Ο κόσμος της είναι μια παραίσθηση με εκατομμύρια βούλες, σφαίρες και πουά και σε αυτό τον κόσμο στροβιλίζονται εκατομμύρια άνθρωποι που μπαίνουν μέσα στα έργα της για να νιώσουν τι σημαίνει να είσαι μια κουκκίδα στο σύμπαν. Στις εννέα δεκαετίες της ζωής της, η Γιαγιόι Κουσάμα, η πιο αναγνωρίσιμη «γιαγιά» των εικαστικών τεχνών, μία από τις πιο ακριβές εν ζωή καλλιτέχνες, η γυναίκα που ζει με επιλογή της από το 1977 στην ψυχιατρική κλινική του Τόκιο Seiwa Mental Hospital και έχει μιλήσει ανοιχτά για τη νόσο της και για τη σωτηρία που της πρόσφερε η τέχνη, για ακόμα μία φορά παρουσιάζει δύο από τα Mirrored Rooms, τα μαγικά της δωμάτια αντικατοπτρισμών με τις ατέλειωτες αντανακλάσεις στην Tate Modern, στο μουσείο που το 2012 της έκανε μια μοναδική αναδρομική έκθεση.

Το Infinity Mirrored Room είναι μία από τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις της Κουσάμα μέχρι σήμερα που έγινε ειδικά για την αναδρομική έκθεση του 2012, στην αίθουσα Γιώργου Οικονόμου, για έναν ολόκληρο χρόνο από τον Μάιο του 2020 έως τον Μάιο του 2021.

Infinity Mirrored Room—My Heart Is Dancing Into the Universe, 2018.

Το μοτίβο της είναι επαναλαμβανόμενο. Κουκκίδες παντού σε μία εκπληκτική ποικιλία μέσων, στη ζωγραφική, σε γλυπτά, σε εγκαταστάσεις. Για πολλά χρόνια το έργο της ήταν περιφρονημένο και η ίδια βυθισμένη στην κατάθλιψη της απόρριψης αλλά και στη δίνη των τραυμάτων της παιδικής της ηλικίας. Το έργο της συνδέει τον σουρεαλισμό και τον μινιμαλισμό, την ψυχεδέλεια και τα όρια της ποπ αρτ, τις πολιτιστικές ταυτότητες της Ανατολής και της Δύσης μέσα σε μια εννοιολογική ρευστότητα. Η Κουσάμα είναι Γιαπωνέζα αλλά θα μπορούσε να είναι μία πολίτης οποιασδήποτε χώρας του κόσμου με το έργο της να κινείται αβίαστα, αυθόρμητα και εξίσου οργανωμένα, δημιουργώντας το δικό της λεξιλόγιο και το ατομικό της σύμπαν, ένα σύμπαν χωρίς τέλος και αρχή χαμένο σε τεθλασμένες του χρόνου και των αντανακλάσεων του φωτός.

Η ίδια φορώντας την χαρακτηριστική κόκκινη περούκα της είναι μία περσόνα που τα έργα της πιάνουν εκατομμύρια στις δημοπρασίες, μία καλλιτέχνης με αίγλη τύπου «Άντι Γουόρχολ» που ξετρελαίνει επισκέπτες των εκθέσεών της και instagrammers που φωτογραφίζονται φανατικά μπροστά στα έργα της. Είναι σαν να κερδίζει τον χαμένο χρόνο, ολόκληρες δεκαετίες που έζησε μέσα στην ανασφάλεια και την αφάνεια. Η Κουσάμα σήμερα ακόμα ανθίζει, φτιάχνοντας τα φανταστικά της έργα μέσα στο ασφαλές περιβάλλον της κλινικής, μακριά από όσα την τραυμάτισαν σε σχεδόν όλη τη ζωή της.

