Μέσα στη θλίψη της απόλυτης σιωπής που αφήνουν οι ειδήσεις για μεγάλες «απώλειες», πάντοτε αυτό που μένει είναι το εκκωφαντικό φως της μνήμης. Όταν οι μεγάλοι ποιητές φεύγουν από τη ζωή, τα λόγια τους δυναμώνουν ανεξήγητα και παίρνουν μορφή. Έτσι και ο Αλέκος Φασιανός, ένας από τους σπουδαιότερους «ποιητές» του εικαστικού κόσμου, θα μείνει για πάντοτε χαραγμένος στις θύμησές μας, με τις εικόνες που μας έχει χαρίσει. Ήταν, είναι και θα είναι βάλσαμο στα μάτια και τις ψυχές μας.

Η δεκαετία του ’60 σηματοδοτεί τη γέννηση μιας αμιγώς ευρωπαϊκής πρωτοπορίας που εκπροσωπούν Έλληνες καλλιτέχνες οι οποίοι, αφήνοντας πίσω τους την ασφυκτική μετεμφυλιακή Ελλάδα, έδρασαν και διακρίθηκαν σε διάφορα κέντρα της Ευρώπης. Ο Αλέκος Φασιανός ακολουθώντας τη γενιά του ’30, δημιουργεί ένα δικό του μοναδικό ζωγραφικό ρεύμα.

Μελετώντας την τέχνη του Αλέκου Φασιανού διαπιστώνουμε τη σύνδεσή του με τα διδάγματα της γενιάς του ’30, περί ελληνικότητας και παράδοσης. Ο ζωγράφος εντάσσεται θεωρητικά στη γενιά του ’60, όπου επικρατούν κινήματα όπως αυτό της pop art, nouveau réalisme και εξπρεσιονισμού αλλά εκείνος παραμένει υπέρμαχος της παραστατικής ζωγραφικής και των ελληνικών καταβολών του. Είναι καθαρά επηρεασμένος από τη γενιά του ’30, την αγάπη του για την ελληνική τέχνη, την αρχαία, τη βυζαντινή και τη λαϊκή.

Ο ίδιος θεωρεί ότι αντιπροσωπεύει «μια έννοια τοπικής τέχνης, που εκφράζει την προσωπική αίσθηση του καθημερινού βίου και του περιβάλλοντος χώρου, ας πούμε του ελληνικού», που έζησε και γνώρισε βαθιά. Για τον Αλέκο Φασιανό αυτό που είναι τοπικό είναι το μόνο έγκυρο, το μόνο που «μπορεί να έχει απήχηση σε όλον τον κόσμο», με άλλα λόγια το μόνο πανανθρώπινο. Έτσι ο Φασιανός χάραξε τον προσωπικό του δρόμο στην τέχνη, σμιλεύοντας με επιμονή τον δικό του εικαστικό κόσμο, που φέρει τη δική του ασύγκριτη σφραγίδα. H τέχνη του είναι αναγνωρίσιμη σε όλα τα μήκη και πλάτη της Ελλάδας αλλά και στο εξωτερικό.

ΠΟΔΗΛΑΤΗΣ 1977

Ο Αλέκος Φασιανός γεννιέται το 1935 στην Αθήνα. Με την οικογένεια του ζει τη γερμανική Κατοχή μέσα στον φόβο, την πείνα και την εξαθλίωση. Μετά τον πόλεμο, εγγράφεται στη Σχολή Καλών Τεχνών με καθηγητή τον Γιάννη Μόραλη και παράλληλα παρακολουθεί το εργαστήριο του Γιάννη Τσαρούχη, ο οποίος αργότερα θα σταθεί σταθμός έμπνευσης για το μελλοντικό έργο του.

Από το 1960 έως το 1963 ζει στο Παρίσι όπου εκπαιδεύεται στην τέχνη της λιθογραφίας στο ατελιέ του καθηγητή Clairin. Το 1963 επιστρέφει στην Αθήνα και μέχρι το 1967 δημιουργεί το «Ατελιέ της Καλλιθέας» με τον Βασίλη Σπεράντζα, τον Αντώνη Κέπετζη και τον Νίκο Στεφάνου. Ο Φασιανός έχει πει χαρακτηριστικά:

«Εκεί αναπτυχθήκαμε με έμπνευση και ενθουσιασμό, για μια ζωγραφική που βγαίνει από την αίσθηση της πραγματικότητας. Σ’ αυτό το ατελιέ, μας επισκέπτονταν πολλοί φίλοι ποιητές, ζωγράφοι, φιλότεχνοι και περίεργοι. Ερχόταν συχνά ο Ταχτσής, ο Τσαρούχης, ο Εμπειρίκος, η Βακαλό, ο Σινόπουλος, ο Καρούζος, ο Άναλις και πολλοί άλλοι. Έτσι, με την ηθική υποστήριξή τους και τις συμβουλές τους, παίρναμε πολύ θάρρος. Γιατί, δεν είναι εύκολο, όταν κανείς αρχίζει να είναι σίγουρος για το έργο του… Με τον Σπεράντζα μέναμε στο επάνω πάτωμα και ο Στεφάνου στο κάτω…

