Χρωστάμε πάρα πολλά στη Σοφία Μπεκατώρου. Χρωστάμε πάρα πολλά στη Ζέτα Δούκα. Χρωστάμε πάρα πολλά σε όλα τα θύματα που έσπασαν τη σιωπή. Το ελληνικό #metoo είναι εδώ, καλπάζει, ξεκίνησε από τον αθλητισμό και τον πολιτισμό -δύο χώρους σε επιβεβλημένη παύση λόγω πανδημίας- κι ελπίζουμε να διεισδύσει με τη φόρα του και σε άλλους επαγγελματικούς χώρους. Γιατί είναι φανερό ότι αυτές οι συμπεριφορές δεν είναι θλιβερό προνόμιο ενός χώρου, οι κακοποιητικές και εγκληματικές συμπεριφορές ευδοκιμούν όπου υπάρχουν σχέσεις εξουσίας, δηλαδή παντού.

Οι συνταρακτικές εξελίξεις, με επίκεντρο τον θεατρικό χώρο τον τελευταίο μήνα επιβεβαιώνουν, μεταξύ άλλων, και την ίδια την αλλαγή του φεμινιστικού κινήματος τα τελευταία χρόνια, που πια είναι πιο ανοιχτό, πιο συμπεριληπτικό, ενδιαφέρεται για τα ερωτήματα που αφορούν την έμφυλη ταυτότητα και συνομιλεί με πολλά κινήματα που ενδιαφέρονται για την προστασία του αδύναμου ατόμου. Η δολοφονία του Βαγγέλη Γιακουμάκη, ο βιασμός και η γυναικοκτονία της Ελένης Τοπαλούδη, η δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου, η δίκη της ΧΑ έχουν ενώσει φωνές και κινήματα, έχουν δείξει ένα δρόμο, έχουν ανοίξει μια χαραμάδα κοινωνικής ευαισθησίας με τρόπο που δεν ήταν ορατός σε συζητήσεις στο παρελθόν.

Για όσους/όσες είμαστε μέσα στον θεατρικό χώρο, όλες αυτές οι μέρες έχουν ταραχή, ένταση, αγωνία, οδύνη, αλλά και φως. Ένας παλιός κόσμος που προσπαθεί να κρατηθεί από όπου μπορεί κι ένας νέος που ανατέλλει με δύναμη, ορμή και ενδυναμωτική αλληλεγγύη. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα έλεγα ότι η πανδημία έχει και θετικές επιπτώσεις στο ελληνικό θέατρο, με τα θέατρα κλειστά, με τα επείγοντα ζητήματα επιβίωσης και ανεργίας που βασανίζουν τη συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων στον πολιτισμό. Κι όμως. Το θέατρο, ακόμη και κλειστό, καταφέρνει και πρωτοστατεί σε μια άνευ προηγουμένου κοινωνική αλλαγή. Το διάστημα της πανδημίας, η σχεδόν προκλητική απαξίωση της πολιτείας και του ΥΠ.ΠΟ. για τον πολιτισμό και τους ανθρώπους του, γέννησε κινήματα όπως οι Support art workers, νέα σωματεία, οδήγησε στην αναγέννηση του Σ.Ε.Η., που διαχειρίζεται με ψυχραιμία, ευαισθησία και δύναμη μια εξαιρετικά κρίσιμη στιγμή.

Η μεγαλύτερη δυσκολία της περιόδου που διανύουμε έγκειται, κατά τη γνώμη μου, στην οργανωμένη προσπάθεια αποπροσανατολισμού της δημόσιας συζήτησης. Το ‘χει πει εξαιρετικά εύγλωττα ο δεινός μαρκετίστας Ντον Ντρέιπερ στο Mad Men: «If you do not like what is being said, just change the conversation / Eάν δεν σου αρέσει αυτό που λέγεται, απλώς άλλαξε το θέμα συζήτησης». Αυτό παρακολουθούμε εδώ και μέρες στη δημόσια σφαίρα. Η ανάληψη της υπόθεσης Λιγνάδη από έναν δικηγόρο σαν τον Αλέξη Κούγια αυτήν τη στρατηγική εξυπηρετεί. Ακούσαμε αδιανόητα πράγματα, φράσεις-‘υπερασπιστική γραμμή’ που εμπίπτουν στον αντιρατσιστικό νόμο, άσχετες συσχετίσεις-λογικά άλματα (φθονούν τον Λιγνάδη από το Σ.Ε.Η., αστείους ισχυρισμούς για πολιτική σκευωρία), μια ενορχηστρωμένη προσπάθεια με δύο εμφανείς στόχους: α. να αλλάξει το θέμα της συζήτησης από το βαρύτατο κατηγορητήριο εναντίον του Δημήτρη Λιγνάδη που είναι ‘βιασμοί κατά συρροή’ και β. μια επιχείρηση ‘δολοφονίας χαρακτήρων’, τρομοκρατίας και ενοχοποίησης των θυμάτων με απώτερο στόχο την αποθάρρυνση άλλων θυμάτων να μιλήσουν. Η ασπίδα όμως και των ανθρώπων του χώρου και της κοινωνίας απέναντι στα θύματα έδειξε ότι αυτοί οι άθλιοι τακτικισμοί, αυτά τα άθλια ομοφοβικά και ρατσιστικά σχόλια γυρίζουν μπούμερανγκ. Γιατί; Γιατί έχει αλλάξει η εποχή.

