Τhe Blair Snitch Project: Πρώην πρωθυπουργός της Βρετανίας βρίσκεται σε απομονωμένο μέρος των ΗΠΑ ετοιμάζοντας την αυτοβιογραφία του. Ο άνθρωπος που του την έγραφε (μετατρέποντας τις αφηγήσεις του σε γραπτό λόγο) ξεβράζεται μυστηριωδώς στην ακτή με το αίμα γεμάτο αλκοόλ. Στη θέση του στέλνεται ο Γιούαν Μακ Γκρέγκορ, ο «συγγραφέας φάντασμα» του τίτλου της τελευταίας ταινίας του Ρομάν Πολάνσκι. Στο μεταξύ εξετάζεται το ενδεχόμενο παραπομπής του αυτοβιογραφούμενου στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, επειδή είχε παραδώσει μουσουλμάνους βρετανούς πολίτες στη CIA για βασανιστήρια. Ότι φωτογραφίζεται ξεκάθαρα ο Τόνι Μπλερ δεν είναι μυστικό. Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο του Ρόμπερτ Χάρις, πάνω στο οποίο βασίστηκε η ταινία, το αποκάλεσαν και «The Blair Snitch Project» (χαφιεδίζοντας τον Μπλερ), ενώ ο συγγραφέας είχε πει ότι θεωρεί πως ο Μπλερ θα προτιμήσει να μην τον κυνηγήσει δικαστικά, κάτι που θα συνέβαινε σίγουρα αν οποιοσδήποτε από τους δύο τους ήταν λιγότερο διάσημος. Στα χνάρια του βιβλίου και η ταινία, κάθε άλλο παρά προσπαθεί να κρυφτεί. Στην αρχή ο Μακ Γκρέγκορ λέει ότι τον είχε ψηφίσει αφού δεν ήταν πολιτικός ήταν μόδα (η μόδα της Cool Brittania – και τι πιο κουλ από τον πρώην Μποντ, Πιρς Μπρόσναν να παίξει τον Μπλερ), η εταιρία Hatherton της διαπλοκής και του πλουτισμού από τον πόλεμο είναι η περίφημη Ηalliburton, η εκπρόσωπος της αμερικάνικης κυβέρνησης με την οποία φωτογραφίζεται ο Μπρόσναν είναι φτυστή η Κοντολίζα Ράις, ενώ σημαντικό ρόλο στην ταινία έχει πρώην υπουργός εξωτερικών που αντιτάχθηκε στον πόλεμο του Ιράκ, ένας τύπος δηλαδή που δεν έχει απλώς πολλές από τις ιδιότητες του μακαρίτη Ρόμπιν Κουκ, αλλά επιπλέον είναι και σαν σωσίας του ο ηθοποιός που τον υποδύεται.

Τα όρια της δημιουργικής ελευθερίας: Κάπως έτσι προκύπτουν τα πρώτα ερωτήματα για το ποιόν της ταινίας. Ας φανταστούμε δηλαδή ένα έργο που εμπνέεται από Έλληνες πολιτικούς και ο ηθοποιός που είναι π.χ. βασισμένος στον χαρακτήρα του Κώστα Σημίτη δεν του μοιάζει απλώς, αλλά είναι και πήχτρα στις ελιές. Κάπου εκεί θολώνει το όριο ανάμεσα στο φαντάζομαι και στο αναπαριστώ, στο απλά βασίζομαι σε πραγματικές καταστάσεις και από εκεί και πέρα αφήνω την φαντασία μου να καλπάσει και στο υπαινίσσομαι συγκεκριμένες κατηγορίες εναντίον συγκεκριμένων ανθρώπων. Τα σημαντικά πολιτικά έργα θέλουν να βγάλουν ένα συμπέρασμα. Εδώ το πολιτικό συμπέρασμα δεν είναι η κατάληξη αλλά η αφετηρία (η προσκόλληση του Μπλερ στο άρμα των ΗΠΑ ακολουθώντας τες πλήρως σε ό,τι κι αν έκαναν, με αποκορύφωμα τον πόλεμο στο Ιράκ). Οπότε η ταινία ξεκινά από αυτήν την γνωστή σε όλους πολιτική γνώση για να μας δείξει τι ακριβώς; Ότι ο Μπλερ δεν ήταν απλώς το κανίς των ΗΠΑ, αλλά και ότι κάτι άλλο επιπλέον συνέβαινε; Μάλλον όχι, μάλλον όπως η ταινία δείχνει πόσο πανάκριβα πληρώνει ο εκδοτικός οίκος τις λέξεις που αφορούν τα απομνημονεύματα, αντίστοιχα το να γράψεις ένα συνωμοσιολογικό έργο θολώνοντας την εικόνα ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό πουλάει πολύ περισσότερο από ό,τι αν έγραφες καθαρό μυθιστόρημα.

