Διατρέχοντας δύο – τρία πράγματα για τη ζωή της Αρτεμισίας Τζεντιλέσκι και χωρίς να κοιτάξει κανείς σε ποια περίοδο έζησε δύσκολα μπορεί να φανταστεί ότι πρόκειται για μια αναγεννησιακή καλλιτέχνη, μια γυναίκα που ακολούθησε καριέρα ζωγράφου και διακρίθηκε για αυτή πριν 4 αιώνες. Η ζωή της και το έργο της θα μπορούσαν να αφορούν μια δυναμική φεμινίστρια καλλιτέχνη των ’60s με όλες τις αντιξοότητες που αντιμετώπιζαν οι γυναίκες που δραστηριοποιούνταν στον χώρο της τέχνης τότε, αλλά και με τη δύναμη που είχαν επιφέρει τα πρώτα -έστω και ελάχιστα- κεκτημένα τους. Αυτό που θέλω να πω -και που φαίνεται ξεκάθαρα στην πρώτη μονογραφική της έκθεση στο Ηνωμένο Βασίλειο που είδαμε, όσοι προλάβαμε πριν το δεύτερο lockdown, στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου– είναι ότι η Αρτεμισία ήταν σκληρό καρύδι. Χάνοντας τη μητέρα της στα 12 αναγκάστηκε να μεγαλώσει μόνη της τα δυο της αδέρφια και όμως μαθητεύοντας παράλληλα δίπλα στον πατέρα της, κατάφερε και τον ξεπέρασε σε δεξιοτεχνία πολύ νωρίς ώστε να αναλαμβάνει μόνη της αναθέσεις. Όταν, δε, τη βίασε και στη συνέχεια την κορόιδεψε ότι θα την παντρευτεί για να αποκαταστήσει την τιμή της, ο επιφανής και διεφθαρμένος ζωγράφος Agostino Tassi με τον οποίο συνεργαζόταν, δεν δίστασε να μιλήσει -και να περάσει βασανιστήρια, όπως συνηθιζόταν, προκειμένου να γίνει πιστευτή- στο δικαστήριο, γεγονός που μπορεί να μην τον έβαλε στη φυλακή, οδήγησε όμως στην εξορία του.

Στη συνέχεια, και παρόλα αυτά, η Αρτεμισία αναδεικνύεται σε μία από τις σπουδαιότερες δημιουργούς της εποχής της, αναλαμβάνοντας δουλειές και ταξιδεύοντας σε όλη την Ευρώπη, ευνοούμενη των Μεδίκων, η πρώτη γυναίκα μέλος της Ακαδημίας του Σχεδίου της Φλωρεντίας, μαθαίνει να γράφει και να διαβάζει, ερωτεύεται και διατηρεί δεσμό με τον αριστοκράτη Francesco Maria Maringhi, φτάνει να πληρώνεται περισσότερο από τους συγχρόνους της ζωγράφους, ενώ στους κύκλους μέσα στους οποίους πλέον κινείται και διακρίνεται, συνυπάρχει με μέλη της οικογένειας του Μιχαήλ Άγγελου και τον Γαλιλαίο. Και όλα αυτά παλεύοντας κάθε στιγμή με τα βαθιά τραύματα μιας ζωής που πέρα από την απώλεια της μητέρας και τον βιασμό περιλαμβάνει τους θανάτους των περισσότερων παιδιών της, έναν ψυχρό και επιβεβλημένο από τον πατέρα της γάμο και πολλαπλές οικονομικές δυσκολίες.

Ο βιασμός της συγκεκριμένα μοιάζει να τη στοίχειωσε (κι ας λένε πολλοί ερευνητές της το αντίθετο) αφού τόσο αυτός, όσο και τα συγκείμενά του βλέπουμε να έχουν αναπαραχθεί με πολλούς και διάφορους τρόπους μέσα στους πίνακές της, στους περισσότερους από τους οποίους κάπου μπορείς να βρεις και την ίδια, πρωταγωνίστρια ή κομπάρσο.

Η Αρτεμισία ως Δανάη βιάζεται από τον Δία και τη χρυσή του βροχή, ενώ ως Κλεοπάτρα αυτοκτονεί – διατηρώντας, δε, την ίδια ακριβώς παράσταση στους δύο αυτούς πίνακες φτιάχνει μια έξοχη εσωτερική μεταφορά της ψυχολογίας της βιασμένης γυναίκας. Ως Ιουδήθ όμως κόβει θριαμβευτικά το κεφάλι του βιαστή της.

Η Αρτεμισία ως Σουζάνα στην αρχή της έκθεσης αποστρέφει το βλέμμα από τους πρεσβύτερους που την κρυφοκοιτάζουν να κάνει μπάνιο, στη μέση της έκθεσης κρύβει τη γύμνια της και μόνο στο τέλος, σε μια τελευταία έκδοση του δημοφιλούς αυτού θέματος, γυρίζει επιτέλους χειραφετημένη και δυνατή και σηκώνει απειλητικά το χέρι της προς αυτούς.

Η ερωτευμένη Αρτεμισία-άγγελος Γαβριήλ «δελεάζει» τη Μαρία (σε μια τολμηρή υπόθεση) και ως Μαρία Μαγδαληνή αναλογίζεται τον εραστή της με απροκάλυπτο αισθησιασμό.

Είναι φυσικά άδικο και παραπλανητικό να κρίνει κανείς τη δουλειά μιας τόσο χαρισματικής δημιουργού μόνο από την ιστορία της ζωής της, ένα βαθιά τραυματικό βίωμα της νιότης της ή έναν παράνομο και παθιασμένο έρωτα. Είναι όμως και εξίσου λάθος να μη λαμβάνει κανείς υπόψη τις εξωτερικές -προσωπικές ή κοινωνικο-ιστορικές– συνθήκες κάθε έργου καθότι η τέχνη, στις τόσο υψηλές της εκφράσεις, αποτελεί κάθε στιγμή εκδήλωση αυτών. Η Αρτεμισία εκτός από δεξιοτέχνης ζωγράφος ήταν και άνθρωπος, κοσμοπολίτισσα, καλλιεργημένη και έξυπνη, διακεκριμένο μέλος μιας κοινωνίας που προωθούσε τις τέχνες αλλά και γυναίκα σε μια εποχή βαθιάς θρησκοληψίας και πατριαρχίας. Και όλα αυτά ενυπάρχουν στους πίνακές της όπως και οι ευφυώς αφομοιωμένες ζωγραφικές της επιρροές από τον Caravaggio και τον Veronese.

Με άλλα λόγια οι παραλληλισμοί ζωής και έργου που αναπόφευκτα παράγονται από την ανάγνωση της δουλειάς της στη μεγάλη αυτή αναδρομική έκθεση, βοηθούν δραματικά σε κάθε προσπάθεια εμβάθυνσης στη διάνοια της καταπληκτικής αυτής καλλιτέχνιδος, που έπρεπε να φτάσει ο 21ο αιώνας για να μάθουμε και να θαυμάσουμε ευρέως το έργο της στα μουσεία του κόσμου. 

Info έκθεσης:

Artemisia | 3 Δεκεμβρίου 2020 – 24 Ιανουαρίου 2021 | National Gallery – Sainsbury Wing