Η προσπάθεια αποπροσανατολισμού της συζήτησης βεβαίως ξεκίνησε από τις αρχές του Φλεβάρη και σχετίζεται σαφέστατα με την αδιαμφισβήτητη πολιτική ευθύνη της Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, Λίνας Μενδώνη. Μετά από πρωτοφανείς κινήσεις αμηχανίας, πανικού, συγκαλύψεων, καθυστερήσεων και στρουθοκαμηλισμού ζήσαμε μια συνέντευξη τύπου-μνημείο υποτίμησης της θεατρικής τέχνης και της νοημοσύνης μας. «Μας εξαπάτησε και με εξαπάτησε». Πλήρης αποποίηση ευθυνών και άρνηση ανάληψης της πολιτικής ευθύνης για ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα στον χώρο του πολιτισμού. «Στο επιτελικό κράτος μπέρδεψαν την ποινική με την πολιτική ευθύνη. Δεν αρκεί το ‘δεν ήξερα. Αν ήξερες, ήσουν για συνέργεια. Το ‘δεν ήξερα πρέπει να σημαίνει νομοτελειακά ‘παραιτούμαι’», όπως συνόψισε εύστοχα και ο συνάδελφος Κώστας Κωστάκος. Το γεγονός ότι δεν ζητήθηκε μέχρι σήμερα, έστω τώρα, έστω τόσο αργά, η παραίτηση της Υπουργού, το γεγονός ότι ο Πρωθυπουργός της χώρας την υπερασπίζεται ενώ ακόμη και στελέχη του κόμματός του εκφράζουν ανοιχτά την αντίθεσή τους σε αυτήν την αδιανόητη υποστήριξη, δημιουργεί το λιγότερο πολλά ερωτηματικά.

Στην επιχείρηση υποστήριξης της Υπουργού επιστρατεύτηκαν την περασμένη εβδομάδα και υπογραφές ανθρώπων του πολιτισμού, η περίφημη λίστα των 56, οι περισσότεροι εκ των οποίων διευθυντές εποπτευόμενων φορέων, διορισμένοι από την ίδια την Υπουργό. Προφανώς και οι 56 είναι λίγοι και κυριολεκτικά και μεταφορικά. Αλλά προφανώς και δεν έχουν αντιληφθεί την τεράστια αλλαγή που συντελείται. Δεν έχουν αντιληφθεί ότι ξανα-συστηνόμαστε. Θεωρούν μάλλον ότι η κοντή μνήμη που συνήθως μας χαρακτηρίζει, θα σβήσει από το μυαλό μας σε λίγο καιρό αυτήν την κατάπτυστη δήλωση-κίνησή τους. Δεν έχουν καταλάβει ότι αυτο-στιγματίστηκαν για πάντα, χάλασαν το όποιο ‘όνομα’ έφεραν. Γιατί είναι σίγουρο: κανείς δεν θα ξεχάσει τα ονόματα των 56. Όπως κανείς δεν θα ξεχάσει και τα ονόματα από τον χώρο της δημοσιογραφίας που επιδόθηκαν σε victim-blaming ή επιχειρήσεις αποσιώπησης. Θα τα θυμόμαστε πάντα ως θλιβερό απολίθωμα μιας εποχής που φεύγει ανεπιστρεπτί. Μιας εποχής που φεύγει σαρώνοντας αυθεντίες, γκουρού και μανδαρίνους, ανοίγοντας ακόμη μεγαλύτερο χώρο στις φωτεινές πρακτικές και τις αληθινές δημιουργικές συναντήσεις.

«Η ντροπή έχει αλλάξει πλευρά», έχει πει η Γαλλίδα φεμινίστρια και συγγραφέας Françoise Héritier. Ναι, ήρθε η στιγμή. Η ντροπή που βασάνιζε χρόνια τα θύματα παίρνει τη θέση που της ανήκει, δίπλα στους θύτες.

Θα κλείσω αυτό το κείμενο με τα λόγια του Βασίλη Κ.:

«Πιστεύω στην ελληνική δικαιοσύνη. Δεν πιστεύω σε θεωρίες συνομωσίας. Πιστεύω στην κατάλληλη στιγμή. Δεν πιστεύω στη συγκάλυψη πάνω σε τέτοιου είδους θέματα. Δεν το διανοούμαι. Ξέρω τον αδίστακτο και τον χειριστικό όμως. Αυτόν που θα έκανε τα πάντα να σε ξεγελάσει. Αυτόν που δεν πίστευε ότι θα κατηγορηθεί λόγω του κοινωνικού στάτους των θυμάτων. Το βίωσα. Το βιώσαμε, γιατί είμαστε δυστυχώς πολλοί. Μην το ξεχνάς. Τον αδίστακτο.

Δεν έχω καμία σχέση με την πολιτική. Δεν γνώριζα ούτε πρόσωπα, ούτε ονόματα μέχρι πρότινος. Μην χρησιμοποιείτε το όνομα μου για πολιτικές σκοπιμότητες. Παρά μόνο αν χρειάζεται για να αλλάξετε το νόμο. Έτσι θα μας δικαιώσετε και θα σας συγχωρέσουμε.

Σκεφτείτε μόνο τα παιδιά».