Επιμέλεια: Αργυρώ Μποζώνη

Περνώντας τον καιρό της καραντίνας: Το ελculture ζητάει σε πρόσωπα απ’ τον κόσμο των τεχνών να μας στείλουν τη δική τους ανταπόκριση για τις μέρες της καραντίνας μοιράζοντας ελεύθερα μαζί μας τις σκέψεις τους.

Ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος μάς στέλνει τη δική του ανταπόκριση:

“Έτσι τελειώνει ο κόσμος / όχι με ένα βρόντο μα μ’ ένα λυγμό.”

Έτσι έγραφε ο T.S. Eliott το 1925 στους “Κούφιους Ανθρώπους” του και να που κοντά έναν αιώνα μετά οι κούφιοι άνθρωποι της νέας εποχής ερχόμαστε να τον επιβεβαιώσουμε με τον πιο κυριολεκτικό τρόπο. Μόνο που τη θέση του λυγμού (συγγνώμη μαέστρο για την έλλειψη φαντασίας) την παίρνει ένα διόλου ποιητικό φτέρνισμα. Κι αν ο κόσμος μας δεν τελειώνει (ελπίζουμε τουλάχιστον) οριστικά, σίγουρα παύει να υπάρχει με τον τρόπο που γνωρίζουμε.

Τέρμα τα αγγίγματα, τα φιλιά, τα ανυποψίαστα σκουντήματα, οι συναθροίσεις, οι έξοδοι κι όλα τα αυτονόητα και δεδομένα της σύγχρονης κοινωνικής ζωής. Κι όλοι εμείς βρισκόμαστε, ανυποψίαστοι εντελώς, να πολεμάμε αιφνίδια σε ένα πεδίο μάχης αναπάντεχο: κλειδωμένοι στο ίδιο μας το σπίτι.

«Η μάχη φαντάζει δύσκολη κυρίως γιατί δίνεται με τόσο φαινομενικά βολικούς, αντιηρωικούς όρους, κατά τη διάρκεια μιας Άνοιξης»

Ο εχθρός, αόρατος και πανταχού παρών, τρυπώνει ύπουλα σε κάθε υπόνοια τρυφερότητας και η μόνη διαθέσιμη άμυνα μας κάποια μέτρα προσωπικής υγιεινής και αφηρημένες έννοιες όπως ατομική ευθύνη, ενσυναίσθηση, σοβαρότητα, ωριμότητα και άλλα τέτοια περίπλοκα όπλα πυρηνικής καταστροφής στα οποία κατά πως φαίνεται δε μας εκπαίδευσε ποτέ πραγματικά κανείς.

Για τον ιστορικό του μέλλοντος δε θα είμαστε παρά οι μαχητές ενός ανορθόδοξου πολέμου που δε δόθηκε σε πεδία μαχών, στα βουνά και στις θάλασσες τής κατά μέτωπο ηρωικής αναμέτρησης, αλλά ατομικά, μέσα στα σπίτια μας, ανάμεσα σε στοίβες από αδιάβαστα βιβλία, χιλιοακουσμένες μουσικές, πολύβουα social media και μια πληθώρα σειρών και ταινιών σε ακατάσχετο streaming.

Τραγική ειρωνεία. Η ευμάρεια για την οποία αγωνιζόμαστε μια ζωή, η συσσώρευση αγαθών, η προσωπική ιδιοκτησία, η αποφόρτιση από τον μόχθο της καθημερινότητας, έγιναν εν μια νυκτί το χαράκωμά μας (πόσο πικρή διττή σημασία) από το οποίο καλούμαστε, όλοι μαζί, ενωμένοι και συνάμα χώρια, να σώσουμε αιφνίδια εντελώς τον κόσμο απ’ τον οποίο ευχόμασταν να ξεφύγουμε. Η μάχη φαντάζει δύσκολη κυρίως γιατί δίνεται με τόσο φαινομενικά βολικούς, αντιηρωικούς όρους, κατά τη διάρκεια μιας Άνοιξης, όπου ο ήλιος έξω απ’ τα σφαλισμένα μας παράθυρα, αρχίζει να φωτίζει προκλητικά τις προοπτικές μιας ακαταμάχητης όσο κι απειλητικής πια ελευθερίας.

Κι οι προσφιλείς μουσικές, οι υπογραμμίσεις στα βιβλία, οι αγαπημένες μας σεκάνς στα φιλμ αντί να μας ανακουφίσουν κάπως κάνουν τελικά τον αγώνα μας πιο δύσκολο κι επώδυνο. Κι όμως, ίσως αυτό το μικρό οξύμωρο να είναι η σπίθα που θα νοηματοδοτήσει τον αγώνα μας στον τελικό απολογισμό.

Κι όταν σε λίγο καιρό ξεκλειδώσουμε τους εαυτούς μας απ’ τα σπίτια μας, θα ξαναβγούμε στο φως της μέρας λίγο πιο ώριμοι κι ανάλαφροι και σφίγγοντας και πάλι τους αγαπημένους μας στην αγκαλιά μας θα απελευθερώσουμε με μια βαθιά ανάσα ανακούφισης όσα σκοτάδια θα έχουμε αναπόφευκτα εξημερώσει.