Αυτές τις μέρες του εθνικού χανγκόβερ, αυτές τις μέρες που συνειδητοποιούμε ότι για τους Έλληνες το πάρτι αληθινά τελείωσε, ίσως είναι μια παρηγοριά να πάει να δει κανείς το «Gainsbourg», μια ταινία δηλαδή που δείχνει ότι ότι για τον Σερζ Γκενσμπούρ το πάρτι δεν τελείωσε ποτέ. Κι αυτή είναι η προσέγγιση που προτιμά ο πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης (και πολύ επιτυχημένος κομίστας) Ζοάν Σφαρ. Ο Σφαρ δεν μας προσφέρει μια αγιογραφία, αλλά μια βιογραφία απαλλαγμένη από την ανάγκη για ηθικά διδάγματα. Και ο υπότιτλος της ταινίας του είναι «Μια Ηρωϊκή Ζωή», για να δείξει ότι καλλιτεχνική αδεία μπορεί να θεωρηθεί ηρωική και μια ζωή σαν διαρκές πάρτι, μια ζωή ενός ανθρώπου που π.χ. κάποτε γύρισε όλη την Ελβετία για να βρει τη καλύτερη θυρίδα για να βάλει ένα κομμάτι χρυσού και μετά έχασε τη διεύθυνση της τράπεζας.

Ποιός όμως ήταν ο Σερζ Γκενσμπούρ; Μυθικός στιχουργός, συνθέτης, τραγουδιστής, γυναικάς, προβοκάτορας, καπνιστής και πότης, πολύ λιγότερο μυθικός σκηνοθέτης και ηθοποιός, μπορεί να μετατράπηκε από ένα σημείο κι ύστερα σε τηλεοπτικό μαϊντανό, όπου σκνίπα λέει στη Γουίτνει Χιούστον «Ι want to fuck you» ή καίει ένα χαρτονόμισμα των 500 φράγκων για να διαμαρτυρηθεί για τη υψηλή φορολογία, αλλά όταν το 1991 πέθανε σε ηλικία 63 ετών, η Γαλλία έπαθε αυθεντικό σοκ και ο τότε Πρόεδρος, Φρανσουά Μιτεράν, έφτασε να πει πως ήταν ο Μποντλέρ κι ο Απολινέρ της εποχής του. Στο τέλος μένει αυτό που περισσότερο αξίζει και αυτό ποτέ δεν μπορεί να είναι η τηλεόραση. Ίσως είναι τραγούδια σαν το «Le Poinconneur des Lilas»: ο ελεγκτής εισιτηρίων στο σταθμό του μετρό του Λιλά κάνει τρύπες στα εισιτήρια, τρύπες, μικρές τρύπες, περισσότερες μικρές τρύπες, για πάντα μικρές τρύπες, τρύπες για την δεύτερη θέση, τρύπες για την πρώτη θέση, μικρές τρύπες, μικρές τρύπες, μικρές τρύπες, μικρές τρύπες, μέχρι που μια στιγμή θα πάρει ένα περίστροφο και θα κάνει στο κεφάλι του μια μικρή τρύπα, την τελευταία του μικρή τρύπα και θα τον βάλουν μέσα σε μια μεγάλη τρύπα, όπου δεν θα ξανακούσει ποτέ για μικρές τρύπες.

