Αλήθεια, τι είναι το πρώτο πράγμα που μας έρχεται στο μυαλό όταν σκεφτόμαστε την Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου; Εκτός, φυσικά, από το υπέροχο κτήριο του Τσίλερ και την πανέμορφη αίθουσα που παραπέμπει στις αντίστοιχες της ίδιας εποχής σε όλη την Ευρώπη… Ας το παραδεχτούμε: σκεφτόμαστε ένα κοινό αποτελούμενο από περιποιημένους συνταξιούχους, που παρακολουθεί «καθωσπρέπει» παραστάσεις που δεν ενοχλούν, δεν προσβάλλουν, έχουν την πρέπουσα αισθητική και ερμηνείες α λα παλαιά. Κοινώς, το είδος των παραστάσεων που ο μέγας Φρανκ Κάστορφ αποτελεί vegan… Θυμάμαι πως ο Γιάννης Χουβαρδάς είχε εντάξει το φαινόμενο στο «Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα», ανεβάζοντας στη σκηνή το κατεξοχήν κοινό αυτής της αίθουσας. Προσωπικά το εξέλαβα ως αυτοκριτική –ευρισκόμενος στο τέλος της θητείας του, παραδέχτηκε πως δεν μπόρεσε να αλλάξει αυτό το φαινόμενο.

Το πρόβλημα με τους κοινούς τόπους είναι πως υποσυνείδητα, ανεπαισθήτως, περνούν σε όλων μας τη σκέψη. Θεατών, κριτικών, αλλά και δημιουργών. Έχει συμβεί και στο παρελθόν σκηνοθέτες με πορεία πιο πειραματική, σκηνοθετώντας στην Κεντρική Σκηνή να βάλουν «τα καλά τους», υιοθετώντας δρόμους πιο συμβατικούς.

Η Ελένη Ευθυμίου είναι μία από τις πλέον συναρπαστικές δημιουργικές φωνές της γενιάς της. Η ματιά της είναι συνήθως ρηξικέλευθη, πράγμα που είχε αποτυπωθεί και στην πρώτη της δουλειά στο πλαίσιο του Εθνικού Θεάτρου «Και Τώρα: Ο Κόσμος», που είχε λάβει χώρα στους κόλπους της αδικοσκοτωμένης Πειραματικής Σκηνής – αξίζει κάποια στιγμή να γίνει αναλυτική αποτίμηση της προσφοράς αυτής της βραχύβιας , αλλά τόσο αποτελεσματικής απόπειρας να δοθεί βήμα στη νεώτερη γενιά καλλιτεχνών, αλλά και στις γυναίκες δημιουργούς.

©Patroklos Skafidas

Το «Φουέντε Οβεχούνα», συγκρινόμενο με τις άλλες της δουλειές, αλλά και με τις υποσχέσεις που διακρίνονταν σε αυτές, μοιάζει άτολμο και συντηρητικό. Μάλλον το σύνδρομο «Είμαστε στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού» κατέλαβε την ταλαντούχα δημιουργό και την εμπόδισε, υποσυνείδητα ίσως, από το να κινηθεί στις κατευθύνσεις που εκείνη ξέρει καλά. Δεν πειράζει: το άνοιγμα του συγκεκριμένου χώρου σε νέες φωνές μόνο καλό μπορεί να κάνει. Άλλωστε, το να περιμένει κανείς περισσότερα από μια παράσταση δεν σημαίνει πως αυτή είναι κακή- και σίγουρα δεν είναι.

