Μιλήστε μας για το καινούργιο σας βιβλίο, το “Με λένε Ευρώπη”. Αποτελεί μέρος μιας τριλογίας, όπως αναφέρετε.

Το καινούργιο βιβλίο είναι κάτι σαν συνέχεια του πρώτου. Λέω «κάτι σαν συνέχεια», γιατί χρησιμοποιώ μερικά βασικά στοιχεία του πρώτου βιβλίου, ακόμα και αποσπάσματα από το «Μικρό Ημερολόγιο Συνόρων» για να κάνω τη σύνδεση. Την ίδια στιγμή, είναι κάτι εντελώς αυτόνομο και καινούργιο. Στην ουσία, ο ήρωας του πρώτου βιβλίου – χωρίς όνομα όπως και στο πρώτο βιβλίο – επιστρέφει στην Αλβανία το 2041. Σε μια χώρα πολύ διαφορετική από αυτήν που άφησε τότε. Σχετικά πλούσια πλέον, μέλος των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, γεμάτη αυθαίρετα, πολυτελή αυτοκίνητα, καυσαέριο και νεόπλουτους. Μια χώρα που τώρα μετανάστες από την Ασία και την Αφρική βλέπουν ως «Γη της Επαγγελίας». Κλεισμένος σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, για τρεις μέρες, ο ήρωας αναπολεί τα νιάτα του, το ξεκίνημά του στην Ελλάδα, τον έρωτά του με την Ευρώπη, μια κοπέλα που γνώρισε στο Πανεπιστήμιο, την πρώτη επαφή του με την ελληνική πραγματικότητα. Στοχάζεται για το τι σημαίνει να υπάρχεις, να σκέφτεσαι, να ερωτεύεσαι, να γράφεις, σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική σου. Παράλληλα, αυτή η μυθοπλαστική αφήγηση, διακόπτεται από πραγματικές ιστορίες μεταναστών, άλλων που μετανάστευσαν στην Ελλάδα και Ελλήνων που μετανάστευσαν για άλλες χώρες. Η δομή του βιβλίου είναι τέτοια ώστε να προκαλεί ένα συνεχές εκτόπισμα στον αναγνώστη, το αίσθημα ότι ταξιδεύει και περιπλανιέται διαρκώς. Γράφοντας για μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική του ο ήρωας καταλήγει να μιλά για την Αθήνα, την Ευρώπη και τον έρωτα. Γράφοντας για άγνωστες ελληνικές λέξεις καταλήγει να μιλά για τον Κώστα Ταχτσή, τα αλβανικά και τα σεξ σινεμά στην Ομόνοια. Γράφοντας για τη γλώσσα των ονείρων καταλήγει να μιλά για τα Βαλκάνια και την Αγια-Σοφιά. Γράφοντας για έθνη και ιδεολογίες καταλήγει να μιλά για αυτό το ιλαροτραγικό ον που λέγεται Άνθρωπος.

Ναι, το δεύτερο βιβλίο είναι μέρος μιας τριλογίας: Ταξίδι- Παραμονή-Επιστροφή, η οποία για τον ήρωα είναι ανέφικτη, γιατί όπως αποκαλύπτει, εκείνος πάντα επιθυμούσε να ζήσει «αλλού»…

Το βιβλίο βασίζεται σε προσωπικές εμπειρίες; Από πού αντλείτε συνήθως τα θέματά σας; Τι σας κινητοποιεί να γράψετε μια ιστορία;

