Οι δύο παραστάσεις που συμπεριέλαβε το Φεστιβάλ Αθηνών στην αρχή του προγράμματός του, των ODC Ensemble και των Vasistas, αν και εκ διαμέτρου διαφορετικού περιεχομένου, φέρουν ξεκάθαρα την επιθυμία της εξωστρέφειας, να συνομιλήσουν και με το κοινό του εξωτερικού. (Και οι δύο ομάδες, άλλωστε, μπορούν να ισχυρίζονται πως μετρούν ήδη παρουσίες σε φεστιβάλ και σκηνές της Ευρώπης.) Εξετάζοντάς τες, λοιπόν, ως δουλειές με ελληνική σφραγίδα αλλά (και) για ευρωπαϊκή «κατανάλωση», είναι ενδιαφέρον να σταθεί κανείς πέραν της σκηνικής τους ταυτότητας και στο «μήνυμα» που μεταφέρουν.

Το «Revolt Athens» των ODC Ensemble (σκηνοθεσία Έλλης Παπακωνσταντίνου) είναι μια ανοιχτή σκηνική επιστολή της Ελλάδας προς τους Ευρωπαίους και ήδη από την αρχή της παράστασης διατυπώνεται η παράκληση να φανταστούμε πως εμείς οι ίδιοι είμαστε θεατές ενός ξένου φεστιβάλ. Το θέαμα που στήνεται επί σκηνής αποσκοπεί στο να συστήσει την Αθήνα στους ξένους, και σε ένα δεύτερο επίπεδο να καταρρίψει τα στερεότυπα που (υποτίθεται πως) χαρακτηρίζουν την εικόνα που αυτοί έχουν για την Ελλάδα και τους Έλληνες. Με επίκεντρο μια μη ρεαλιστικά δοσμένη μακέτα της Αθήνας ως βασικό σκηνικό, η Ρόζα Προδρόμου αναλαμβάνει τον ρόλο της «οικοδέσποινας» που θα μας συστήσει την Αθήνα και τις γειτονιές της, θα επισημάνει τις αντιθέσεις που συνεπάγεται η ζωή στην πρωτεύουσα ή θα χαριτολογήσει με το βασικό στερεοτυπικό τρίπτυχο «Ελλάδα-καλοκαίρι-θάλασσα». Ενδιαμέσως στην αφήγησή της, πιο σωστά στην απεύθυνσή της προς το κοινό, θα παρεμβάλει γεγονότα-ορόσημα που σημάδεψαν την Ελλάδα της τελευταίας πενταετίας, όπως η δολοφονία του Γρηγορόπουλου, η αυτοκτονία του συνταξιούχου στην πλατεία Συντάγματος την άνοιξη του 2012 και η προσφυγική κρίση.

Η παράσταση στρέφεται γύρω από ένα βασικό και επαναλαμβανόμενο ερώτημα: «τι μπορώ να κάνω, για να μην νιώθω κομπάρσος ή παρατηρητής σε αυτό που συμβαίνει γύρω μου;», προτείνοντας εντέλει μια τελεσίδικη λύση, καθώς η πρωταγωνίστρια θα κατεδαφίσει ολοσχερώς τη μακέτα του σκηνικού. Μόνο μέσα από την ολοκληρωτική καταστροφή θα γίνει εφικτή η αναγέννηση, σαν να μας λέει. Φανερή, επίσης, γίνεται και η πρόθεση να ανοιχθεί το θέμα έξω από τα «στενά» όρια της ελληνικής περίπτωσης. «Το πρόβλημα της κρίσης είναι ευρωπαϊκό και δεν είναι νέο», υπενθυμίζει η παράσταση κλείνοντας, όταν μετά το χειροκρότημα θα εισβάλουν στη σκηνή χορευτές swing, μεταφέροντάς μας στην Ευρώπη του ’20 που «χόρευε» στον ρυθμό του ανερχόμενου ναζισμού.