Η Γιαγιόι Κουσάμα μέσα στην εγκατάσταση “Love Is Calling”

Μια τραυματική, σκληρή και οδυνηρή παιδική ηλικία

Η Γιαγιόι Κουσάμα γεννήθηκε το 1929 στην πόλη Ματσουμότο της Ιαπωνίας. Από μικρή αγαπούσε τη ζωγραφική αλλά η οικογένειά της όχι μόνο δεν καταλάβαινε αλλά την εμπόδιζε, με τη μητέρα της να της αρπάζει τα έργα από τα χέρια. Μία από τις πρώτες της αναμνήσεις είναι να κάνει σχέδια με πουά στο χαρτί με τα δάχτυλά της. Το οικογενειακό περιβάλλον ήταν βίαιο και τραυματικό. Ο πατέρας της είχε ερωμένες, η μητέρα της ήταν διαρκώς θυμωμένη, το σπίτι ήταν ένας πνιγηρός τόπος ανασφάλειας.

Η μικρή Γιαγιόι είχε ψευδαισθήσεις ως αποτέλεσμα της ανάγκης να διαφεύγει από το περιβάλλον της από την ηλικία των δέκα ετών. Είναι ακριβώς οι κουκκίδες, οι λάμψεις αλλά και τα λουλούδια που συναντάμε στο έργο της. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος τη βρίσκει στην εφηβεία να δουλεύει από τα 13 της σε στρατιωτικό εργοστάσιο μέσα στο σκοτάδι για το φόβο των αεροπορικών επιδρομών. Η ανάγκη της να διαφύγει γίνεται όλο και μεγαλύτερη. Μετά τον πόλεμο καταφέρνει να μελετήσει ζωγραφική Nihonga στη Δημοτική Σχολή Τεχνών και Χειροτεχνίας του Κιότο, αλλά απογοητεύεται γρήγορα. Το ενδιαφέρον της στρέφεται στην αμερικανική και ευρωπαϊκή πρωτοπορία και όταν πέφτει τυχαία στα χέρια της ένα βιβλίο με έργα της Georgia O’Keeffe, γοητεύεται και της γράφει μια επιστολή. Χρόνια αργότερα, η Κουσάμα είπε στον Guardian ότι θυμάται πως η διάσημη ζωγράφος τής απάντησε με μεγάλη καλοσύνη και γενναιοδωρία. Η Κουσάμα βρήκε το θάρρος να φύγει για τη Νέα Υόρκη. Η μητέρα της, της είπε να μην πατήσει ποτέ το πόδι της πίσω, στο σπίτι τους.

Untitled, Yayoi Kusama

Μια εκδοχή της περίφημης κολοκύθας της Κουσάμα, που τη θεωρεί ως το πιο παιγνιώδες σε σχήμα λαχανικό στη γη.

Τα δύσκολα χρόνια της Αμερικής

Η Κουσάμα, μόνη, με ελάχιστα αγγλικά και ακόμα λιγότερα χρήματα ραμμένα στο κιμονό της διέσχισε τον Ειρηνικό και έφτασε στη Νέα Υόρκη, σε έναν κόσμο της τέχνης ανδροκρατούμενο και σκληρό. Δεν ήταν καθόλου εύκολο για εκείνη να βλέπει την άρνηση των γκαλερί να εκθέσουν έργα της, αλλά τις ιδέες της να κατακλέβονται ή έστω να «εμπνέουν» καλλιτέχνες όπως o Όλτενμπουργκ ή ο Γουόρχολ.

Παρόλο που γίνεται αποδεκτή από τους πρωτοποριακούς καλλιτέχνες και δουλεύει αδιάκοπα τα διάσημα σήμερα έργα της δυσκολεύεται οικονομικά και πολύ συχνά νοσηλεύεται με υπερκόπωση. Κάνει μια απόπειρα αυτοκτονίας, αλλά επανέρχεται και συνεχίζει να κάνει εξωφρενικές για την εποχή περφόρμανς στον δημόσιο χώρο, διαμαρτυρίες κατά του Νίξον και του πολέμου στο Βιετνάμ, ενώ οι καλλιτέχνες που έπαιρναν μέρος στις περφόρμανς που διοργάνωνε πέταγαν αιφνιδιαστικά τα ρούχα τους και μιμούνταν κλασικά γλυπτά.

Lake Michigan, το έργο πουλήθηκε από τον οίκο Sotheby’s για 5.4 εκ. δολάρια.

