Ο Ξεναγός και το Tungsten είναι δύο ταινίες για την Αθήνα. Μια Αθήνα πολύχρωμη και χαρούμενη στη μια, σκοτεινή και βίαιη στην άλλη. Τα γυρίσματά τους έγιναν το φθινόπωρο του 2009 επί Καραμανλή, το μοντάζ και τα φεστιβάλ επί Παπανδρέου και η διανομή επί Παπαδήμου. Και οι δύο σκηνοθέτες, ο Ζαχαρίας Mαυροειδής και ο Γιώργος Γεωργόπουλος, αναζητούν νέους δρόμους στην ανεξάρτητη παραγωγή και διανομή. Συναντηθήκαμε στον Μικρόκοσμο, μια από τις αίθουσες όπου από τις 24 Νοεμβρίου θα προβάλλονται οι ταινίες εναλλάξ με δυνατότητα κοινού οικονομικού εισιτηρίου, και μιλήσαμε με τους δυο τους καθώς και με τη Βασιλική Μαμαλούκου που ανέλαβε το «πάντρεμα» των ταινιών αλλά και τον Αντρέα, την ψυχή του Μικρόκοσμου.

ελc: Πώς έγινε η γνωριμία σας;
Γ.Γ.:
Όταν γυρίστηκαν οι ταινίες δεν γνωριζόμασταν, «κουμπάρα» ήταν η Βασιλική. Βρεθήκαμε όλοι μαζί αυτόν τον Σεπτέμβρη και η ιδέα φάνηκε ενδιαφέρουσα. Βρήκαμε πολλά κοινά σημεία με τον Ζαχαρία, κυρίως για θέματα παραγωγής, διανομής κλπ, σ’ αυτό το… χαμό τον προϊοντικό.

Β.Μ.: Γνώριζα τον Ζαχαρία που τον θεωρώ ευφυέστατο και πολυτάλαντο. Πέρυσι είχα δει και την ταινία του Γιώργου στις Νύχτες Πρεμιέρας και μου άρεσε πάρα πολύ. Είχε φτάσει και στην Feelgood, που δούλευα τότε, αλλά δεν πήρε διανομή. Έτσι σκεφτήκαμε να ενώσουν τις δυνάμεις τους – πρόκειται για τρομερό και πολλά υποσχόμενο δίδυμο! Όταν δούλευα στην εταιρεία έβλεπα ταινίες ανεξάρτητων παραγωγών που δεν μπορούσαν να φτάσουν στο κοινό, ενώ παράλληλα πολλές αίθουσες μένουν εκτός διανομής και δε βρίσκουν ταινία να παίξουν. Οι μεγάλες εταιρείες διανομής έχουν κριτήριο τη διαφήμιση και το μάρκετινγκ. Εδώ πρόκειται για συλλογική δουλειά σε όλα τα στάδια. Όλοι οι συντελεστές έχουν ένα αλληλέγγυο συναίσθημα, τι να κάνουν για να προωθήσουν την ταινία. Η εναλλακτική διανομή έχει χώρο σε μια αδιέξοδη κατάσταση, επενδύω σε αυτήν και το βλέπω σαν την αρχή ενός διαφορετικού μοντέλου προώθησης ανεξάρτητων ταινιών.

ελc: Αντρέα, εσύ τι λες γι’ αυτή την πρωτοβουλία;
Α. Π.:
Είχα μιλήσει και με τα δυο παιδιά ξεχωριστά και κάποια στιγμή μου είπαν ότι συνεργάστηκαν από κοινού. Ήταν εξαιρετική πρωτοβουλία και μου έλυσε τα χέρια, γιατί θα ήταν πιο δύσκολο να ταιριάξω τον προγραμματισμό και να παίξουν και οι δύο. Μακάρι να πάει καλά και να συνεννοούνται οι άνθρωποι μεταξύ τους, γιατί είναι δύσκολα τα πράγματα. Ως προς τις αίθουσες, με τον νέο νόμο πριμοδοτούνται τα εισιτήρια ελληνικών ταινιών, εφόσον όμως κοπεί ένας μεγάλος αριθμός. Είναι λίγο πολύπλοκος και νεφελώδης ο νόμος, ακόμα κι ως προς την έναρξη ισχύος του.

