H Zυλί εργάζεται στο Παρίσι, αλλά ζει σε ένα χωριό πολλά χιλιόμετρα έξω από το Παρίσι. Για να ανεβοκατέβει κάθε μέρα στη δουλειά της πρέπει να αλλάξει τρένα και μετά μετρό. Για να ανεβοκατέβει κάθε μέρα στη δουλειά της πρέπει να ξυπνά χαράματα ή και για την ακρίβεια πριν ακόμα χαράξει, μέσα στη μαύρη νύχτα. Η Ζυλί ζει στο χωριό με τα δυο μικρά της παιδιά. Τα μεγαλώνει στην πράξη εντελώς μόνη της. Τα ξυπνάει κι αυτά κάθε πρωί αχάραγα και αφού ετοιμάζεται και τα ετοιμάζει, τα αφήνει σε μια ηλικιωμένη γειτόνισσα, η οποία θα τα πάει και θα τα γυρίσει από το σχολείο.

Μπορούμε ίσως να φανταστούμε πώς θα ήταν μια συνηθισμένη μέρα, μια συνηθισμένη εβδομάδα, μια συνηθισμένη περίοδος στη ζωή της Ζυλί, όταν μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο δεν υπήρχε κάποια έξτρα δυσκολία και ανωμαλία. Θα ήταν φουλ μέσα στο τρέξιμο και το άγχος να τα προλάβει όλα, αλλά πάντως με έναν τρόπο θα τα προλάβαινε, όσο εξαντλητικό κι αν ήταν. Αυτές όμως δεν είναι συνηθισμένες μέρες στη ζωή της, καθώς συμπίπτουν έξτρα δυσκολίες μαζεμένες. Ο πατέρας των παιδιών της έχει καθυστερήσει τη διατροφή και δεν απαντά στα τηλέφωνά της αναφορικά με τη διατροφή και αναφορικά με το πότε θα τα πάρει να τα δει, ο γιος της έχει γενέθλια και πρέπει να του ετοιμάσει το πάρτι, στον εργασιακό τομέα προσπαθεί να κρατήσει εκτάκτως διάφορες μπάλες στον αέρα, και κυρίως οι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι του μετρό απεργούν, γεγονός που μετατρέπει την καθημερινή μετάβασή της προς και από το Παρίσι σε χαοτικό Γολγοθά.

Μπορεί ο Εμανουέλ Μακρόν να επανεκλέχθηκε πρόσφατα για δεύτερη προεδρική θητεία, η πρώτη του όμως σημαδεύτηκε από μακροχρόνιες κοινωνικές εντάσεις (κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων») και ο Ερίκ Γκραβέλ αντλεί στο “Full Time” την έμπνευσή του από τη μεγάλη απεργία διαρκείας των σιδηροδρομικών υπαλλήλων κατά της αύξησης των ορίων συνταξιοδότησης. Η μυθοπλασία αφορά τις ιδιαίτερες συνθήκες ζωής της Ζυλί, αλλά τοποθετείται μέσα σε μια υπαρκτή κοινωνική συνθήκη, η οποία επηρέασε άμεσα την καθημερινότητα εκατομμυρίων Γάλλων πολιτών.

Η Ζυλί τα τελευταία χρόνια εργάζεται ως αρχικαμαριέρα σε ξενοδοχείο πολυτελείας. Έχει μάστερ στα οικονομικά, παλιότερα εργαζόταν στον τομέα που σπούδασε, τώρα εντοπίζει το άνοιγμα στον τομέα μιας θέσης που την ενδιαφέρει, μιας θέσης για την οποία όμως πρέπει να περάσει πρώτα από συνεντεύξεις και οι συνεντεύξεις είναι την ώρα που δουλεύει στο ξενοδοχείο, στο ξενοδοχείο στο οποίο αργεί πλέον σχεδόν συστηματικά να πάει, γιατί παρότι κάνει ό,τι μπορεί για να πάει στην ώρα της, η απεργία και οι συνεχείς ματαιώσεις και αναπροσαρμογές των δρομολογίων το καθιστούν σχεδόν αδύνατο. Και δεν αργεί μόνο να φτάσει στη δουλειά, αργεί και να γυρίσει να πάρει τα παιδιά της και η γειτόνισσά της πλέον δυσανασχετεί.