Νομίζω ότι όταν γράφουμε δεν κάνουμε τίποτα άλλο παρά να σκηνοθετούμε τον εαυτό μας και νοηματοδοτούμε τα βιώματά μας. Έστω και τις φαντασιώσεις μας. Το βιβλίο δε βασίζεται σε προσωπικές εμπειρίες, αξιοποιεί όμως πολλές από αυτές, τις θέτει στη διάθεση του ήρωα του βιβλίου, ώστε εκείνος να κάνει πιο πειστική την αφήγησή του. Να έχει μια πυξίδα στο άγνωστο ταξίδι του. Από την άλλη πλευρά υπάρχουν πολλές «περιοχές» του βιβλίου που αποτελούν ακόμα και ένα είδος διαλόγου του ήρωα μαζί μου. Περιοχές όπου ο ήρωας γίνεται ο καθρέφτης μου, το alter ego μου. Ειδικά στο θέμα της γλώσσας, όταν προσπαθεί να καταλάβει τι σημαίνει να γράφεις, να δημιουργείς, να υπάρχεις, να ερωτεύεσαι, να αποκτάς τη δημόσια αναγνώριση, σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική σου. Σε μια γλώσσα που μέχρι τα 24 δεν ήξερα ούτε μια λέξη, δηλαδή στα ελληνικά. Τι είμαι εγώ για αυτή τη γλώσσα, ντόπιος, ξένος, παράξενος; Τι είναι αυτή η γλώσσα για μένα; Σε ποια γλώσσα ονειρεύεται ο ήρωας, στη μητρική του, στα αλβανικά ή στη γλώσσα που κατέκτησε, τα ελληνικά; Αυτά είναι βαθύτατα προσωπικά βιώματα. Απλά εμένα δε μ’ενδιαφέρει να παραμείνω στο προσωπικό. Γι’αυτό και για να γράψω για αυτό το θέμα διάβασα εκατό βιβλία για να γράψω τελικά δέκα σελίδες.

Νομίζω ότι αυτό που σε κινεί να γράφεις μια ιστορία δεν είναι τόσο τα προσωπικά βιώματα. Μπορεί να έχεις μια ζωή απίστευτα πλούσια και συγκλονιστική σε βιώματα, αλλά να μην μπορείς να τα αφηγηθείς. Το θέμα δεν είναι τόσο τι γράφεις αλλά πως γράφεις. Αυτό που με κινητοποιεί, λοιπόν, να γράφω μια ιστορία είναι το πάθος για την αφήγηση και η ματαιοδοξία μου. Όπως λέει ο ήρωας η γραφή είναι αγάπη και θεραπεία μαζί. Χαρά και ανάγκη. Αφηγούμαι σημαίνει αντιστέκομαι. Προπαντός στη δική σου μιζέρια και μικρότητα. Για να γράφεις, πρέπει να διψάς για το παιχνίδι, εκείνο των λέξεων και της πλοκής. Να επιθυμείς να το διασκεδάσεις, αλλά και να υποφέρεις ταυτόχρονα. Δε γίνεται να γράφεις χωρίς μια δόση μαζοχισμού. Γράφεις γιατί έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και ταυτόχρονα γιατί είσαι ανασφαλής. Το λευκό χαρτί είναι ο εξομολογητής και ο εχθρός σου μαζί. Μερικές φορές σου δίνεται με την ευκολία μιας πανέμορφης νυμφομανούς, άλλες φορές σε τσακίζει. Γράφεις γιατί νιώθεις ότι έχεις κάτι να πεις. Γιατί θέλεις να μοιραστείς τον φόβο και την ευτυχία σου. Γράφεις γιατί πάντα σου λείπει κάτι, αλλά δεν ξέρεις τι. Γράφεις γιατί, γράφοντας, κρύβεσαι λίγο, όπως όταν ήσουν παιδί και κρυβόσουν από την πραγματικότητα κάτω από το πάπλωμα, στο σκοτάδι, τον χειμώνα. Γράφεις γιατί έχεις την ψευδαίσθηση ότι μπορείς να μεταφράζεις την ανοησία σε ιστορία. Γράφεις γιατί θέλεις να εξορκίζεις τον φόβο, γιατί θέλεις να γοητεύεις. Θέλεις να σ΄ αγαπούν και να σε θαυμάζουν. Γράφεις για να κρύψεις την εσωτερική σου σύγχυση. Γράφεις για να σβήσεις. Ποτέ δεν κατάλαβα όσους γράφουν με την ίδια ευκολία που τρώνε. Γράφεις όχι για να αλλάξεις τον κόσμο, αλλά για να τον συνοδέψεις. Γράφεις για να κάνεις τον άλλον να βγει έξω από το πετσί του. Για όσο διαρκεί η ανάγνωση ενός βιβλίου, να δει τον κόσμο με τα μάτια του άλλου. Και γράφοντας ανακαλύπτεις πόσο αδυσώπητος και ανελέητος είναι ο χρόνος…

