Την προηγούμενη εβδομάδα παρουσιάσαμε το πρώτο μέρος του αφιερώματος που εντάσσεται στη δράση του ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου για τη γερμανική λογοτεχνία, με αφορμή τα 90 χρόνια από την ίδρυσή του. Ο κατάλογος με τα βιβλία που βρίσκουμε σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία είναι μεγάλος και μπορείτε να τον δείτε εδώ. Αυτή τη φορά θα σταθώ σε τρία βιβλία που ξεχώρισα, ξεκινώντας με το «Διαβάζοντας στη Χάννα» του Μπέρνχαρντ Σλινκ.

Ο Μπέρνχαρντ Σλινκ, συγγραφέας και καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου, είναι από τους αγαπημένους μου, απ’ αυτούς που ξεκινάς και δεν αφήνεις αν δεν εξαντλήσεις όλη τους τη βιβλιογραφία. Σε όλα του τα βιβλία, είτε έχουν να κάνουν με το ναζιστικό παρελθόν, είτε με την τρομοκρατία, είτε τα αστυνομικά ή τα ερωτικά του διηγήματα, διαχειρίζεται με δεξιοτεχνία το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας και της συλλογικής συνείδησης και κυρίως αυτό που απασχολεί και χαρακτηρίζει τις γενιές των γερμανών από τον πόλεμο και μετά: τις ενοχές. Οι ενοχές απέναντι στο ναζιστικό παρελθόν των προγόνων τους, είτε αυτών που συμμετείχαν ενεργά, είτε παθητικά. Η αμφιθυμία στη στάση τους, γιατί οι νεότερες γενιές δεν ήταν αναμεμιγμένες, αλλά κουβαλούν πάντα το στίγμα, απέναντι σε τρίτους, αλλά και ανάμεσα στην οικογένεια. Γιατί βέβαια το παρελθόν δεν είναι τόσο μακρινό: πρόκειται για τους ίδιους τους γονείς τους. Έτσι ερμηνεύει κατά κάποιο τρόπο ο συγγραφέας και την αποστασιοποίηση που τόσο ξεκάθαρα έχουν οι νεότεροι γερμανοί απέναντι στην οικογένειά τους. Το «Διαβάζοντας στη Χάννα» έγινε ευρύτατα γνωστό λόγω και της κινηματογραφικής μεταφοράς του (ελληνικός τίτλος «Σφραγισμένα χείλη»). Πρόκειται για την ασυνήθιστη ερωτική-μητρική σχέση μεταξύ του δεκαπεντάχρονου Μίχαελ και της τριανταπεντάχρονης Χάννα, το τελετουργικό της οποίας χαρακτηρίζεται από την ανάγνωση ενός βιβλίου κάθε φορά για τη Χάννα. Με την ανάγνωση άλλωστε συνδέεται και το καλά φυλαγμένο μυστικό της. Μετά από πολλά χρόνια ο Μίχαελ, ως φοιτητής νομικής, ξανασυναντά τη Χάννα στη δίκη κατά των συνεργατών των Ναζί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η Χάννα προκειμένου να κρατήσει το μυστικό της, επωμίζεται όλη την ενοχή για πράξεις που δεν ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη. Ούτε αμφισβητεί τη στάση της και δεν αναζητά αιτιολογίες. Έκανε ό,τι θεωρούσε σωστό χωρίς να σκέφτεται τις συνέπειες. Έκανε, δηλαδή, απλά τη δουλειά της. Κι αυτό είναι άλλο ένα χαρακτηριστικό με το οποίο καταπιάνεται ο Σλινκ στα βιβλία του: Η αφοσίωση και πειθαρχία με την οποία σε γενικές γραμμές ο γερμανικός λαός διεκπεραιώνει αποστολές, όταν έχει πειστεί ότι αυτό είναι το ορθό. Δεν είναι όμως καταγγελτικός ο λόγος του Σλινκ, ούτε διδακτικός, ούτε ενοχικός, αλλά ανθρώπινος και προσιτός.