Η Ζυλί πιέζεται από παντού. Η Ζυλί πιέζεται ασφυκτικά. Δεν θα ήταν άραγε πιο εύκολη η ζωή της αν κατοικούσαν στο Παρίσι; Δεν θέλει να μεγαλώνουν τα παιδιά της σε «κλουβιά» στην πόλη. Θεωρεί ότι η ποιότητα ζωής στην εξοχή είναι πολύ καλύτερη για εκείνα. Και η δική της ποιότητα ζωής; Και η δική τους στην τελική ανάλυση, όταν καταλήγουν να την βλέπουν τόσο λίγο; Σε ποιον ρόλο να πρωτοπρολάβει να ανταποκριθεί; Στον ρόλο της μητέρας μονογονεϊκής ουσιαστικά οικογένειας; Στον ρόλο της καμαριέρας του ξενοδοχείου; Να μείνει σε αυτόν ή να ψάξει να βρει επαγγελματικά κάτι που της πάει περισσότερο, με το ρίσκο να χάσει και τη δουλειά που έχει; Αναφορικά δε με άλλους ρόλους, προσωπικής ζωής, φιλικών και ερωτικών σχέσεων, αυτοί μπορούν να περιμένουν. Στην παρούσα δεν υπάρχει χρόνος να τους στριμώξει.

Σε μια σκηνή που η Ζυλί πηγαίνει στη δουλειά με οτοστόπ, ο οδηγός του αυτοκινήτου της λέει ότι κατεβαίνει Παρίσι για τις πορείες και τις διαμαρτυρίες. Η Ζυλί του απαντάει ότι θα ήθελε να πήγαινε κι η ίδια, αλλά τώρα προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με τις απεργίες, δεν έχει χρόνο να συμπαρασταθεί και να ενταχθεί σε αυτές. Σε άλλη σκηνή θα δούμε μαύρους καπνούς στο βάθος του Παρισιού, αλλά είναι μόνο το φόντο για εκείνη που τρέχει, τρέχει, τρέχει. Η Ζυλί απλά προσπαθεί να τα βγάλει πέρα. Ίσως αν μια μέρα όλες οι Ζυλί και όλοι οι Ζυλ που αγκομαχούν για να τα βγάλουν πέρα θεωρούσαν ότι ο μόνος τρόπος για να τα βγάλουν πέρα είναι η συλλογική και θεσμική βελτίωση των συνθηκών με τις οποίες καλούνται να τα βγάλουν πέρα, τότε οι απεργίες διαρκείας να αφορούσαν όλους ή πάντως τους περισσότερους κλάδους. Μέχρι τότε η κάθε Ζυλί θα πρέπει να τα βγάζει πέρα ως άτομο, ως μια γυναίκα, που για να μεγαλώσει μόνη της τα δυο παιδιά της θα πρέπει να ξεπεράσει εμπόδια όπως μια απεργία διαρκείας στα μεταφορικά μέσα που της διαλύει το καθημερινό πρόγραμμα ή ως μια εργαζόμενη, που αν ο τρόπος για να επιβιώσει θα σημάνει τη διακινδύνευση της θέσης μιας συναδέλφου της και μιας υφιστάμενής της, δεν θα διστάσει να το κάνει.

Αλλιώς είχε ονειρευτεί τη ζωή της η Ζυλί, δεν πρέπει μάλλον να έχουμε καμία αμφιβολία για αυτό. Δεν πρέπει όμως να έχουμε καμία αμφιβολία κι ότι δεν έχει σταματήσει να ονειρεύεται. Προσπαθώ να σκεφτώ τι θα ψήφισε η Ζυλί στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών και τι στον δεύτερο. Θα πήγε άραγε να ψηφίσει; Θα ένιωθε ότι την αφορά; Θα πρόλαβε; Θα άντεχε ή θα ήθελε να ξεκουραστεί; Πόσο καθορίζει τελικά τη ζωή μας αυτό που ψηφίζουμε; Πόσο καθορίζει τελικά τη ζωή μας με ποιον κάναμε τα παιδιά μας; Πόσο καθορίζει τελικά τη ζωή μας η τάξη μας, πόσο το φύλο μας, πόσο η ταξική μας συνείδηση, τι σημαίνει ταξική συνείδηση όταν οι απεργίες στα μεταφορικά μέσα ανατινάζουν την καθημερινότητά σου, τι σημαίνει ταξική συνείδηση όταν κινήματα και απεργίες πετυχαίνουν νίκες και βλέπουν θεσμικά αιτήματα που αφορούν όλους να γίνονται δεκτά, για ποιον λόγο τρέχει η πλειοψηφία των ανθρώπων τόσο πολύ κάθε μέρα για να τα βγάλει πέρα, πώς μοιράζεται ο πλούτος, τι σημαίνει να είσαι εργαζόμενη μητέρα μονογονεϊκής οικογένειας, τι σπουδαία ηθοποιός που είναι στον πρωταγωνιστικό ρόλο αυτής της κάθε άλλο παρά αδιάφορης ταινίας η Λορ Καλαμί.