Εκεί, σ’ αυτό το σπίτι της Καλλιθέας, γεννήθηκε ο πρώτος ποδηλάτης καπνίζων. Ξαφνικά μια μέρα, ενώ στεκόμουν στο παράθυρο και κοιτούσα τον ουρανό, μου ήλθε η έμπνευση, σαν επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, να κάνω έναν ποδηλατιστή με τσιγάρο και καπνό και με τα μαλλιά του να ανεμίζουν. Όταν το ζωγράφισα, γέμισε το δωμάτιο με φούμες. Κατόπιν έκανα ένα άλλο, μπλε, και ύστερα ένα κόκκινο. Μέχρι τώρα, έχω ζωγραφίσει αρκετούς, για ποδηλατικούς αγώνες».

ΚΟΚΚΙΝΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ 1974

ΚΟΚΚΙΝΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ 1974

Με την ενθάρρυνση του Ανδρέα Εµπειρίκου, δημιουργεί τη σειρά έργων «Ποδηλάτες µε µαλλιά να ανεμίζουν». Πραγματοποιεί την πρώτη του μεγάλη έκθεση στην γκαλερί Μέρλιν στην Αθήνα. Η γκαλερί Gimpel εκθέτει μια σειρά από πίνακες του στη Νέα Υόρκη. Το 1971, εκθέτει στην Μπιενάλε της Βενετίας. Στη συνέχεια εκθέτει στη Γκαλερί Ιόλα, στη Ζουμπουλάκη και το 1972 συμμετέχει στην Μπιενάλε του Σάο Πάολο. Είναι η αρχή για αμέτρητες εκθέσεις σε μεγάλες γκαλερί, ιδρύματα αλλά και σημαντικές διακρίσεις.

Ο  Οδυσσέας Ελύτης έγραφε για το έργο του: «Δεν είναι τυχαίο ότι σε μια στιγμή που οι περισσότεροι καλλιτέχνες με απελπισία είχανε καταθέσει τα όπλα μπροστά στη χιλιομεταχειρισμένη παραστατική ζωγραφική, εκείνος, για να ’χει ακριβώς διατηρήσει σε συνεχή κατάσταση ανταρσίας την ιδιότυπη αθωότητά του, επέτυχε να διαχύσει ένα είδος δροσιάς που οι κουρασμένοι των σημερινών μεγαλουπόλεων, όχι χωρίς κάποιαν έκπληξη, αποδεχθήκανε σαν ευεργετική ανοιξιάτικη βροχούλα. Βέβαια, χρειαζόταν γι’ αυτό ένας θαυματοποιός. Και ο Φασιανός, μικρός ή μεγάλος, έδειξε ότι είχε τον τρόπο να βγάζει από το καπέλο του κουνέλια και σημαίες –στην περίπτωσή του φουμαδόρους και ποδηλάτες– με μια ευκολία που θα τη χαρακτηρίζαμε σαν επικίνδυνη αν, τις περισσότερες φορές, η ίδια του η χειρονομία δεν ήταν τόσο αυθόρμητη και πειστική».

Ο ΑΝΑΤΕΛΛΩΝ ΗΛΙΟΣ 1967

Το χαρακτηριστικό καλλιτεχνικό ύφος του Αλέκου Φασιανού διαμορφώνεται στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Τα τρία βασικά θέματα που παραμένουν σταθερά καθ’ όλη τη διάρκεια της πορείας του είναι η εστίαση του στον άνθρωπο, στη φύση και το περιβάλλον. Η μελέτη του ελληνικού πολιτισμού και η ασχολία του με τις γραφικές τέχνες και τη χαρακτική επηρέασαν σημαντικά το ζωγραφικό του έργο. Στις πρώτες συνθέσεις του κυριαρχεί η μορφή του «αξιωματικού με τα φουσκωτά, κόκκινα μάγουλα, τα έντονα γαλόνια στη στολή και το γελοιογραφικά υποβλητικό ύφος». Σταδιακά οι μορφές του μεταλλάσσονται.

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΑΡΠΟΦΟΡΙΑ

Σε σχέση με την επιλογή υλικών αναφέρει: «Με ό,τι πέφτει στα χέρια μου μπορώ να δημιουργήσω. Δεν πρέπει να είσαι δούλος των υλικών, αλλά να τα κατακτάς. Γιατί το υλικό είναι μέσο με το οποίο μπορείς να δημιουργήσεις. Μπορεί να είναι πέτρα, ξύλο ή οτιδήποτε άλλο. Και για τη ζωγραφική χρειάζονται απλώς χρώματα. Τα υλικά τα φτιάχνω μόνος μου. Φτιάχνω χρώματα με κόλλα και σκόνη. Όταν μαγειρεύεις σπίτι σου, δεν μαγειρεύεις καλύτερα από αυτά τα εστιατόρια; Κάπως έτσι κάνω και εγώ. Το ατελιέ μου είναι σαν κουζίνα. Μαγειρεύω και φτιάχνω μοναδικές συνταγές».