Ένας νεότερος συγγραφέας που θεωρήθηκε πολλά υποσχόμενος και έγινε πολύ γρήγορα γνωστός και αγαπητός είναι ο Ντάνιελ Κέλμαν (γενν. το 1975). Το 2005 κυκλοφόρησε «Η Μέτρηση του κόσμου», η οποία είχε τεράστια εμπορική επιτυχία. Είχε προηγηθεί το «Εγώ και ο Καμίνσκι» και ακολούθησαν βιβλία του όπως η «Φήμη» και το «F». Η επιτυχία της Μέτρησης ήταν αναπάντεχη, καθώς δεν πρόκειται για ένα είδος λογοτεχνίας που συναντά το ευρύ κοινό. Πραγματικά πυκνογραμμένο βιβλίο, που αφορά πραγματικά και πολύ σημαντικά ιστορικά πρόσωπα, όμως δεν είναι ούτε βιογραφικό, ούτε ιστορικό μυθιστόρημα. Η μέτρηση του κόσμου επιχειρείται με δυο διαφορετικούς τρόπους, από δύο πολύ διαφορετικούς ανθρώπους: Στα τέλη του 18ου αιώνα ο Αλεξάντερ φον Χούμπολτ ταξιδεύει μέσα από ζούγκλες, στέπες, ποτάμια, βουνά και ηφαίστεια για να φτάσει στην άκρη του κόσμου, ενώ ο μαθηματικός και αστρονόμος Καρλ Φρίντριχ Γκάους, που με δυσκολία βγαίνει απ’ το σπίτι του, αποδεικνύει με μαθηματικές εξισώσεις την καμπύλη της γης. Ο συγγραφέας αφηγείται παράλληλα τις περιπέτειές τους, όχι μόνο στη μέτρηση του κόσμου, αλλά ουσιαστικά και στην (ανα-) μέτρηση με την ανθρώπινη φύση και με τους εαυτούς τους. «Γεγονότα, επανέλαβε ο Χούμπολτ, αυτά μένουν. Αν αναλογιστείς για παράδειγμα, ότι ταξιδεύουν επί είκοσι τρεις εβδομάδες, έχουν διανύσει δεκατέσσερις χιλιάδες πεντακόσια βέρστια και έχουν επισκεφθεί εξακόσιους πενήντα οκτώ ταχυδρομικούς σταθμούς και έχουν αλλάξει δώδεκα χιλιάδες διακόσια είκοσι τέσσερα άλογα, τότε το χάος τακτοποιείται και γίνεται κατανοητό, κι έτσι παίρνει κανείς θάρρος. Όμως, καθώς ο Χούμπολτ φανταζόταν τον Γκάους να κοιτάζει εκείνη ακριβώς τη στιγμή με το τηλεσκόπιό του τα ουράνια σώματα, τις τροχιές των οποίων μπορούσε να συνοψίζει με απλούς μαθηματικούς τύπους, ξαφνικά δεν ήταν σε θέση να πει, ποιος από τους δυο τους είχε ταξιδέψει περισσότερο και ποιος είχε παραμείνει στο σπίτι για όλη του τη ζωή». Όλα αυτά συμβαίνουν βέβαια στην εποχή του Διαφωτισμού, κατά την οποία ο αναγνώστης συναντά κι ένα σωρό άλλα σύγχρονά τους τότε πρόσωπα (όπως ο Γκαίτε, ο Καντ ή ο Σίλερ αυτοπροσώπως) και εφευρέσεις, όπως αλεξικέραυνα ή φωτογραφικές μηχανές. Με λεπτή αλλά σκληρή ειρωνεία και χιούμορ και με οργιώδη φαντασία ο Κέλμαν κάνει βουτιά με τον αναγνώστη στο ένδοξο και πολλά υποσχόμενο παρελθόν, που δεν σε προδιαθέτει (αλλά εσύ, αναγνώστη, το ξέρεις) ότι το μέλλον δεν θα είναι αντίστοιχα λαμπρό.