Στο βιβλίο σας υπάρχουν και αυθεντικές μαρτυρίες προσώπων. Γιατί κάνατε αυτήν επιλογή; Επίσης τις αφηγήσεις αυτές τις έχετε επεξεργαστεί ή είναι αυτούσιες;

Είναι κάποιες από τις αληθινές ιστορίες μεταναστών τις οποίες μαζεύω εδώ και πέντε χρόνια. Χρωστάω πολλά στους αληθινούς ήρωες του βιβλίου μου. Χρωστάω όχι μόνο ένα κομμάτι του βιβλίου μου, αλλά και ένα κομμάτι της αυτογνωσίας μου. Τους περισσότερους από αυτούς τους ανθρώπους τους συνάντησα τυχαία, περιπλανώμενος στους δρόμους της Αθήνας. Στην αρχή άρχισα να δημοσιεύω τις ιστορίες στην «Athens Voice», μετά στα «ΝΕΑ». Η κάθε ιστορία είναι ένα ξεχωριστό μυθιστόρημα. Γιατί έκανα αυτή την επιλογή; Γιατί αισθητικά ταιριάζουν τόσο πολύ στη δομή του βιβλίου, σε αυτό που θέλω να πω, σε αυτό που θέλω να αφηγηθώ. Μ’αρέσει να κινούμαι μεταξύ του πραγματικού και του φανταστικού, μεταξύ της μυθοπλασίας και της πραγματικότητας. Γιατί συχνά το πραγματικό είναι τόσο φανταστικό και το φανταστικό πέρα για πέρα πραγματικό. Οι ιστορίες αυτές δίνουν τον ρυθμό που έψαχνα για την αφήγησή μου, κάνουν το βιβλίο να μοιάζει με ταξίδι, με ένα είδος road movie. Επίσης με αυτές τις πολλές φωνές ήθελα να δημιουργήσω ένα πλουραλιστικό μυθιστόρημα, μια αφήγηση που να μοιάζει σε ένα πολυφωνικό τραγούδι…

Ουσιαστικά, αυτές οι ιστορίες είναι ο κόσμος μας, η κοινωνία μας σήμερα, η πόλη που ζούμε. Τι είναι τέχνη σε τελευταία ανάλυση; Για μένα, τουλάχιστον, τέχνη σημαίνει να φέρεις στο κέντρο αυτό που έχουν απωθήσει στο περιθώριο ή να πεις με τρόπο ριζικά διαφορετικό μια τετριμμένη αλήθεια…

Αν και τα ελληνικά δεν είναι η μητρική σας γλώσσα επιλέγετε να γράφετε σε αυτή. Γιατί; Σας δυσκολεύει τελικά αυτό ή σας απελευθερώνει;

Ένας από τους λόγους που έγραψα το βιβλίο είναι ακριβώς η προσπάθεια να δώσω κάποιες απαντήσεις στις ερωτήσεις αυτές. Νομίζω ότι το να γράφεις σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική σου αποτελεί παγίδα και προνόμιο μαζί. Παγίδα γιατί κάθε φορά που δεν σου αρέσει αυτό που γράφεις έχεις τον πειρασμό να φορτώνεις την αποτυχία σου στην «ξένη» γλώσσα. Εκείνη γίνεται, κατά κάποιον τρόπο, ο αποδιοπομπαίος τράγος σου. Από την άλλη, αποτελεί προνόμιο γιατί η σχέση μαζί της παραμένει μια σχέση μόνιμης περιέργειας. Δεν την παίρνεις ποτέ ως δεδομένη. Γιατί δε σου δόθηκε. Την κατέκτησες. Ψάχνεσαι και την ψάχνεις συνέχεια. Ποτέ δε θα γίνει δική σου με τον ίδιο τρόπο που είναι η μητρική γλώσσα. Αλλά εκείνες οι μικρές ανασφάλειες που σου δημιουργεί όταν γράφεις, κάποιες φορές είναι ευεργετικές γιατί σου ανεβάζουν την αδρεναλίνη. Η σχέση με τη μητρική γλώσσα, νομίζω, εμπεριέχει πάντα το στοιχείο της ρουτίνας και της βαρύτητας. Η σχέση με την «ξένη» γλώσσα δε γίνεται ποτέ ρουτίνα. Σου χαρίζει μια αίσθηση ελαφρότητας και ελευθερίας, μια επιθυμία παιχνιδιού και κατάκτησης. Η σχέση με τη μητρική σου γλώσσα μοιάζει με τη μητρική στοργή. Εκείνη με μια ξένη γλώσσα που κατέκτησες μοιάζει με την ερωτική. Τουλάχιστον αυτά μπορώ να πω για τη σχέση μου με τα ελληνικά…

Το θέμα της μετανάστευσης κυριαρχεί στα κείμενά σας. Παρόλα αυτά τα βιβλία σας αποπνέουν πάντα μια αισιοδοξία…

Το θέμα της μετανάστευσης με απασχολεί βιωματικά και λογοτεχνικά. Παρόλα αυτά, σε παρουσιάσεις βιβλίων, προσπαθώ να εξηγήσω στο κοινό ότι δε γράφω για τη μετανάστευση επειδή είμαι ο ίδιος μετανάστης. Γράφω πρώτα από όλα γιατί είναι ένα θέμα τεράστιο – από τα πιο σημαντικά της εποχής μας και στη χώρα μας – με το οποίο νιώθω ότι έχω ακόμα ανοιχτούς λογαριασμούς. Προπαντός γράφω γιατί μου δίνει άνεση στην αφήγηση. Η μετανάστευση είναι για μένα σαν τηλεσκόπιο, μια κλειδαρότρυπα από την οποία, ως λογοτέχνης, βλέπω το ανθρώπινο σύμπαν. Σπάνια το θέμα αναδεικνύει ένα βιβλίο. Και αν το κάνει θα είναι συγκυριακό. Είναι το βιβλίο το ίδιο που αναδεικνύει το θέμα. Με λίγα λόγια ένα βιβλίο είτε είναι καλό είτε είναι μπούρδα. Κάποτε ένας αναγνώστης μου είπε ότι διαβάζοντας το βιβλίο μου ξέχασε εντελώς ότι μιλούσε για μετανάστες. Είναι το καλύτερο κομπλιμέντο που έχω ακούσει. Γιατί και εγώ γράφοντας, συχνά, ξεχνάω ότι γράφω για μετανάστες.

Μου άρεσε όμως το «παρόλα» που είπατε στην ερώτησή σας. Ναι, συνήθως φανταζόμαστε τους μετανάστες σαν κακομοίρικα και καταθλιπτικά όντα. Συχνά κάνουμε προβολή της κατάθλιψής μας πάνω τους. Ο μετανάστης για μένα δεν είναι ένα ον που βρίσκεται σε κάποια άλλη υπαρξιακή τροχιά. Είναι άνθρωποι όπως όλοι μας, έξυπνος, βλάκας, ερωτευμένος, ξενέρωτος, γενναιόδωρος, μίζερος, λυπημένος, χαρούμενος. Από την άλλη όμως, τι άλλο παρά τρελά αισιόδοξος μπορεί να είναι κάποιος που αφήνει τον αυλόγυρο της μάνας του, ρίχνει μια μούντζα στη μοίρα του και της λέει: «Εγώ θα πάω ταξίδι, θα πάω να σε αλλάξω»; Ακόμα και στην πιο ακραία δυστυχία του ο μετανάστης έχει κάτι από τη ματαιοδοξία, τη τρέλα και την αισιοδοξία ενός πεισματάρη δημιουργού. Αυτό βέβαια δεν μπορεί να το πιάσει ο μίζερος υπάλληλος που κάνει το παν να συντρίψει το μετανάστη με έναν φάκελο με φωτοτυπίες και σφραγίδες…

Άλλωστε, στα βιβλία σας είναι έντονη η αίσθηση του χιούμορ…

Κάποτε ένας αναγνώστης από την Σουηδία, που είχε διαβάσει το «Μικρό Ημερολόγιο Συνόρων» στα αγγλικά, μου επεσήμαινε ότι το χιούμορ που υπάρχει στο βιβλίο μου του θυμίζει πιο πολύ «σκανδιναβικό χιούμορ». Μου άρεσε αυτό. Με την έννοια ότι το χιούμορ στην αφήγησή μου δεν έχει καμία σχέση με τα χωρατά. Δεν ασχολείται με την αστεία πλευρά των πραγμάτων, δηλαδή. Σίγουρα είναι ένα τέχνασμα ώστε να φθάσω πιο εύκολα στον αναγνώστη. Το χιούμορ για μένα είναι σαν ένα καράβι το φορτίο του οποίου είναι τραγικό. Είναι ασπίδα και αυτογνωσία μαζί. Αυτό το είδος χιούμορ μου αρέσει, ο υπόγειος, αυτός που κάνει τον αναγνώστη προπαντός να γελά εσωτερικά. Σίγουρα θα μπορούσα να μιλάω πολύ για αυτό το θέμα. Το χιούμορ δείχνει τον τρόπο που εγώ ως άνθρωπος και ως συγγραφέας βλέπω και αντιλαμβάνονται τον κόσμο γύρω μου, τις ανθρώπινες σχέσεις. Ίσως καλλιέργησα την αίσθηση του χιούμορ, επειδή έζησα 24 χρόνια της ζωής μου υπό ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, στην Αλβανία. Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα είναι οι μεγαλύτεροι εχθροί του γέλιου. Είναι αγέλαστα καθεστώτα, πέρα για πέρα κιτς. Μετά, νομίζω, με βοήθησε σε αυτό και το γεγονός ότι ζω και ασχολούμαι με τα Βαλκάνια. Εάν η Λατινική Αμερική είναι, λογοτεχνικά μιλώντας, η περιοχή του «μαγικού ρεαλισμού», τα Βαλκάνια είναι η περιοχή του «μαγικού παραλογισμού»…

Υπάρχει η σκέψη ή η επιθυμία να γράψετε ένα βιβλίο τελείως διαφορετικό;

Όχι μία σκέψη, πολλές. Θέλω όμως να έρθει αβίαστα, ως εσωτερική μου ανάγκη. Υπάρχουν γνωστοί μου που μου λένε: «Μη γράφεις πια για τους μετανάστες, γιατί θα σου βάλουν ταμπέλα». Εννοούν ότι δε θα με θεωρήσουν ποτέ mainstream συγγραφέα. Απαντώ ότι γράφω για αυτά που με ενδιαφέρουν. Δεν μπορώ να γράψω για κάτι που δε μ’ενδιαφέρει ή που δεν το ξέρω. Το ζητούμενο, προπαντός, είναι να γράφεις καλά. Άμα δεν ξέρεις να γράφεις, με όποιο θέμα και αν πιαστείς, μικρό ή μεγάλο, θα το σκοτώσεις. Αφηγηματικά μιλώντας βρίσκομαι και εγώ σε ένα διαρκές ταξίδι, σαν τον ήρωα μου, και ψάχνομαι. Και τα ταξίδια συνήθως είναι γεμάτα εκπλήξεις, αρκεί να κρατάς ανοιχτά τα μάτια και το μυαλό σου…

Γιατί τελικά οι άνθρωποι φοβούνται το διαφορετικό;