ελc: Γιώργο, η ταινία είναι εξαιρετικά επίκαιρη και έχει προβληθεί σε φεστιβάλ εξωτερικού. Πώς βλέπουν το ελληνικό σινεμά έξω;
Γ.Γ.:
Το σενάριο γράφτηκε κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων. Παντελώς άλλο το κλίμα στη χώρα, αλλά ακούγαμε ήδη για υπερχρέωση – σήμερα βέβαια αφορά πολύ περισσότερους. Στα φεστιβάλ είναι έντονο το συγκυριακό ενδιαφέρον για το τι συμβαίνει γενικά στην Ελλάδα, ανάλογα σίγουρα και με τη χώρα. Πχ στη Γαλλία υπήρχε μια ανησυχία, στην Αργεντινή υπήρχε συμπάθεια, γιατί έχουν περάσει πολύ χειρότερα. Κακός δηλαδή ο λόγος που ασχολούνται, αλλά λειτουργεί θετικά. Γενικά υπάρχει μια αλληλεγγύη. Παράλληλα υπάρχει ενδιαφέρον για το τι γίνεται στο ελληνικό σινεμά, που πλέον ακούγεται πολύ έξω. Οι άνθρωποι μου είπαν ότι στις ελληνικές ταινίες που βγαίνουν στα φεστιβάλ κυριαρχεί η σχέση βίας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κι αυτό τους φαινόταν περίεργο. Η ψηφιακή τεχνολογία έχει άλλωστε συμβάλλει στην παραγωγή ταινιών με πιο χαμηλό budget και καλό αποτέλεσμα. Η διανομή είναι που χρειάζεται περισσότερη αγάπη.

Ζ.Μ.: Δημιουργείται ένα νέο ρεύμα που βοηθά στην εξωστρέφεια. Έχει να κάνει και με μια νέα γενιά σκηνοθετών που είναι πιο προσανατολισμένοι στα φεστιβάλ, η φιλοδοξία τους πάει πιο πέρα απ’ τη Θεσσαλονίκη. Επίσης μια νέα γενιά παραγωγών, που θα πάει στις αγορές, στο εξωτερικό, θα τρέξει, θα δικτυωθεί…

ελc: Η ταινία σου, Ζαχαρία, ασχολείται ιδιαίτερα με τα στερεότυπα
Ζ.Μ.:
Καταρχήν είναι στοιχείο του λαού μας ότι μας νοιάζει η εικόνα μας, τι λένε οι άλλοι για μας. Και τώρα η εικόνα μας έχει πιάσει πάτο, μετά την αίγλη που κερδίσαμε στους Ολυμπιακούς. Η ταινία είναι επίκαιρη ως προς το πώς μας βλέπουν οι ξένοι. Γράφτηκε το 2006-07, καμία σχέση με κρίση, αλλά είναι αξιοσημείωτο πώς το βλέπει από τη δική του σκοπιά το κοινό. Έχω πχ πολλά πλάνα στο Σύνταγμα, που είναι πια τόσο φορτισμένο σαν εικόνα. Τώρα πια είμαστε σε πολύ λεπτή ισορροπία που ή θα περάσουμε ως κοινωνία σε μια μεγάλη διάχυση αλληλεγγύης, ή αντιθέτως σε έναν μεγάλο διχασμό. Δεν ξέρω πού θα πάει αυτό, υπάρχουν οι απαραίτητοι σπόροι και για τα δύο.

