος είναι το φως σε κάθε του μορφή, άλλωστε ο τίτλος δεν είναι τυχαίος. Από το ημίφως των δρόμων του Λονδίνου στο φεγγαρόφωτο κατά μήκος των καναλιών του Τάμεση μέχρι τις λάμψεις των αστραπών ή το φυσικό έντονο φως στις ηλιόλουστες μέρες του Σάφοκ, ο Οντάατζε χρησιμοποιεί το φως ποικιλοτρόπως, τονίζοντας τον εσωτερικό κόσμο των χαρακτήρων.

Όμως το μυθιστόρημα είναι και ένα μυστήριο. Υπό αυτή την οπτική γωνία, η εξέλιξή του απέχει πολύ από τα να χαρακτηριστεί ιδανική, αφού είναι ιδιαίτερα αργή και γεμάτη παρεκβάσεις. Βεβαίως, αυτός είναι ο χαρακτηριστικός τρόπος του Οντάατζε, καθώς επιλέγει να μην καταπιάνεται με ευθύ, άμεσο τρόπο με το θέμα του αλλά να το προσεγγίζει από ποικίλες οπτικές γωνίες, εστιάζοντας σε διαφορετικούς κάθε φορά χαρακτήρες, εισάγοντας παρενθέσεις και παρεκκλίνοντας συχνά από την κύρια πλοκή του, υπογραμμίζοντας έτσι τη ρευστότητα της μνήμης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο εν λόγω τρόπος είναι ιδιαίτερα επιτυχής όσον αφορά την αντιμετώπιση ενός μυστηρίου, αφού οι παρεκκλίσεις του συχνά είναι κουραστικές. Οι υπερβολικά πολλές λεπτομέρειες για τις κυνοδρομίες παραδείγματος χάριν, καταλήγουν ανιαρές. Μέχρις ότου ο Οντάατζε επιστρέψει και πάλι στην κύρια πλοκή και αντιμετωπίσει το βιβλίο του σαν θρίλερ μυστηρίου, ο αναγνώστης έχει σχεδόν ξεχάσει αυτή την πτυχή του έργου, έχοντας επικεντρωθεί στο μυθιστόρημα σαν να είναι ένα είδος bildungsroman.

Όμως αυτό  δεν αναιρεί τη μαεστρία του Οντάατζε, ο οποίος ανήκει δικαίως στους μείζονες συγγραφείς της εποχής μας, καθώς η ποιητική του ευαισθησία, η ακρίβεια της γλώσσας του, η σχολαστική του προσέγγιση στο ύφος και την αρχιτεκτονική του έργου, αποδεικνύουν του λόγου το αληθές.

«Φώτα Πολέμου» του Μάικλ Οντάατζε κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη