Δεν ξέρω πώς λειτουργεί σε σένα η διάρκεια των ταινιών, αλλά από παιδί για μένα ήταν ένα -πώς να το πω;- όχι κριτήριο, κάτι που βρισκόταν έξω μεν από το κριτήριο, αλλά από τη στιγμή που αποφάσιζα τι θα δω ήταν ένας παράγοντας που με έφτιαχνε (αν η ταινία κρατούσε ας πούμε πάνω από 2 ώρες) ή με χαλούσε (αν κρατούσε μόνο 1 1/2). Τα έργα που διαρκούσαν πολύ αποτελούσαν στα μάτια μου κάτι σαν μεγαλύτερο δώρο, μεγαλύτερο κομμάτι κέικ που μου αναλογούσε, κάτι σαν λίγο περισσότερος κερδισμένος χρόνος που είχε κλαπεί υπέρ μου. Στην περίπτωση βέβαια των 3 1/2 ωρών διαρκείας του “George Harrison: Living in the material world” μιλάμε για οριακή κατάσταση που ξεφεύγει από τα συνήθη (και πράγματι το ντοκιμαντέρ γυρίστηκε για το ΗΒΟ, όπου και προβλήθηκε σε δύο μέρη), ωστόσο αν σκέφτεσαι να το δεις και σε προβληματίζει αυτό, να μην σε προβληματίζει. Το ντοκιμαντέρ «ποταμός» του Σκορσέζε για τον Χάρισον ρέει και σαν ποταμός. Περιλαμβάνει συνεντεύξεις απ’ όλους όσους φαντάζεσαι, τον Μακάρτνεϊ, τον Ριγκο Σταρ, τη Γιόκο Όνο κι άλλους πολλούς, μεταξύ των οποίων τη δεύτερη γυναίκα του (Σε μια χαρακτηριστική της ατάκα λέει πως όταν τη ρωτάνε ποιό είναι το μυστικό ενός μακροχρόνιου γάμου, εκείνη απαντά «Είναι πολύ απλό. Δεν ζητάς διαζύγιο». Το λέει γελώντας και δεν είναι ταυτολογία, δεν είναι μια παραδοχή ήττας, είναι μια ημιμελαγχολική εξήγηση αντοχής που περιλαμβάνει και λίγη ήττα, την ήττα του απόλυτου ίσως, την ήττα του ιδεατού για χάρη του αληθινού), τον κολλητό του φίλο Έρικ Κλάπτον (που του έκλεψε την πρώτη γυναίκα ή, όπως λέει ο ίδιος στο ντοκιμαντέρ, ζήτησε την άδεια του να του την πάρει και ο Χάρισον περίπου του την έδωσε), την πρώτη γυναίκα του (για πάρτη της οποίας ο Κλάπτον έγραψε μεταξύ άλλων το Laylaκαι το “Wonderful Tonight“, ενώ ο Χάρισον -σύμφωνα με την ίδια, αν και ο Χάρισον το αρνούνταν- το “Something“), τον Έρικ Άιντλ και τον Τέρι Γκίλιαμ (κάθε φορά που θα βλέπεις το «Ένας Προφήτης μα τι Προφήτης» να θυμάσαι ότι γυρίστηκε χάρη στον Χάρισον). Οι συνεντεύξεις αναμιγνύονται με το χορταστικότατο αρχειακό υλικό. Το κύριο τμήμα της δουλειάς του Σκορσέζε πρέπει να ήταν το να δει ό,τι υπάρχει κι ύστερα να αποφασίσει τι από όλο αυτόν τον τεράστιο πλούτο θα χωρέσει, τι αξίζει να μπει, ώστε να αποτελέσει τμήμα της ιστορίας του. Και ποιά είναι η ιστορία; Δεν είναι τόσο σφιχτή και τόσο ξεκάθαρη όσο θα ήταν η ιστορία ενός ήρωα σε μια ταινία μυθοπλασίας, μάλλον έχουμε να κάνουμε περισσότερο με μια συνολική αποτύπωση της ζωής και του έργου του Χάρισον, ωστόσο ο βασικός της άξονας είναι αυτός: το παιδί που ήταν στους Μπιτλς και αρχικά δεν έγραφε καθόλου μουσική, ήταν ο Μπιτλ που άλλαξε περισσότερο από όλους, έγινε αληθινά δημιουργικός, ψάχτηκε και βρήκε στην ανατολίτικη φιλοσοφία κάτι που ζητούσε η καρδιά του. Πολλοί λένε ότι είχε δύο όψεις, την γλυκιά και την άγρια, ωστόσο όσες φορές μιλά στο αρχειακό υλικό του ντοκιμαντέρ δίνει την αίσθηση ενός ανθρώπου αληθινά συγκροτημένου και συμφιλιωμένου με την ύπαρξη. —

Πιθανότατα αποτελεί τη μεγαλύτερη ήττα της σκέψης να γυρνάνε όλες οι συζητήσεις -ακόμη κι οι πλέον άσχετες όπως αυτή εδώ- γύρω από το θέμα της τρέχουσας οικονομικής κατάστασης, αλλά δεν θα αντισταθώ στον πειρασμό. Λίγη ήττα παραπάνω τι κακό να μας κάνει; Στην αρχή του ντοκιμαντέρ ο Μακάρτνεϊ λέει ότι με τον Χάρισον πήγαιναν σε ένα ντικενσιανό σχολείο και ότι ήθελαν να φύγουν από εκεί. Ότι το ροκ ήταν το όχημά τους για να αποδράσουν από αυτόν τον κόσμο. Τέλη δεκαετίας του 50 λοιπόν δυο παιδιά της εργατικής τάξης του Λίβερπουλ ήταν κάπου από όπου ήθελαν να φύγουν. Αντίθετα μέχρι την κρίση οι Έλληνες ήταν κάπου από όπου δεν ήθελαν να φύγουν. Καραγούσταραν -έστω και με την έννοια του εθισμού- τον τρόπο ζωής τους, τον τρόπο ζωής που δεν ήξερες πού σταματούσε η θεμιτότατη αξίωσή σου για αξιοπρεπή ζωή και πού ξεκινούσε ο καθαρός καταναλωτισμός, ο καθαρός υλισμός, η καθαρή φούσκα. Ο Τέρι Γκίλιαμ λέει ότι τόσο στον πνευματικό όσο και στον υλικό κόσμο ο Χάρισον αναζητούσε την ομορφιά. Εδώ το πρότυπο ζωής των τελευταίων 25 χρόνων σε κανένα από τους δύο κόσμους δεν αναζήτησε την ομορφιά. Το λάιφ στάιλ κι ο καταναλωτισμός δεν αποσκοπούσαν στο να δεις αλλά στο να φαίνεσαι, δεν αποσκοπούσαν στην ομορφιά αλλά στην υπογραφή της φίρμας που θα την υποκαθιστούσε. Ο Χάρισον με τους κρίσνα του και τους γκουρού του, τους διαλογισμούς του και τα μάντρα του, προσπάθησε να αποκτήσει μια εσωτερική γαλήνη και σιγουριά, προσπάθησε να ξεχωρίσει τον πνευματικό κόσμο από τα υλικά αγαθά. Για να μην εξιδανικεύουμε τίποτα, σίγουρα όταν είσαι περιστοιχισμένος από όλα τα καλά του υλικού κόσμου έχεις την πολυτέλεια να ασχοληθείς και με τον πνευματικό, σαν αυτός να αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μιαν ακόμα υλική πολυτέλεια, ένα ακόμη υλικό αγαθό που θα σε βοηθήσει να καταπολεμήσεις την ανία από την έλλειψη άγχους για την απόκτηση των υλικών αγαθών (αν και ο Χάρισον φαίνεται πως το έψαξε αυθεντικά το πράγμα, πως επηρεάστηκε αληθινά και βαθιά). Χρεοκοπώντας τώρα διαπιστώνουμε ότι είχαμε ρίξει όλα μας τα λεφτά στον υλικό κόσμο, χωρίς πυξίδες πνευματικές, ψυχικές, αξιακές. Εξού και τώρα η πανελλήνια κατάθλιψη. Δεν εξηγείται μόνο από τη μετάπτωση στη φτώχεια ή το φόβο για τη μετάπτωση στη φτώχεια. Συμπληρωματικά σε αυτήν την ακούσια και βίαιη έκπτωση από ένα στάτους του υλικού κόσμου σε ένα άλλο κατώτερο (και συχνά ελεεινό), υπάρχει και η προηγηθείσα εκούσια έκπτωση από τον πνευματικό κόσμο. Δεν αλλάζει απλώς βίαια ένας τρόπος ζωής. Αλλάζει βίαια ο μόνος τρόπος ζωής που ξέραμε.