ελc: Έχει στοιχεία αυτοβιογραφικά η ταινία σου;
Ζ.Μ.:
Είχα πάει για 9 μήνες Εράσμους στη Μαδρίτη – ο μόνος έλληνας σε μια σχολή θεάτρου. Μου έλεγαν «ο Ευριπίδης», «ο Αριστοτέλης» – όλο αυτό με τον ελληνικό πολιτισμό, ιδίως στο θέατρο, σε περιμένει σε κάθε γωνιά! Ήταν παράξενο συναίσθημα, απ’ τη μια περηφάνια για τη συγγένεια με έναν λαμπρό πολιτισμό, απ’ την άλλη αμηχανία, γιατί μεταξύ μας δεν ξέρεις παραπάνω για τον Ευριπίδη απ’ ό,τι ο ισπανός, αλλά είναι διαφορετικό όταν οι άλλοι σου απονέμουν εύσημα γι’ αυτό. Ο ήρωας στην ταινία βιώνει αυτά τα συναισθήματα, γιατί κατά βάθος ξέρει ότι δεν έχει και πολύ σχέση με αυτό το παρελθόν. Η καθημερινότητα του, η πραγματικότητά του απέχει από αυτό. Βλέπουμε επίσης το μπέρδεμα με τη σεξουαλικότητά του. Είναι περήφανος γι’ αυτό που δείχνει αλλά αυτό δεν πατάει γερά: Στο βάθος κρύβει κι ένα μυστικό, την αλήθεια, και φοβάται ότι η εικόνα του θα καταρρεύσει εύκολα.

ελc: Γιώργο, γιατί διάλεξες τον τίτλο “Tungsten” για την ταινία σου;
Γ.Γ.:
Το Tungsten είναι υλικό με υψηλές αντοχές και αγωγιμότητα. Και θεωρώ ότι το ανθρώπινο σώμα είναι ο καλύτερος αγωγός στη βία. Η ταινία μιλά για μικροεξουσίες, ο καθένας ασκεί εξουσία όπου βρίσκει χώρο, ανάλογα με τη συγκεκριμένη στιγμή. Βία υπάρχει και στις σχέσεις με άτομα που αγαπάμε, σε ζευγάρια, οικογένεια, εργασία. Στο έργο μου είναι το απόλυτο χαρακτηριστικό, γιατί ασχολούμαι με τις σκοτεινές πλευρές των ανθρώπων, με την ασκήμια, με το πώς γεννιέται η βία, όχι η πράξη. Η σωματική βία είναι κυρίως χαρακτηριστικό των αντρών. Πολλοί όμως διαφωνούν και με τις επιλογές των γυναικών της ταινίας, που ίσως εμπεριέχουν ένα στοιχείο βίας. Άντρες και γυναίκες πάντως προσλαμβάνουν διαφορετικά την ταινία, αυτή η διαφωνία που γεννάται μ’ αρέσει, δείχνει πάρα πολλά πράγματα.

ελc: Η βία ήταν κι ο λόγος που επέλεξες το ασπρόμαυρο;
Γ.Γ.:
Το Α/Μ ήταν επιλογή αλλά και ανάγκη, με τα μέσα που είχα δεν θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω εκφραστικά το χρώμα έτσι όπως θα ήθελα. Το Α/Μ με βοήθησε να δώσω την αίσθηση της πόλης που ήθελα και το σκοτάδι, τη βία. Έγιναν πολλές δοκιμές πριν καταλήξει η ταινία σε κάτι, αλλά τελικά δεν θα μπορούσα καν να τη φανταστώ αλλιώς. Πάντως το Α/Μ στέκεται εμπόδιο σε πάρα πολλά πράγματα, οι διανομείς ανατριχιάζουν μπροστά σε ασπρόμαυρες ταινίες. Μου κάνει μεγάλη εντύπωση που το Α/Μ έχει πάψει πια να θεωρείται επιλογή. Σκέφτομαι ότι μετά από μερικά χρόνια, σε φεστιβάλ που πάω, η ερώτηση δεν θα είναι γιατί όχι έγχρωμο, αλλά γιατί όχι 3D… και ανατριχιάζω!

Οι ταινίες κυκλοφορούν στις 24 Νοεμβρίου στους κινηματογράφους Άστορ Hollywood 3D και Μικρόκοσμος. Στις 23 Νοεμβρίου γίνεται πάρτι στο Six D.O.G.S, Αβραμιώτου 6-8, Μοναστηράκι, όπου θα παίξουν ζωντανά συγκροτήματα που έχουν ντύσει μουσικά τις ταινίες. H συναυλία αρχίζει στις 22.00 και η είσοδος είναι ελεύθερη.

Για περισσότερες πληροφορίες:
http://2films4athens.blogspot.com/
www.tungsten.gr
www.oxenagos.gr