Σερζ Γκενσμπούρ ο πιο άσχημος, Σερζ Γκενσμπούρ ο πιο γόης. Μπριζίτ Μπαρντό, Τζέιν Μπίρκιν, Ιζαμπέλ Ατζανί, Κατρίν Ντενέβ και πολλές άλλες. Βέβαια, τελικά δεν είναι ανεξήγητο: έγραφε τραγούδια, έγραφε τραγούδια για αυτές, ήταν επιτυχημενος, ήταν απόλυτα γοητευτικός στην ομιλία, είχε φήμη κατακτητή. Αλλά το παράδειγμα είναι πολύ χτυπητό για να το ξεπεράσουμε έτσι. Αν υπάρχει μια ουδέτερη, άφυλη έννοια ομορφιάς, η γυναίκα είναι πολύ κοντύτερά της. Η γυναίκα έχει διαρκώς την ομορφιά σαν κανόνα από τον οποίο δεν πρέπει να ξεφύγει. Η ομορφιά της μάχεται με το πέρασμα του χρόνου, μάχεται διαρκώς με τη διατήρηση της σιλουέτας, πρέπει διαρκώς να κολακεύεται και να καλλωπίζεται με μακιγιάζ. Ο άντρας πάλι είναι πολύ πιο απελευθερωμένος από τα δεσμά της. Ο άντρας, ακόμη κι αν έχει τα αυτιά, τη μύτη και το σουλούπι του Σερζ Γκενσμπούρ, μπορεί να ελπίζει ότι δεν είναι αδύνατο να σαγηνεύει γυναίκες που λαχτάρισε όλη η Γαλλία κι όλος ο πλανήτης.

«Σε αγαπώ. Ούτε εγώ». «Je T’aime… Moi Non Plus». Το με διαφορά πιο γνωστό τραγούδι του Γκενσμπούρ. Το πρώτο μη αγγλόφωνο τραγούδι που έφτασε στο νο 1 της Μεγάλης Βρετανίας. Ο Γκενσμπούρ το έγραψε για την Μπριζίτ Μπαρντό με την οποία είχε σχέση. Το ηχογράφησε με την Μπαρντό στο τέλος του 1967. Μόνο που η Μπαρντό ήταν παντρεμένη με άλλον και ο άντρας της απαίτησε να μην κυκλοφορήσει. Μπαρντό και Γκενσμπούρ χωρίζουν. Μερικούς μήνες μετά ο Γκενσμπούρ γνωρίζει την Τζέιν Μπίρκιν. Μερικούς μήνες μετά το ηχογραφεί μαζί της. Η εκτέλεση με τη Μπαρντό

κυκλοφόρησε τελικά μόλις το 1986. Ένα εντελώς ερωτικό και σεξουαλικό τραγούδι εμπνευσμένο από μια συγκεκριμένη γυναίκα, γραμμένο για εκείνη και τραγουδισμένο μαζί της. Κι όμως μια άλλη γυναίκα το δέχεται να το πει εκείνη μαζί του, να βαριαναστενάξει εκείνη μαζί του. Αν είχαμε να κάνουμε με μια σκέτη κίνηση καριέρας, δεν θα υπήρχε καμία απορία. Μιλάμε όμως για μια γυναίκα που έγινε τελικά η γυναίκα της ζωής του, η πιο μακροχρόνια σχέση του. Δηλαδή μια γυναίκα που είχε εντονότατο αισθηματικό ενδιαφέρον για εκείνον. Τι σκεφτόταν άραγε η Μπίρκιν όταν δέχτηκε να πει το τραγούδι; Ήθελε να απορροφήσει την Μπαρντό μέσα από το ίδιο της το τραγούδι; Προσπάθησε να της πάρει ό,τι ήταν το πιο δικό της; Δεν ήθελε να το πει αλλά δέχτηκε για να δείξει πόσο ασφαλής και σίγουρη ένιωθε; Ποιός ξέρει; Σε αυτά τα θέματα ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις, ποτέ δεν μπορείς να μπεις στο μυαλό του άλλου, ενώ συνήθως και ο ίδιος ο άλλος δεν μπορεί να μπει εντελώς μέσα στο δικό του το μυαλό. Δεν μπορείς όμως παρά να σκεφτείς ότι έχουμε να κάνουμε με μια γυναικεία συμπεριφορά. Όχι τυπικά γυναικεία, πολλές γυναίκες στη θέση της μπορεί να μη το δέχονταν, αλλά γυναικεία με την έννοια ότι δύσκολα μπορείς να φανταστείς άντρα που θα δεχόταν να κάνει στην αντίστροφη περίπτωση κάτι παρόμοιο. Θα το θεωρούσε υποτιμητικό, προσβλητικό, ευνουχιστικό κι όλα τα συναφή. Οι γυναίκες ήταν, είναι και θα είναι πιο πολυσύνθετα όντα από τους άντρες.