Τέλος, για να επανέλθουμε στους κλασικούς και αγαπημένους συγγραφείς, να ξαναθυμηθούμε τη «Χαμένη τιμή της Κατερίνας Μπλουμ», του Χάινριχ Μπελ. Ή πώς γεννιέται η βία και πού μπορεί να οδηγήσει. Ένα βιβλίο μιμούμενο ύφος ρεπορτάζ, που θεωρήθηκε κάτι σαν εγχειρίδιο για τους φοιτητές νομικής ή της δημοσιογραφίας. Η νεαρή Κατερίνα Μπλουμ, έντιμη και όμορφη οικιακή βοηθός, γνωρίζει σε ένα πάρτι τον καταζητούμενο Λούντβιχ και περνάει τη βραδιά μαζί του. Η απόδρασή του από το σπίτι της την κατατάσσει στην κατηγορία των υπόπτων και πιθανών συνεργατών του κακοποιού (μην ξεχνάμε ότι το 1974 που κυκλοφόρησε το βιβλίο, ήταν έντονη η δράση της RAF). Αυτομάτως η Κατερίνα γίνεται στόχος του κίτρινου τύπου. Είναι τόσο διαστρεβλωμένη η εικόνα που επιμένει να προβάλει η φυλλάδα για εκείνη, παραποιώντας γεγονότα και κάθε σχόλιο του περιβάλλοντός της κατά πώς βολεύει, ώστε να κατασκευαστεί η ενοχή της και να ικανοποιηθούν οι ηδονοβλεψίες αναγνώστες (μεταξύ των οποίων είναι άλλωστε και όλος ο κύκλος της Μπλουμ), ώστε η κοπέλα φτάνει να δολοφονήσει τον δημοσιογράφο. Το επόμενο βλαστάρι είναι όμως ήδη καθ’οδόν. Ο Μπελ, με χιούμορ και ειρωνεία τα βάζει με όλους και όλα: Αστυνομία, δικαστικές αρχές, τύπο, εκκλησία, αστική τάξη, ακόμα και καλλιτέχνες: «Στο σημείο αυτό τις χώρισε ο Λε Μπος, που με μοναδική ετοιμότητα είχε προλάβει να μαζέψει το αίμα του Στρόυμπλέντερ μ’ ένα στυπόχαρτο και να το μετατρέψει σε ‘στιγμιαίο έργο τέχνης’, όπως το χαρακτήρισε ο ίδιος, δίνοντάς του μάλιστα τον τίτλο ‘Το τέλος μιας μακρόχρονης φιλίας’. Ο Λε Μπος δεν παρέλειψε να το υπογράψει και το χάρισε στον Μπλόρνα, λέγοντάς του ‘Κι αν θες, πούλα το να ξελασπώσεις!’. Από το τελευταίο αυτό γεγονός, καθώς και από τις βιαιοπραγίες που περιγράφηκαν παραπάνω, είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς ότι η τέχνη διατηρεί ακόμη την κοινωνική λειτουργία της». Το βιβλίο που έχει μεταφερθεί στον κινηματογράφο και στο θέατρο, παραμένει απελπιστικά εύστοχο και επίκαιρο για την κατασκευή ενόχων, τον κιτρινισμό και την εξουσία που ασκεί ο τύπος που παραλύει όποιον στοχεύσει, για την υποκρισία της αστικής τάξης, για τα λαγωνικά-κοράκια…  Να σημειώσουμε ότι το ελληνικό γραφείο του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ δραστηριοποιείται από το 2012 με έδρα τη Θεσσαλονίκη.

Καλές γιορτές με καλές αναγνώσεις!

Info: Από 8 έως 28 Δεκεμβρίου, επιλεγμένοι τίτλοι γερμανικών βιβλίων σε έκπτωση φιλοξενούνται στα βιβλιοπωλεία Παπασωτηρίου στην Πανεπιστημίου, στο The Mall Athens και στο Αεροδρόμιο «Ελ. Βενιζέλος», καθώς και στα Γερμανικά Βιβλιοπωλεία Νότος και Deutsche Buchhandlung, με αφορμή τα 90 χρόνια από την ίδρυση του Ελληνογερμανικού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου.

Διαβάστε το πρώτο μέρος του αφιερώματος του ελculture στη Γερμανική λογοτεχνία