«Revolt Athens» των ODC Ensemble - © Μαριλένα Σταφυλίδου

«Revolt Athens» των ODC Ensemble – © Μαριλένα Σταφυλίδου

Ο στόχος είναι σαφής, όμως το «Revolt Athens», όπως συχνά επισημαίνεται στις devised παραστάσεις, χαρακτηρίζεται από δραματουργική αδυναμία. Το κείμενο (αποδίδεται στην ομάδα) θα πρέπει μάλλον να χαρακτηρισθεί πρώτου επιπέδου, αφού στην προσπάθειά του να καταρρίψει τα στερεότυπα περί της Ελλάδας, δεν ανυψώθηκε πολύ πάνω από αυτά. Αντίθετα, στο μεγαλύτερό του ποσοστό αρκέστηκε σε μια πεζή κυριολεξία, με επικαιρικά στοιχεία (ο διάλογος περί ΤΑΙΠΕΔ, για παράδειγμα) ή αναπαραγωγή διαφόρων κλισέ. Ακόμη κι αν υποθέσουμε πως, πράγματι, η εικόνα των ξένων για την Ελλάδα δεν έχει αλλάξει ούτε εκατοστό από το πακέτο «θάλασσα-μουσακάς-Ζορμπάς», στόχος της τέχνης (πρέπει να) είναι να τους μετακινήσει χρησιμοποιώντας τα δικά της αισθητικά εργαλεία, όχι μιμούμενη, διακωμωδώντας, τα δικά τους. Φωτεινή εξαίρεση στο κείμενο που ακούστηκε, και χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς μπορείς να μιλήσεις για αυτά που θέλεις μέσα από την τέχνη του λόγου, στάθηκε το απόσπασμα του αφηγήματος του Τσιμάρα Τζανάτου «Δεσποινίς Δυστυχία» (εκδόσεις Σοκόλη, 2015).

«Revolt Athens» των ODC Ensemble - © Μαριλένα Σταφυλίδου

«Revolt Athens» των ODC Ensemble – © Μαριλένα Σταφυλίδου

Πρόκειται, λοιπόν, για μια χαμένη υπόθεση; Όχι. Η παράσταση διαθέτει αξιοσημείωτη σκηνική δύναμη, ρυθμό και σαρωτική ενέργεια. Επιπροσθέτως, έχει το χάρισμα να διαθέτει τους συγκεκριμένους performers. Η Ρόζα Προδρόμου επωμίζεται στις πλάτες της ένα εγχείρημα που έχει δημιουργηθεί ώστε να φαίνεται αυτοσχέδιο και αυθόρμητο -και που συν τοις άλλοις φέρει διαδραστικά, και άρα απρόβλεπτα, στοιχεία μεταξύ σκηνής και πλατείας-, μια performance που είναι μαζί τραγούδι, θέατρο και stand up comedy, και το φέρνει εις πέρας στο ακέραιο· απαραίτητοι για το τελικό αποτέλεσμα ο Τηλέμαχος Μούσας και ο Παντελής Μάκκας, που τη συνοδεύουν  σε αυτή την, εν πολλοίς μουσική, performance (που, πάντως, θα πρέπει να επισημανθεί πως θύμισε τις δουλειές του Άρη Μπινιάρη).

«Απολογίες 4&5» των Vasistas

«Απολογίες 4&5» των Vasistas

Το νέο εγχείρημα των Vasistas, από την άλλη, πάνω στο (δεύτερο) θεατρικό έργο του Ευθύμη Φιλίππου αποτελεί μια μάλλον ευτυχή συγκυρία συνάντησης λόγου και σκηνής. Σε αυτή τη νέα συνεργασία, και αντίθετα με τα «εναρκτήρια» «Αίματα» της περσινής σεζόν, ομάδα και δραματουργός δείχνουν εμφανώς να έχουν κάνει μεγάλα βήματα προς την κατάκτηση ενός κοινού κώδικα επικοινωνίας και έκφρασης. Αφενός ο Φιλίππου οριοθετεί σαφέστερα και επιτυχέστερα το συγγραφικό του στόχο, αφετέρου -και κυρίως- οι Vasistas δείχνουν να αφουγκράζονται καλύτερα το έργο και να το περιβάλλουν με σκηνική γλώσσα που το αναδεικνύει.