Η τέχνη της αμφισβητείται με τους επικριτές της να λένε ότι τα κάνει όλα για τη δημοσιότητα, ενώ στην Ιαπωνία «ντροπιάζει» τη συντηρητική οικογένειά της που απορρίπτει τη δραστηριότητά της, έτσι, πριν το 1966, κάνει άλλη μια απόπειρα αυτοκτονίας καθώς αισθάνεται απομονωμένη και μόνη. Το 1966 η Κουσάμα πήγε για πρώτη φορά στην Μπιενάλε της Βενετίας με τον Κήπο του Νάρκισσου, ένα έργο με χιλιάδες σφαίρες από γυαλί. Η Κουσάμα ντυμένη με ένα χρυσό κιμονό πουλούσε κάθε σφαίρα του έργου της για περίπου δυο δολάρια μέχρι να τελειώσει η διοργάνωση. Με την καριέρα της να μην έχει απογειωθεί ποτέ, το 1973 επιστρέφει στην Ιαπωνία. Ασχολείται με το εμπόριο έργων τέχνης, και με τη συγγραφή μυθιστορημάτων, διηγημάτων και ποίησης. Η υγεία της είναι κακή και το 1977 εισάγεται στο νοσοκομείο Seiwa στο οποίο ζει μέχρι σήμερα. Σε μικρή απόσταση βρίσκεται από τότε το εργαστήριό της. Η ίδια λέει πως αν δεν υπήρχε η τέχνη θα είχε αυτοκτονήσει πολύ καιρό πριν.

Η Γιαγιόι Κουσάμα το 1967 στη Νέα Υόρκη.

Η μεγάλη επιστροφή μιας παραγνωρισμένης πρωτοπόρου της τέχνης

Φεύγοντας από τη Νέα Υόρκη η Κουσάμα ξεχάστηκε ως καλλιτέχνης. Χρειάστηκε να φτάσει το τέλος της δεκαετίας του ’80, όταν το 1989 οργανώθηκε μία αναδρομική έκθεσή της στη Νέα Υόρκη και το ενδιαφέρον για την τέχνη της αναθερμάνθηκε. Ο κριτικός τέχνης και ποιητής Ακίρα Τατεχάτα, σημερινός διευθυντής  του Εθνικού Μουσείου Τέχνης της Οσάκα, πείθει την ιαπωνική κυβέρνηση και η Κουσάμα εκπροσωπεί ξανά την Ιαπωνία το 1993 στην Μπιενάλε. Η επιτυχία της ήταν απόλυτη και η Κουσάμα σε ηλικία 64 ετών είδε το έργο της στην έβδομη δεκαετία της ζωής της όχι μόνο να αναγνωρίζεται αλλά και να πουλιέται πανάκριβα σε δημοπρασίες ενώ κάθε μουσείο και κάθε συλλέκτης «που σέβεται τον εαυτό του» επιδιώκει να έχει ένα έργο της.

Η Κουσάμα ζει πάντα με τον φόβο της ψυχικής κατάρρευσης και η υγεία της είναι εύθραυστη, αλλά είναι ευτυχής αφού μπορεί και ζει σε ένα ασφαλές περιβάλλον μέσα στο οποίο μπορεί να δημιουργεί. Η παγκόσμια αναγνώριση του έργου της δεν έχει κλείσει τις πληγές του παρελθόντος, αλλά η μεγάλη κινητήριος δύναμη πίσω από το έργο της είναι μόνο η αγάπη. Αυτή διαλαλεί, αυτή εκφράζει και αυτή αντικατοπτρίζει με το έργο της. Ίσως είναι αυτό το συναίσθημα της αγάπης που δημιουργεί το αδιόρατο νήμα με όλους αυτούς που θαυμάζουν το έργο της, παίζουν με αυτό και αισθάνονται κοντά του μερικές στιγμές παιγνιώδους ευτυχίας.

Info έκθεσης:

 Yayoi Kusama: Infinity Rooms | 11 Mαΐου 2020 – 9 Μαΐου 2021 | Tate Modern