Τα όρια ιδιωτικού – δημοσίου: Η ταινία μας μεταφέρει στο περιβάλλον ανθρώπων σαν τον Μπλερ, ένα περιβάλλον όπου η έννοια ιδιωτικό μπαίνει σε άλλες βάσεις, όχι μόνο λόγω του Τύπου και της διαρκούς δημοσιότητας, αλλά και επειδή μέσα στον ιδιωτικό υποτίθεται χώρο τους είναι πάντοτε περιτριγυρισμένοι από σωματοφύλακες, οδηγούς, γραμματείς, υπηρέτριες. Πρόκειται για έναν sui generis ιδιωτικό χώρο, για έναν μη ιδιωτικό – ιδιωτικό χώρο, για ένα χώρο που πάντα παρακολουθείται, και αν έχεις γκόμενα ή ξενοπηδήξεις θα το ξέρουν αμέσως κι άλλοι δέκα. Μέσα σ’ αυτόν τον χώρο βρίσκει την ευκαιρία ο Πολάνσκι να χτίσει μια αίσθηση διαρκούς παρακολούθησης, η οποία φιλμάρεται στα όρια του διακριτικού, όπως δηλαδή κι η δουλειά αυτών των ακολούθων των ισχυρών.

Τα όρια του δικαίου: Όταν ξεκινά η έρευνα για να δείξει αν ο πρώην πρωθυπουργός είναι εγκληματίας πολέμου, ο δικηγόρος του του εξηγεί ότι είναι ευτύχημα που βρίσκεται στις ΗΠΑ, όπου δεν έχει κίνδυνο να τον εκδόσουν, ενώ αν γυρίσει πίσω στη Μεγάλη Βρετανία κινδυνεύει. Του επισημαίνει ότι οι HΠΑ είναι μια από τις λίγες χώρες μιας εντελώς κακόφημης συντροφιάς η οποία δεν αναγνωρίζει την αρμοδιότητα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου της Χάγης. Κι είναι σαν να μπαίνει ο Πολάνσκι μέσα στη σκηνή και να λέει: εξόριστος εσύ – εξόριστος κι εγώ, μόνο στις ΗΠΑ εσύ – με ψάχνουν παντού οι ΗΠΑ εμένα. Υπάρχει αυτή η θεμελιώδης αντινομία και αντίφαση, να εξακολουθείς να κυνηγάς μανιωδώς κάποιον 33 χρόνια μετά και ενώ είναι 77 χρονών, για μια υπόθεση που είχε σχεδόν κλείσει, την ίδια στιγμή που το έδαφός σου μπορεί να είναι καταφύγιο για εγκληματίες πολέμου. Όρια του δικαίου τοπικά, όρια χρονικά, όρια μεταξύ διάσημων και άσημων κατηγορουμένων.

Τα όρια της ηθικής μεταξύ των γενιών: Αν ο σαρκασμός της σκηνής με το δικαστήριο πρέπει να ήταν πικρός μεν απολαυστικός δε για τον Πολάνσκι, στα λόγια που βάζει στο στόμα του -πάντα υπέροχου- Τομ Γουίλκινσον πρέπει το χαμόγελό του να γίνεται σκέτα πικρό: «Η γενιά των παιδών μας είναι τόσο πιο πουριτανική απ’ τη δική μας». Έτσι, αν πας σήμερα να μιλήσεις για την υπόθεση Πολάνσκι και να επισημάνεις τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, χτυπάς αμέσως στον τοίχο του ταμπού που σου λέει «Στοπ, τι ακριβώς πας να υποστηρίξεις εδώ; Σε αυτά τα θέματα και ο παραμικρός αντίλογος είναι επικίνδυνος».

Τα όρια της γκρίζας διαφήμισης: Όσο η τεχνολογία μάς προσφέρει καινούριες δυνατότητες που θα αλλάζουν τη ζωή μας, τόσο θα δίνει και καινούριες σεναριακές λύσεις. Έτσι, το σύστημα πλοήγησης του αυτοκινήτου και η μνήμη της τελευταίας διαδρομής, που έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί στο
«Dexter», χρησιμοποιούνται και εδώ. Βέβαια στην ταινία τα πράγματα μπλέκονται και με τη γκρίζα διαφήμιση, που μόνο γκρίζα δεν είναι, αφού παίρνει όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Πρόκειται για μια υπέρβαση των ορίων που σε ενοχλεί, γιατί κινηματογράφο υποτίθεται πως παρακολουθείς και όχι όχημα για διαφημίσεις.

Τα όρια της ταινίας: Τελικά είναι κάτι περισσότερο από μια ατμοσφαιρική ταινία ο «Αόρατος Συγγραφέας»; Μάλλον όχι, αλλά η πολασνκική ατμόσφαιρα ήταν και παραμένει μια από τις καλύτερες της πιάτσας: ο αέρας παίρνει τα φύλλα από το καρότσι του υπηρέτη, ένας άνθρωπος μόνος μέσα σε μια φωτισμένη νυχτερινή προβλήτα ενώ το τελευταίο φέρι έχει μόλις φύγει, ένα σημείωμα αλλάζει χέρια μέσα στο πλήθος μέχρι να φτάσει στον τελικό παραλήπτη του.