Μπαίνοντας ο Μάρτιος με βρήκε σε μια δύσκολη κατάσταση, σε εθελοντική απομόνωση, δύο μήνες μετά τον θάνατο του μπαμπά μου. Σε νέο σπίτι, σε νέα γειτονιά. Όλα καινούρια, όλα καθαρά, Ντουλάπες, ρούχα, βιβλία και cd όλα στη θέση τους. Τίποτα να τακτοποιήσω, τίποτα να διορθώσω. Άρα ο στόχος ήταν τι να κάνω όλον αυτό τον «μοντέρνο χρόνο» που ξαφνικά χαρίστηκε σε όλους μας.

Η πρώτη εβδομάδα εγκλεισμού πήγε μια χαρά. Λίγος ύπνος παραπάνω, λίγο φαγητό παραπάνω, λίγο ξενύχτι παραπάνω. Από τη δεύτερη εβδομάδα άρχισαν τα δύσκολα. Κάτι η συνεχής ενημέρωση, κάτι το ανελέητο σκρολάρισμα, ένα ανεύρυσμα στον Τζέρι (που κατέληξε  σε ένα δύσκολο χειρουργείο), ξαφνικά φαινόντουσαν ανάποδα. Άλλα διάβαζα, άλλα καταλάβαινα. Άλλα μου έλεγαν, άλλα νόμιζα πως άκουγα. Αφού τσακώθηκα με διάφορους σε ουρές και τηλεφωνικές (μη) εξυπηρετήσεις αποφάσισα να τα δω κι εγώ όλα αλλιώς.

Ανακάλυψα πως δεν μπορούσα να κάνω τίποτα από όσα είχα (είχαμε) συνηθίσει να κάνω (κάνουμε). Το διάβασμα πάντα οδηγούσε σε διάθεση για νέα ταξίδια και αυτό πια είναι απαγορευμένο. Όλοι στα τηλέφωνα απογοητευμένοι, τρομαγμένοι και πάρα πολλοί (πολύ) μόνοι. Άρχισε λοιπόν να μου είναι πιο εύκολο να δοκιμάσω τα ποσοστά επιτυχίας μου σε νέα πράγματα. Έμαθα να κάνω ψωμί και ένα νέο γλυκό για τις απογευματινές υπογλυκαιμίες. Βρήκα οδηγίες της γιαγιάς Vivienne (Westwood) για ένα από τα θρυλικά πλεκτά της και αποφάσισα (αφού το μεταφράσω) να δοκιμάσω να το ξεκινήσω.
Mε την προοπτική μιας έκθεσης ξεκίνησα νέα έργα και όταν άρχισαν να μη μου βγαίνουν (ξανά) άρχισα να (μαθαίνω) να κάνω γλυπτά. Προσπαθώντας να εξοικονομήσω χώρο, τακτοποίησα τα cd μου πάντα με συναισθηματικό κριτήριο και κοντινά μουσικά είδη, (ποτέ αλφαβητικά όμως γιατί θεωρώ ιεροσυλία να βάζεις την Madonna δίπλα στον Morrissey). Ξεκίνησα να παρατηρώ τις διαφορές στις συμπεριφορές των ανθρώπων. Ο γείτονας στο απέναντι μπαλκόνι, σταμάτησε να κοιτάει μόνο τον δρόμο και τους περαστικούς και φάνηκε πως άρχισε να αντιλαμβάνεται την ύπαρξη άλλων, δίπλα και απέναντί του. Οι υπάλληλοι στο super market άρχισαν να ανταποδίδουν τις καλημέρες, όταν άρχισαν να αντιλαμβάνονται τη συμπαράσταση στο «καλή συνέχεια».  Αυτό που κατάλαβα όμως είναι πως πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε με το τώρα και το σήμερα. Και να δούμε μετά τα σχέδια και το κοντρόλ για το αύριο και το μεθαύριο. Να μάθουμε να ανησυχούμε για όσα μπορούμε να αλλάξουμε. Να ασχοληθούμε στα σοβαρά με όσους έχουμε διαλέξει να είναι η οικογένειά μας. Το δικό μου το κουράγιο εξαντλείται στον Γιώργο, τον Τζέρι (τον σκύλο μας) και τον Σωτήρη (τη γάτα μας).

Θέλοντας να σας κάνω παρέα έστω και από μακριά, σας έκανα ένα playlist, μια συλλογή για το σημερινό απόγευμα. Λέγεται ”I (Will) Feel Better”. Ελπίζω να σας αρέσει.Καλή  ακρόαση….

Ο Γιάννης Καρδάσης είναι εικαστικός, γραφίστας, dj και ραδιοφωνικός παραγωγός. Θα του άρεσε να ζούσε στη Βαρκελώνη ή στο Παρίσι αλλά προς το παρόν ζει στην Αθήνα. Θεωρεί σημαντικούς τους πίνακες του Mark Rothko, τους Pet Shop Boys, το εξώφυλλο του True Faith των New Order, την αφίσα από το Tutto Su Mia Madre και την ταινία Fight Club.