Τι γίνεται όταν σε μια ιστορία μπλέκονται ένας επιστήμονας, ένας γοητευτικός άνδρας, τρεις γυναίκες κι ένα ελληνικό νησί; Η λύση του μυστηρίου βρίσκεται στο καινούργιο βιβλίο του Michael Frayn, «Skios», το οποίο κυκλοφορεί στα αγγλικά από τις εκδόσεις Faber and Faber.

Ο Michael J. Frayn είναι Άγγλος θεατρικός συγγραφέας και μυθιστοριογράφος. Έχει γίνει γνωστός από το κωμικό του έργο «Noises off» και από τα δραματικά «Κοπεγχάγη» και «Δημοκρατία». Τα έργα του συχνά εγείρουν φιλοσοφικά ερωτήματα, τοποθετημένα πάντα σε χιουμοριστικό πλαίσιο. Το βιβλίο του «Skios» ήταν υποψήφιο για τα Βραβεία Booker. Ενδιαφέρον έχει η συνέντευξη που έδωσε στην Telegraph, στην οποία εξηγεί πώς προέκυψε η ιδέα της συγκεκριμένης ιστορίας και γιατί επέλεξε ένα ελληνικό νησί.

Μπορεί στις μέρες μας κάποιος να πάρει τη θέση κάποιου άλλου έτσι ξαφνικά; Να κλέψει δηλαδή την ταυτότητα κάποιου σχετικά γνωστού ανθρώπου τόσο απλά, χωρίς να τον καταλάβει κανείς; Είναι εφικτό αυτό στην εποχή της εικόνας και της κυριαρχίας της Google; Όχι τόσο εύκολα είναι η απάντηση, αλλά με συγγραφέα τον Michael Frayn όλα είναι εφικτά. Έτσι, ένα μεγάλο μέρος του νέου του μυθιστορήματος είναι τόσο επιδέξια γραμμένο καθώς και γνήσια διασκεδαστικό, που σχεδόν είναι παράλογο να τεθούν ζητήματα σχετικά με το αν στέκει ή όχι η υπόθεση ή με το γεγονός ότι η λήξη μιας φάρσας είναι συνήθως τόσο ικανοποιητική όσο το τρίτο καυτό παγωτό φοντάν, καθώς το μόνο λογικό αποτέλεσμα του παραλογισμού είναι ο ακόμα πιο ανεξέλεγκτος παραλογισμός.

Στο ελληνικό νησί με το όνομα «Σκίος», και πιο συγκεκριμένα στο Ίδρυμα Τόπλερ, διαδραματίζεται όλη η ιστορία. Κάθε καλοκαίρι το Ίδρυμα, υπό την προεδρία της χήρας κ. Τόπλερ, διοργανώνει μια διάλεξη με καλεσμένους από το χώρο της επιστήμης. Αυτή τη φορά καλεσμένος είναι ο δρ. Νόρμαν Γουίλφρεντ, εξέχουσα προσωπικότητα της επιστημονικής κοινότητας. Παρευρίσκεται άλλωστε και η αφρόκρεμα τόσο της Ελλάδας όσο και του εξωτερικού. Ξεχωρίζουν η παλιά χορεύτρια Bahama LeStarr και ο κ. Παπαδόπουλος, ο οποίος είναι σημαντικός παράγοντας του Ιδρύματος. Ο ίδιος στοχεύει κυρίως στα προσωπικά του οφέλη και συμφέροντα, όχι τόσο στην ικανοποίηση των πολιτιστικών αναγκών του Ιδρύματος. Έμπιστη βοηθός της κ. Τόπλερ είναι η Νίκη, η οποία φιλοδοξεί κάποια στιγμή πάρει τη λειτουργία του Ιδρύματος στα χέρια της. Αυτό φυσικά δεν την εμποδίζει να φαντασιώνεται τον Δρ. Γουίλφρεντ, ο οποίος, μιας και προέρχεται από τον επιστημονικό κόσμο, έχει εμφανή τα σημάδια του χρόνου και της «επιστήμης» πάνω του. Εκείνη όμως δε χάνει την ευκαιρία να τον φαντάζεται γοητευτικό, ελκυστικό και γεμάτο εμπειρίες.