Η ανάγνωση, άλλωστε, της Ελένης Ευθυμίου και της δραματουργού Σοφίας Ευτυχιάδου στο έργο είναι σωστή. Απέφυγε τον εύκολο δρόμο της επικαιρότητας, την παγίδα του να επικεντρωθεί αποκλειστικά στον βιασμό και τη σεξουαλική εκμετάλλευση των γυναικών του χωριού για να κάνει «παράσταση MeToo». Προφανέστατα κι αυτό είναι κομμάτι του έργου (και της παράστασης), αλλά η σκηνοθέτις δεν ξέχασε πως το «Φουέντε Οβεχούνα» μιλά για μια λαϊκή εξέγερση ενάντια στην καταπίεση της τοπικής εξουσίας, τους βασανισμούς των χωρικών και την εκμετάλλευσή τους οικονομική, εργασιακή, και -βεβαίως- σεξουαλική. Θα ήταν όμως όχι μόνο θεατρικό, αλλά και πολιτικό λάθος, να περιορίσει κανείς το μέγα (αληθινό) γεγονός ενός κοινωνικού και ταξικού ξεσηκωμού σε εύκολο δικαιωματισμό. Παρόλο που με τα γεγονότα που έχουν προηγηθεί στο Εθνικό Θέατρο, αλλά και γενικότερα στον χώρο, ο πειρασμός του καιροσκοπισμού ήταν παρών, οι δημιουργοί της παράστασης δεν υπέκυψαν. Διόλου αυτονόητο στις μέρες μας.

©Patroklos Skafidas

Η έμμετρη μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ υπήρξε βασικός ανασχετικός παράγοντας για το τελικό αποτέλεσμα. Αυτό που μπορεί να φάνηκε αρχικά ως καλή ιδέα, απεδείχθη τροχοπέδη για την παρακολούθηση της παράστασης, καθώς προσέδωσε στο κείμενο μια επιτήδευση άσχετη με τη μορφή, αλλά και το περιεχόμενό της. Τα πρώτα λεπτά μπορεί να ακούγονταν με ενδιαφέρον, αλλά σύντομα το ακρόαμα παρέπεμπε στη ρήση του ποιητή «Όλοι μαζί κινούμε, συρφετός, γυρεύοντας ομοιοκαταληξία». Το αστειάκι «Νίτσα (από το Φουεντεοβεχουνίτσα)» θα μπορούσε να καταγραφεί στην ανθολογία του τι θα έπρεπε κανείς να έχει σβήσει αμέσως μόλις το έγραψε.

Η μουσική υπέπεσε σε στιγμές στο σφάλμα του σχολιασμού και της υπογράμμισης –συνήθεια παλαιική. Αλλά για να είμαστε δίκαιοι, ό,τι και να έκανε, η σκιά της μουσικής του Θάνου Μικρούτσικου για την παράσταση του Γιώργου Μιχαηλίδη στο ΚΘΒΕ θα έπεφτε βαριά στην πλάτη όποιας νέας απόπειρας. Άδικη σύγκριση, αλλά αναπόφευκτη.

©Patroklos Skafidas

©Patroklos Skafidas

Σε μια παράσταση συνόλου όπως αυτή δεν θα ήθελα να ξεχωρίσω πρόσωπα και ρόλους. Βρήκα πάντως ευφυή και διασκεδαστική τη λοξή ματιά στο ζεύγος των βασιλέων Ισαβέλλας και Φερδινάνδου: η πλήξη, η υποβόσκουσα κόντρα ανάμεσά τους για την εξουσία, αλλά και η διαφαινόμενη αμβλύνοιά τους ήταν μια ιδιαίτερη πινελιά.

Θα ήθελα να υπογραμμίσω πως οι όποιες επιφυλάξεις απέναντι στην παράσταση έχουν να κάνουν μόνο με το γεγονός πως η Ελένη Ευθυμίου είναι ένα από τα πλέον υποσχόμενα πρόσωπα του ελληνικού θεάτρου, πρόσωπα που καλό είναι να δημιουργούν στο Εθνικό Θέατρο –και μόνο η γνώση και η ευφυΐα με την οποία διαχειρίστηκε το σκηνικό χώρο στο «Φουέντε Οβεχούνα» λένε πολλά. Ακριβώς αυτές οι αρετές της όμως είναι που δημιουργούν και αυξημένες προσδοκίες.

©Patroklos Skafidas

Info παράστασης:

«Φουέντε οβεχούνα» του Λόπε δε Βέγα | 28 Οκτωβρίου 2021 – 23 Ιανουαρίου 2022 | Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου