Το 1971  ο δημοσιογράφος Χάντερ Σ. Τόμσον και ο δικηγόρος και ακτιβιστής Όσκαρ Ακόστα ξεκίνησαν από το Λος Άντζελες για το Λας Βέγκας έχοντας σαν πρόσχημα το ότι ο Τόμσον επρόκειτο να καλύψει έναν αγώνα μοτοσυκλετών για το Sports Illustrated γράφοντας μια σύντομη παράγραφο. Ένα μήνα αργότερα, αντί για τη σύντομη αυτή παράγραφο, ο Χάντερ Τόμσον είχε γράψει ένα προσχέδιο ενός ολόκληρου μυθιστορήματος, το οποίο αρχικά εκδόθηκε σε δύο μέρη στο Rolling Stone και το 1972 κυκλοφόρησε ως βιβλίο. Το μυθιστόρημα αυτό αποτέλεσε τη βίβλο της επονομαζόμενης «γκόνζο» δημοσιογραφίας, ένα παρακλάδι της σχολής της νέας δημοσιογραφίας όπου γεγονότα, μυθοπλασία και προσωπικοί στοχασμοί αναμιγνύονται χωρίς την παραμικρή επίφαση αντικειμενικότητας. Σταδιακά, ο Φόβος και Παράνοια στο Λας Βέγκας αναγνωρίστηκε σαν ένα σημαδιακό κείμενο για τη σύγχρονη πολιτισμική ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών. Α, ναι, και ένα πολύ αστείο βιβλίο.

Το ταξίδι των δύο αντρών στο Λας Βέγκας σύντομα μετατρέπεται σε ένα παραισθησιογόνο κρεσέντο καταχρήσεων, όπου η συνεχής κατανάλωση κάθε μορφής ναρκωτικής ουσίας και αλκοόλ οδηγούν τους δύο πρωταγωνιστές σε ένα παρανοϊκό παραλήρημα, το οποίο αποτυπώνεται υπέροχα στην εξίσου παραληρηματική πρόζα του Τόμσον, μια πρόζα που συχνά αγγίζει τα όρια του πεζοποιήματος. Σταδιακά τα πάντα γύρω τους μετατρέπονται σε ένα ζωντανό εφιάλτη, νιώθουν ότι τους κυνηγάνε τέρατα της ερήμου, αδυνατούν να αντιληφθούν πού τελειώνουν τα όρια της φαντασίας και πού ξεκινάνε εκείνα της πραγματικότητας. Βεβαίως και το Λας Βέγκας δε βοηθάει. Μια πόλη φτιαγμένη στη μέση της ερήμου από το μηδέν σαν ένα καταφύγιο φαντασιώσεων είναι το ιδανικό μέρος για να απογειωθεί κάθε μορφής παράνοια που έχει ξεμυτίσει από την κατάχρηση ουσιών.

Έχει όμως σωστά σημειωθεί ότι πέρα από την κωμική του διάσταση, το μυθιστόρημα αποκτάει κομβική σημασία επειδή είναι ένα από τα πρώτα που επιχειρούν να σηματοδοτήσουν το τέλος της εναλλακτικής κουλτούρας της δεκαετίας του εξήντα, της εποχής των χίπηδων, της αμφισβήτησης, των παραισθησιογόνων ναρκωτικών, του φεμινιστικού ρεύματος, του πασιφισμού. Ουσιαστικά οι καταχρήσεις των δύο πρωταγωνιστών και η σκοτεινή και εφιαλτική τροπή που αυτές παίρνουν παραπέμπουν στην αποτυχία της γενιάς του εξήντα να σηματοδοτήσει πραγματική αλλαγή. Ας έχει κανείς υπ’ όψη ότι όλα αυτά ο Τόμσον τα έγραφε μόλις το 1971, όταν για πολλούς η εναλλακτική κουλτούρα βρισκόταν ακόμα σε πλήρη εξέλιξη. Ο Τόμσον όμως την είχε ζήσει από κοντά και γνώριζε ότι τα όνειρά της είχαν αλλοιωθεί, το αυθόρμητο κίνημα που θέριεψε λόγω της απότομης συντριβής των ιδανικών του αμερικανικού ονείρου (δολοφονίες σπουδαίων ηγετών, εμπλοκή στο Βιετνάμ), είχε πια μετατραπεί σε μόδα, οι αξίες του σε λάιφσταιλ ηδονισμού.

Το σίγουρο είναι ότι ο Τόμσον εισέρχεται στο πάνθεο της κωμικής λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα. Οι περιγραφές της χαοτικής επίδρασης των ναρκωτικών είναι μοναδικές και συχνά οδηγούν τον αναγνώστη να γελάει φωναχτά. Ο σουρεαλισμός των διαδοχικών παραισθήσεων αντανακλά μια περίοδο τόσο ρευστή με τέτοια πυκνότητα γεγονότων που πραγματικά μοιάζει λες και μονάχα μια ψυχεδελική προσέγγιση μπορεί να πιάσει το πνεύμα της. Ίσως και στη δική μας εποχή να χρειάζεται ένας αντίστοιχος παραμορφωτικός φακός. Είναι σίγουρο ότι σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους της ιστορίας η παραμόρφωση απεικονίζει πιο πιστά την ουσία των πραγμάτων.

Ειδική μνεία πρέπει να γίνει και στον Ραλφ Στέντμαν, τον Ουαλό σκιτσογράφο που επί χρόνια συνεργάστηκε με τον Χάντερ Τόμσον και του οποίου οι υπέροχες καρικατούρες οπτικοποιούν το χαοτικό και ξεκαρδιστικό σύμπαν που προκύπτει από τις λέξεις του τελευταίου.

Το βιβλίο «Φόβος και Παράνοια στο Λας Βέγκας» του Χάντερ Σ. Τόμσον κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη σε νέα έκδοση