Το Λεμονοδάσος του Κοσμά Πολίτη, μια ιστορία που γράφεται σε πρώτο πρόσωπο εν είδει ημερολογίου το 1931 για να περιγράψει μια εσωτερική νεανική διαδρομή προς την ελευθερία και τον πόθο της εκπλήρωσης του σωματικού και πνευματικού έρωτα, τη φυγή και την τελική αναμέτρηση με το «τέρας της πραγματικότητας» συνομιλεί αυτό το καλοκαίρι ως πνευματική παρακαταθήκη με τη σειρά των 67 έργων του Γιάννη Ψυχοπαίδη που εκτίθενται στην γκαλερί Citronne του Πόρου με τίτλο «Λεμονοδάσος – Ημερολόγια ενός καλοκαιριού» και αποτελούν την πρώτη από τις δυο εκθέσεις του ζωγράφου που οργάνωσε η Τατιάνα Σπινάρη Πολλάλη. Η δεύτερη έκθεση, στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Πόρου, με τίτλο «Το Αλφάβητο – Αρχαϊκό Παλίμψηστο», στην οποία παρουσιάζεται μια ενότητα 24 έργων σε μορφή βιβλίου, παρουσιάζει τη σχέση της ελληνικής γραμματείας και των θραυσμάτων της ιστορίας, όπως συναντιούνται σε έναν φυσικό χώρο που έχει να αφηγηθεί τη μακραίωνη ιστορία των αγαλμάτων, των ευρημάτων και της περιπετειώδους διαδρομής τους μέσα στο χρόνο.

«Το ίδιο το μυθιστόρημα και το ειδικό βάρος που είχε, τότε που δεν υπήρχε τηλεόραση ή εικόνα των καλλιτεχνικών προϊόντων, είναι αυτό που σημάδεψε τη δική μου γενιά που αντλούσε από τη γενιά του ‘30 και ενηλικιώθηκε σε μια εποχή διαμορφωμένη από την καινούργια εικόνα μιας κοινωνίας που ήταν σε αναβρασμό με αλλαγές και αμφισβητήσεις». Έτσι ξεκινά να αφηγείται ο Γιάννης Ψυχοπαίδης τη σχέση του με το εμβληματικό «Λεμονοδάσος» του Κοσμά Πολίτη.

Η γενιά του ’60 στην οποία ανήκει ο Γιάννης Ψυχοπαίδης τα βιώνει αυτά τα μηνύματα ως νεολαία που αμέσως μετά τον πόλεμο θέλει με τη σειρά της να αμφισβητήσει, να ανατρέψει με μια πολύ ρομαντική διάθεση και μια αίσθηση ότι ο κόσμος αυτός είναι δυνατόν να αλλάξει και να αλλάξει προς το καλύτερο. Όλη αυτή η ουτοπία, η συνδεδεμένη με τη γενιά του ’60, περιέχει το ρομαντικό αίτημα για αλλαγή και τη μαχητικότητα και τη δυναμική και την αίσθηση ότι ο καθένας κρατούσε την τύχη του στα χέρια του.

Τα έργα του Ψυχοπαίδη, μέσα στο κατάλευκο κέλυφος της γκαλερί δημιουργούν μια αέναη σειρά χρυσοκίτρινων καρπών, έναν κύκλο και μια υπενθύμιση του θριάμβου της καρποφορίας της φύσης συνδεδεμένο με ευτελή και τυχαία αντικείμενα της καθημερινότητας, ένα κομμάτι ψωμί, ένα σκοινί, ένα κομμάτι κεραμικού, μια φωτογραφία. Το μαύρο φόντο αυτής της αέναης νεκρής φύσης, ο διάλογος του ζωγράφου με το χώρο της σκέψης και του αναστοχασμού, το γεμάτο νόημα κενό, είναι ένας  καμβάς μπροστά στο άπειρο, την ουτοπία, τη μνήμη, είναι η ανησυχία που οργανώνει τον προσωπικό χώρο και τον φανταστικό διάλογο του θεατή με το έργο και δημιουργεί εκ νέου ένα νέο φανταστικό λεμονοδάσος μιας διαφεύγουσας και αμετάκλητα χαμένης νεότητας.

Το εικαστικό ημερολόγιο του Ψυχοπαίδη αναφέρεται στη λογοτεχνική κληρονομιά μιας γενιάς που μεγάλωσε με τα έργα των λογοτεχνών, των ποιητών και σε μια εποχή που η ποίηση πολύ περισσότερο και από σήμερα γινόταν με κάθε τρόπο κοινό κτήμα. Ως καλλιτέχνης μιας γενιάς που είδε τον κόσμο να βγαίνει με αίσθημα οδύνης και με το βάρος του πολέμου, της Κατοχής και του Εμφύλιου, ο Ψυχοπαίδης βίωσε τις δεκαετίες από το ’50 έως το ’80, ζώντας στην καρδιά των μοναδικών γεγονότων της ευρωπαϊκής ιστορίας, με την τέχνη να συνδέεται με το αίτημα της μεγάλης αλλαγής και οικοδόμησης των ιδεών, αναζητώντας παράλληλα μια διαρκή πνευματική μια καλλιτεχνική διεργασία.

Μέλος της ιστορικής ομάδας Τέχνης Άλφα, αφηγείται τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η τέχνη συνδεόταν με την κοινωνία, που σήμερα φαντάζει σχεδόν ασύλληπτος: «Εμείς στη δεκαετία του ’60, σαν φοιτητές της Σχολής Καλών Τεχνών με καλλιτέχνες από άλλες γενιές, με την Κατράκη, τον Ζογγολόπουλο τον Κουλεντιανό, τον Κοκκινίδη είχαμε νοικιάσει ένα φορτηγό και κάναμε εκθέσεις εκτός του αθηναϊκού κέντρου. Παρά το ότι είχαμε διαφορετικές φόρμες, τα έργα μας συγκροτούσαν μια πρόταση που δημιουργούσαν τελικά και μια απόλυτα φυσική κατάσταση. Στήναμε τα έργα μας και κάναμε με τον κόσμο “ηρωικές” συζητήσεις. Ο κόσμος μάς θαύμαζε ή μας αμφισβητούσε, συζητούσε μαζί μας ή διαφωνούσε, ωστόσο υπήρχε η κοινή αίσθηση ενός κόσμου μέσα στον οποίο το έργο τέχνης ήταν κάτι πολύτιμο που μοιραζόμαστε όλοι μαζί. Σήμερα η τέχνη συσσωρεύεται σαν μια ιστορία κατανάλωσης, η οποία προσφέρει κάτι για να το ξεχάσεις την επόμενη στιγμή και να το αντικαταστήσεις με κάτι άλλο, υπάρχει αυτή η διαρκής ανάγκη ενός αισθήματος να απορροφήσει πράγματα και μετά να τα διώξει. Είναι ακριβώς  αυτή η έννοια της νεωτερικότητας που στην ουσία απαξιώνει τα πράγματα και κυρίως δεν αφήνει το χρόνο περισυλλογής, τον αναγκαίο χρόνο του στοχασμού».

Τα έργα του Ψυχοπαίδη στην γκαλερί Citronne επιδιώκουν το αντίθετο. Ορίζοντας την κάτοψη του συγκεκριμένου χώρου της γκαλερί ανακαλούν  τα απελεύθερα αισθήματα και την ελευθερία ενός νέου τύπου ανθρώπου όπως τον περιγράφει ο Κοσμάς Πολίτης, σε ένα περιβάλλον που βρίσκεται όχι μόνο μέσα μας αλλά και δίπλα μας με κάθε έργο να μοιάζει με καρέ μιας ταινίας που αέναα αναφέρεται στη φύση, την πραγματικότητα, τη μνήμη και τον στοχασμό. Το Λεμονοδάσος είναι ο εσωτερικός λόγος του καλλιτέχνη, που προσδιορίζει τη σχέση του εαυτού του με τον τόπο, το δημιουργικό άγκιστρο και η βαθιά προσωπική ανάγκη να συνδεθεί με έναν τόπο που δεν είναι ο οικείος του, αλλά είναι ένα μοναδικό στοιχείο και σημείο αναφοράς και στο φυσικό τόπο που φιλοξενεί την έκθεση. Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό στην Citronne του Πόρου. Το 2010, η έκθεσή του ήταν εμπνευσμένη από την ιστορία της Γαλήνης, στην οποία ο Σεφέρης έγραψε την Κίχλη, όπως την έβλεπε από την πόρτα της γκαλερί, ήταν μια επιστροφή σε μια ιστορία που όπως λέει «ιδεολογικά μας διαμόρφωσε ως πνευματικά όντα».

«Το ίδιο, με ένα παράδοξο τρόπο, επαναλήφθηκε και τώρα και βγήκε στην επιφάνεια πάλι με τη λογοτεχνία αλλά και με τον τόπο, ένα μικρό παράδεισο που υπάρχει ιδεατά και πραγματικά», λέει ο Ψυχοπαίδης μιλώντας για την τωρινή έκθεση. «Στον Πόρο μοιάζει να έχει σταματήσει ο χρόνος, είναι ο τόπος ήπιος χωρίς να είναι παλιομοδίτικος, υπάρχει η ευγένεια και ένας χαμηλός τόνος παντού γύρω σου». 

Από το διάλογο της πρωτογενούς φύσης, από την απεικόνιση του μη ποιητικού ως κρίσιμου στοιχείου μιας σύνθεσης και μέσα σε ένα σκούρο φόντο, αναφορά στο σκοτεινό περιβάλλον της κλασικής ζωγραφικής της Αναγέννησης, σε χώρο  χωρίς πραγματική προοπτική, από τα απαστράπτοντα λεμόνια, θαύματα της φύσης, της Citronne, φτάνουμε στο δεύτερο χώρο, στη σκιά του μικρού Αρχαιολογικού Μουσείου Πόρου, ενός μουσείου στην κλίμακα του νησιού για μια άλλη συνομιλία, αυτή τη φορά με τα στοιχεία που συγκροτούν όχι μόνο τη μνήμη αλλά και την ταυτότητά της.

Αυτή είναι η έβδομη χρονιά που η γκαλερί Citronne συνεργάζεται με το Αρχαιολογικό Μουσείο, «αναζητώντας τη χαμένη ενότητα με το παρελθόν και την προβολή της στο μέλλον», όπως γράφει στον κοινό κατάλογο των δύο εκθέσεων η ιστορικός τέχνης και διευθύντρια της γκαλερί Τατιάνα Σπινάρη – Πολλάλη.

Η σχέση του Ψυχοπαίδη με τα μουσεία είναι παλιά. Αυτή είναι η τέταρτη έκθεσή του, έχουν προηγηθεί η έκθεση του 1985 στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Μονάχου, στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης και στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Πάτρας. Εκτός από τα έργα που συνδέουν την απεικόνιση των γλυπτών και πάλι με τα ευτελή ή εφήμερα της καθημερινότητας, με επισήμανση της γραμματείας μέσα από τα ίχνη της, τα ατόφια ή και κατεστραμμένα, ο Ψυχοπαίδης παρουσιάζει για πρώτη φορά και τρία νέα έργα, εμπνευσμένα από εκθέματα του Μουσείου Πόρου, ένα γυναικείο αγαλμάτιο του 4ου αιώνα π.Χ. από την Τροιζήνα, ένα πόδι ανδριάντα των ρωμαϊκών χρόνων από το ιερό του Ποσειδώνος στην Καλαύρεια του Πόρου, ενώ το τρίτο αναφέρεται σε ένα τραπεζοφόρο των Ρωμαϊκών χρόνων με παράσταση Διονύσου. Η αντίστιξη της έννοιας του κλασικού κι αιώνιου με την πεζότητα και την αποσπασματικότητα ή και το ρεαλισμό της καθημερινής ζωής αποκτά ένα νέο ειδικό βάρος με τα στοιχεία της παλιότερης και της σύγχρονης ζωής, τις μαρτυρίες του βίου να συνομιλούν σε ένα παιχνίδι αντικατοπτρισμού του παρελθόντος που συνδέεται αδιάκοπα με τα ερωτήματα του παρόντος και τις προοπτικές του άδηλου μέλλοντος.

Ιnfo έκθεσης:

«Ίχνη στον Χρόνο»: «Λεμονοδάσος – Ημερολόγια ενός καλοκαιριού» & «Το Αλφάβητο – Αρχαϊκό Παλίμψηστο» του Γιάννη Ψυχοπαίδη | Γκαλερί Citronne & Αρχαιολογικό Μουσείο Πόρου