Οι «Απολογίες 4&5» (σκηνοθεσία Αργυρώς Χιώτη) προσδιορίζονται από την ομάδα ως μια άτυπη δίκη ή τελετή αυτοπροσδιορισμού. Επιπροσθέτως, ο απροσδιόριστος δραματικός χώρος θα μπορούσε να είναι ένας τόπος δοκιμασίας, εξιλέωσης ή ταχτοποίησης εκκρεμοτήτων του παρελθόντος. Σε αυτόν, ένας άνδρας και μια γυναίκα, ενώπιον ενός κριτή (;) ή δικαστή (;) θα προβούν σε ομολογίες της παρελθοντικής τους ζωής, προκειμένου να κερδίσουν την εύνοιά του. Σίγουρα δεν είναι οι πρώτοι και, το πιθανότερο, δεν θα είναι οι τελευταίοι. Το ψέμα τιμωρείται παραδειγματικά, με επίπονα σωματικά βασανιστήρια, γι’ αυτό και επιβεβαιώνουν, επαναλαμβάνοντας, πως: «θα είμαι ειλικρινής, ειδάλλως δεν είμαι άξιος να είμαι εδώ απόψε». Στη σκηνή κυριαρχεί η παρουσία ενός «χορού» πέντε γυναικών που συνεκφωνούν ένα τραγούδι που μοιάζει με όρκο και ηχεί σαν ψαλμωδία καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης ως background. Η αίσθηση τελετουργίας, όχι κατ’ ανάγκη θρησκευτικής, είναι έντονη, όπως άλλωστε αφήνουν να εννοηθεί οι συμμετρικές, χορογραφημένες κινήσεις του «χορού» και η ενδυμασία του.

«Απολογίες 4&5» των Vasistas

«Απολογίες 4&5» των Vasistas

Το έργο του Φιλίππου είναι αλληγορικό, ανοιχτό σε ερμηνείες, γι’ αυτό και ανοιχτό σε όλους. Θυμίζοντας το ύφος των σεναρίων του, ειδικά του «Αστακού», ο συγγραφέας καταθέτει ένα έργο για την ανθρώπινη ύπαρξη, τη μοναξιά, την ανάγκη να ανήκεις κάπου – και, παράλληλα, ένα σχόλιο για την καταδυνάστευση, την άσκηση ελέγχου, τη στέρηση της ατομικότητας, τον εξαναγκασμό στην ομοιομορφία. Δεν είναι τυχαίο πως οι ήρωες του έργου παλεύουν διακαώς για την επιβράβευσή τους, πράγμα που μεταφράζεται στη συμμετοχή τους στο τραγούδι του «χορού»· παλεύουν για το «ανήκειν» σε μια ομάδα και για μια ελάχιστη στιγμή δημιουργίας, έστω τυποποιημένη και ομοιόμορφη. Η λιτή σκηνοθετική φόρμα που υιοθετήθηκε επί σκηνής, εύρυθμη, δουλεμένη σε επίπεδο υποκριτικής απόδοσης, αρμονική (κίνηση, φωνή) τόσο στη ζητούμενη ομοιομορφία όσο και στις απαραίτητες σχολιαστικές «παραφωνίες», και καλόγουστη (σκηνικό, κοστούμια) εξυπηρέτησε την ανοιχτή φόρμα του έργου και, χωρίς να την περιορίζει, δημιούργησε «σωστή» ατμόσφαιρα και βοήθησε τους συνειρμούς. Εν ολίγοις, ένα σχόλιο πάνω στον ανθρώπινη ύπαρξη από την Ελλάδα προς όλον τον κόσμο.

Διαβάστε επίσης:

“Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2016”

“Οι παράλληλες δράσεις του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου”

“Φεστιβάλ Αθηνών 2016: συλλογικότητα, πολυφωνία, συμπράξεις κι εξωστρέφεια”, από την Αργυρώ Μποζώνη

“Οι ελληνικές συμμετοχές του Φεστιβάλ Αθηνών”, από την Τώνια Καράογλου

“Οι ξένες συμμετοχές του Φεστιβάλ Αθηνών”, από την Τώνια Καράογλου

“Το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2016 ξεκινά!”