ΟΙ ΚΑΒΑΛΑΡΗΔΕΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ 1982

Τα πρώιμα έργα του ζωγράφου διαθέτουν ήδη μερικά χαρακτηριστικά που φανερώνονται και στο ώριμο ύφος του: την αγάπη της αφήγησης, το χιούμορ, τη μονοχρωμία με ιδιαίτερη έμφαση στα κόκκινα, στα μπλε και στα κίτρινα. Ο ζωγράφος εμπνέεται από την αρχαία ελληνική αγγειογραφία, τη βυζαντινή και τη λαϊκή παράδοση, τη ζωγραφική του Θεόφιλου αλλά και την σύγχρονη τέχνη. Στο έργο του κυρίαρχη είναι η ανθρώπινη μορφή – χαρακτηριστικές είναι οι φιγούρες του ποδηλάτη ή του καπνιστή, που επανέρχονται στη ζωγραφική του, ενώ σπανιότερα απεικονίζει και άλλα θέματα, όπως νεκρές φύσεις.

Χαρακτηριστικά στα κείμενα του αναφέρει: «Και τώρα αυτά που ζωγραφίζω κρατούν φλεγόμενα σπαθιά όπως οι βυζαντινοί άγιοι. Είναι όμως πλάσματα απόκοσμα, της δικιάς μου φαντασίας, όπως προήλθαν μέσα από τις σκοτεινές εκκλησίες. Μου αρέσει η κόκκινη μάζα η η μπλε, όχι όμως αφηρημένη. Θέλω όμως να συμβολίζει κάτι το χρώμα ή οι γραμμές. Για αυτό πάντα οι φιγούρες που ζωγραφίζω είναι διαλυμένες και ζουν στα λουλούδια…Ίσως είναι πεθαμένες».

Έχει πραγματοποιήσει αμέτρητες εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχει εικονογραφήσει βιβλία μεγάλων ποιητών και συγγραφέων. Επίσης έχει σχεδιάσει διάσημες αφίσες και γραμματόσημα. Εργάστηκε εξίσου ως σκηνογράφος και ενδυματολόγος σε αξέχαστες παραστάσεις στο Εθνικό θέατρο, στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν καθώς και έχει εκδώσει δικά του ποιητικά αλλά και πεζά κείμενα. Έχει βραβευτεί με σημαντικές διακρίσεις στην Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό.

ΩΡΑΙΑ ΧΩΡΑ ΣΤΟ ΦΩΣ 1976

Στην ερώτηση «Αν και έχετε σπουδάσει τέχνη, τονίζετε ότι είστε αυτοδίδακτος.» σε συνέντευξη του αναφέρει:

«Έχω σπουδάσει τέχνη, αυτό όμως που κάνω δεν μου το έχουν διδάξει, γι’ αυτό είμαι αυτοδίδακτος. Έχω δημιουργήσει κάτι δικό μου. Πρόσεχα τα έργα μου να είναι αυθεντικά, να μην είναι επανάληψη των προηγούμενων. Για παράδειγμα, οι ποδηλάτες και οι καπνιστές είναι δικά μου ευρήματα. Μου αρέσει ο Θεόφιλος, ο Τσαρούχης, κ.ά. Έχω πάρει από 70 ζωγράφους, αλλά δεν φαίνεται. Το σημαντικό είναι να μην φαίνεται κάποια επιρροή. Τότε μόνο γεννιέται ένα καινούργιο έργο.

«Νοσταλγείτε τα περασμένα;»: Δεν νοσταλγώ κάτι γιατί όλα επαναλαμβάνονται. Αλλάζουν οι άνθρωποι, φοράνε άλλα ρούχα, επαναλαμβάνουν όμως τις συνήθειες τους.»

Ο ίδιος αναφέρει: «Η ζωγραφική μου είναι ανθρωποκεντρική. Με ενδιαφέρει ο άνθρωπος, οι ιστορίες του, οι σχέσεις του και οι συνήθειες του. Μέσα σε κάποιες ανθρώπινες ιστορίες βέβαια, κάποιες φορές μπορείτε να παρατηρήσετε και λαογραφικά στοιχεία, που αφορούν ήθη, έθιμα ή τη θρησκεία του λαού μας.»

Γιατί για τον Αλέκο Φασιανό σημασία είχαν τα απλά πράγματα. Σημασία είχαν οι άνθρωποι, η ομορφιά της φύσης και η αγάπη του για την Ελλάδα. Μια Ελλάδα που ελπίζουμε να μην τον ξεχάσει ποτέ.

ΗΛΙΟΣ ΔΙΣΚΟΒΟΛΟΣ 2003