Ενώ ο δρ. Γουίλφρεντ περιμένει την τσάντα του στο αεροδρόμιο του νησιού, στον ίδιο ακριβώς χώρο βρίσκεται και ο ματαιόδοξος Όλιβερ Φοξ, ένας νεαρός, όμορφος άνδρας -playboy θα τον έλεγες- ο οποίος περιμένοντας κι εκείνος τη δική του βαλίτσα ξαφνικά βλέπει εκείνη, την Νίκη, όμορφη και νέα, να περιμένει κάποιον. Η βαλίτσα με το όνομα «Γουίλφρεντ» περνά από μπροστά του και έτσι αποφασίζει να την πάρει και να παραστήσει εκείνον για πλάκα, για να διασκεδάσει, για να δει πώς είναι να είσαι κάποιος άλλος, σημαντικός ή μη δεν έχει σημασία. Σημασία έχει να μην είσαι, έστω για λίγο, ο εαυτός σου. Αυτά σκέφτεται ο Όλιβερ όσο πλησιάζει την Νίκη, η όποια δεν πιστεύει στα μάτια της, όταν αντικρίζει τον δρα Νόρμαν Γουίλφρεντ. Παρερμηνείες, απίθανες συνδέσεις και καταστάσεις αμφίβολης ψυχολογίας διαδραματίζονται τόσο στο νησί όσο και σε μια βίλα.

Από εκεί και έπειτα ακολουθεί είναι το θέατρο του παραλόγου. Ευτράπελα, κωμικοτραγικές καταστάσεις και ασυνάρτητες συμπεριφορές συμπληρώνουν τους χαρακτήρες. Το σκηνικό θυμίζει κάτι από την ταινία «Μια Ιταλίδα στην Κυψέλη», όταν όλοι είναι μπλεγμένοι με όλους, όταν προσπαθούν να συνεννοηθούν, αλλά τελικά δεν μπορούν, και όταν πάντα υπάρχει και ένας χωροφύλακας που μπλέκει περισσότερο τα πράγματα.

Το βιβλίο έχει θεατρικό χαρακτήρα και κάτι από σαιξπηρική μαγεία, με τη μόνη διαφορά ότι ο συγγραφέας είναι αυτός που οδηγεί την πλοκή και όχι ο βασιλιάς Όμπερον. Ειδικά στις τελευταίες σκηνές, ο ήρωας κάνει αυτό που από την αρχή γνώριζε πως θα συμβεί και ο συγγραφέας καθοδηγεί τον αναγνώστη στα μονοπάτια των πράξεών του.

Το θέμα του όμως είναι άλλο: Αν οι περισσότεροι από εμάς, αν όχι όλοι, έχουμε σκεφτεί πώς θα ήταν αν ήμασταν κάποιοι άλλοι, να είχαμε για λίγο τη ζωή κάποιου άλλου. Στην εποχή μας ίσως να είναι κάπως δύσκολο με τόση προβολή, αλλά από την άλλη δεν είναι και ακατόρθωτο τελικά να πείσεις κάποιον ότι δεν είσαι αυτός που βλέπει, αλλά κάποιος άλλος, ένας επιστήμονας, ένας καλλιτέχνης ή ένας πολλά υποσχόμενος νέος. Εδώ είναι το θέμα, πιστεύουμε ό,τι θέλουμε. Ακόμα και κάτι που το γνωρίζουμε πολύ καλά, που ζούμε μαζί του, αν μια μέρα μας πείσει ότι τελικά είναι κάτι άλλο απ’ αυτό που τόσο καιρό ξέρουμε, στην αρχή θα σαστίσουμε, αλλά εντέλει θα το πιστέψουμε.

Αυτό κάνει και ο Όλιβερ Φοξ εδώ, παίρνει το ρίσκο να πείσει όλους πως είναι ο δρ. Γουίλφρεντ. Ξέρει ότι μπορεί να την πατήσει στο τέλος, αλλά δεν τον νοιάζει. Τον υποδύεται και πιάνει κουβέντα για επιστημονικά θέματα με διάφορους καλεσμένους, χωρίς να έχει ιδέα για όλα αυτά. Το πιο αστείο, και ίσως τραγικό, είναι πως ούτε οι καλεσμένοι έχουν ιδέα και φαίνεται να κρέμονται από τα χείλη του επιφανούς επιστήμονα. Εκείνον τον ενδιαφέρει μόνο να δει πώς είναι να μην αναγνωρίζεις αυτόν για τον οποίο βρίσκεσαι εκεί. Να βρίσκεσαι κάπου μόνο και μόνο επειδή κάποιος είναι απλώς διάσημος και σημαντικός. Και ας μην έχεις διαβάσει ποτέ ούτε μία του λέξη και ας μην έχεις δει πότε ούτε ένα του έργο. Αρκεί απλώς και μόνο η ιδέα του ονόματος κάποιου για να προσελκύσει χιλιάδες, αδαείς και μη.

Ίσως τελικά σε κάποιες περιπτώσεις να μη μετράει το φαίνεσθαι, αλλά το είναι, το οποίο θεωρητικά είναι και το επιθυμητό. Είμαστε όμως τελικά ικανοποιημένοι μόνο με αυτό ή θέλουμε και το φαίνεσθαι; Είναι τελικά το βιβλίο του Frayn έτοιμο για το θέατρο, όπως το αγγλικό κοινό διατείνεται, ή θα παραμείνει στο ράφι και στην ανάγνωση σε κάποια παραλία;