Ανοίγετε ένα τεράστιο θέμα τώρα. Θα απαντήσω όσο πιο σύντομα νομίζω. Νομίζω ότι το διαφορετικό είναι πρόκληση και πρόσκληση μαζί. Το φοβόμαστε το διαφορετικό, αλλά την ίδια στιγμή μας προκαλεί την περιέργεια. Και να μην ξεχάσουμε ότι το διαφορετικό, ως εμπειρία, ξεκινά από μας τους ίδιους. Συχνά αισθανόμαστε ξένοι προς τον εαυτό μας. Κοινωνικά και πολιτισμικά μιλώντας, θεωρώ ότι η συνύπαρξη με το διαφορετικό είναι κατάκτηση, δεν αποτελεί δηλαδή μια φυσική κατάσταση. Από εκεί και πέρα το διαφορετικό είναι μια ευκαιρία που μπορείς να αξιοποιήσεις ή να χαραμίσεις. Θέλει τριβή και χρόνο να συνηθίσεις το διαφορετικό, γιατί κατά βάθος, ο άνθρωπος είναι φοβερά συντηρητικό ον. Από εκεί και πέρα εγώ νομίζω ότι ο Άλλος είναι ένας καθρέφτης όπου φαίνονται σε υπερμεγένθυνση οι αρετές και οι εφιάλτες του εαυτού μας. «Πες μου πώς συμπεριφέρεσαι στον εαυτό σου να σου πω και πώς συμπεριφέρεσαι στο διαφορετικό». Όσο και να μιλάμε για το διαφορετικό και τον Άλλο, νομίζω ότι από μας ξεκινάνε όλα και εκεί καταλήγουν.

Υπάρχει τελικά ιδανικός προορισμός για έναν μετανάστη;

Υπάρχουν πολλοί, όχι ένας. Όπως για κάθε θνητό και περαστικό ανθρώπινο πλάσμα πάνω σε αυτή τη γη…

Η υπάρχουσα κρίση στη χώρα θεωρείτε ότι θα προκαλέσει επιπλέον προβλήματα στους μετανάστες;

Είτε θα βγούμε ως κοινωνία πραγματικής συνύπαρξης αυτή την φορά είτε ως κοινωνία όπου το μεγάλο ψάρι θα τρώει το μικρό. Αν συμβεί το δεύτερο, που το απεύχομαι ολόψυχα, τότε, είναι γνωστό ότι οι μετανάστες είναι φοβερά αναλώσιμοι. Και ούτω καθεξής για το κάθε «μικρό ψάρι» που θα καταβροχθίζεται από το «μεγάλο»…

Γιατί λέτε ότι η κρίση σας άνοιξε την όρεξη να γράψετε πιο πολύ; Είναι ίσως μια ευκαιρία η κρίση για την τέχνη και τον πολιτισμό;

Γιατί δε θέλω η κατάθλιψη που συναντώ όλο και πιο συχνά στους δρόμους, αυτό το αίσθημα παρακμής και παραίτησης να εγκαθίσταται μέσα μου. Είναι κάτι σαν ασπίδα, σαν αντίδραση. Πρέπει να γίνουμε αντιδραστικοί στην κατάθλιψη, στην απάθεια, στην ανομία, στην ασχήμια. Με τη γραφή προσπαθώ να ξορκίζω τη μιζέρια. Νομίζω ότι το πρόβλημα μας, ως κοινωνία, δεν είναι ούτε τα λεφτά, ούτε τα ομόλογα, ούτε τα spreads. Το κύριό πρόβλημά μας είναι η μιζέρια. Πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά γύρω από αυτό το ζήτημα. Όπως πρέπει να σκεφτούμε τι είναι αυτό που μας εμποδίζει να περάσουμε ως κοινωνία από τη «νοοτροπία του σογιού» στην αντίληψη της συλλογικότητας, το πέρασμα από το σόι στη συλλογικότητα. Από την άλλη πλευρά η τέχνη τι είναι παρά μια συνεχής κρίση; Για μένα κρίση σημαίνει ότι μια κοινωνία δεν μπορεί να αποφύγει πια να αντικρίσει το πρόσωπό της στον καθρέφτη. Και εκεί η τέχνη έχει πολλά να πει, νομίζω…

Σας ευχαριστώ πολύ.

Κι εγώ.

tags /