Μια αυθαίρετη καντίνα σε απόμερη επαρχιακή παραλία, συρτάρια γεμάτα απλήρωτους λογαριασμούς και χρέη. Ένας πατέρας που προσπαθεί να επιβιώσει με τη νεαρή κόρη του και μια μυστηριώδης εξαφάνιση. Ο φόβος, οι υποψίες και οι προκαταλήψεις μέσα από μισές αλήθειες: το σκηνικό για το νέο έργο του Γιάννη Τσίρου «Άγριος σπόρος» που κάνει πρεμιέρα στις 13 Δεκεμβρίου 2013 στο θέατρο Αριστοτέλειον της Θεσσαλονίκης σε σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις.

Μετά από πολύ δυνατά έργα, όπως τα «Αξύριστα Πηγούνια», η «Άπνοια», τα «Ελεύθερα ‘Υδατα» , η «Αόρατη ‘Ολγα» , με θύτες και θύματα σε ρόλους εναλλασσόμενους, ποιο είναι άραγε το μήνυμα που αυτή τη φορά μας περνάει ο συγγραφέας; «Δεν προσπαθώ να δώσω κάποιο μήνυμα, γιατί αυτό προκύπτει μόνο του» λέει ο Γιάννης Τσίρος. «Προτιμώ να μην προϊδεάζω, το αφήνω στον θεατή. Αλλιώς το έργο θα υπονομευόταν διαρκώς».

Πώς προέκυψε ο τίτλος, «Άγριοι σπόροι»;
«Είναι οι σπόροι που δεν επιδέχονται καλλιέργεια, τα αυτοφυή και αειφόρα φυτά. Λειτουργεί συμβολικά, γιατί ο ήρωας κι όλη η νοοτροπία των ελλήνων μοιάζουν με άγριους σπόρους». Ο ήρωας είναι χοιροτρόφος και το καλοκαίρι κατεβαίνει στην παραλία όπου έχει στήσει μια καντίνα. Την πλοκή του έργου πυροδοτεί η εξαφάνιση ενός νεαρού γερμανού που ταξιδεύει μόνος μια εβδομάδα πριν την έναρξη του έργου. Γίνονται αναζητήσεις και ο κόσμος πιστεύει ότι τον σκότωσε ο χοιροτρόφος. «Όλο το έργο εκτυλίσσεται σε μια μέρα. Υπάρχουν μόνο τρία πρόσωπα – ο χοιροτρόφος, η κόρη του κι ένας νεαρός αστυνόμος της περιοχής που έχει το ρόλο του αγγελιοφόρου. Παράλληλα όμως υπάρχει η αίσθηση ενός πλήθους ανθρώπων – ο μικρόκοσμος της περιοχής που περιφέρεται τριγύρω, τουρίστες ή ξένοι που ζουν εκεί το καλοκαίρι».

Ο Γιάννης Τσίρος γεννήθηκε στη Μεσσηνία και μεγάλωσε στην Αθήνα. Αναρωτιέμαι αν εμπνεύστηκε στοιχεία του έργου από την επαρχία που γνωρίζει. «Τα στοιχεία, που λειτούργησαν και σαν δικό μου ψυχολογικό απόθεμα, είναι τα στοιχεία της επαρχίας, όπως τη γνώρισα τόσο λόγω καταγωγής όσο και σε καλοκαιρινές διακοπές μου. Κυρίως παρατηρούσα το μόχθο των ανθρώπων που εργάζονται, όσο οι άλλοι κάνουν διακοπές. Ξεκίνησα να γράφω το έργο το 2008 και ασχολήθηκα ξανά το 2010. Από τα γραπτά του 2008 παρέμεινε το στοιχείο του ανθρώπου που μοχθεί και μοιάζει σαν έξω απ’ όλους τους άλλους, με το χαρακτηριστικό του άξεστου και του έλληνα που δεν τηρεί τα ευρωπαϊκά πρότυπα και κανόνες. Το 2010 ήμασταν ήδη σε κρίση και απ’ το εξωτερικό δεχόμασταν τα πρώτα στοιχεία προκατάληψης. Ο παραπάνω άνθρωπος έμοιαζε πλέον να συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά όλης της Ελλάδας: χρεωμένος, χωρίς καμία τάξη στις υποθέσεις του κλπ».

Στο σημείωμά του ο σκηνοθέτης αναφέρεται στις μισές αλήθειες, με τις οποίες οι λαοί καλλιεργούν και τρέφουν τις εθνικές τους προκαταλήψεις. « Η άλλη μισή αλήθεια», μας λέει ο συγγραφέας, «είναι η αδυναμία του ανθρώπου να ανταποκριθεί σε κανόνες χωρίς να έχει τη βασική υποδομή, που πήρε ξαφνικά εμβληματικό χαρακτήρα. Έβλεπα όλη τη χώρα στα ζητήματα που κουβαλάνε κακοδαιμονία, όπως η έλλειψη συνέπειας ή η προσπάθεια επιβίωσης χωρίς κανονισμούς. Στο έργο ξεκινώ με την προκατάληψη απέναντι σ’ έναν άνθρωπο, τον χοιροτρόφο, που τρέφει και σφάζει γουρούνια – δουλειά που μπορεί να ενοχλεί. Όταν όμως οι προκαταλήψεις γίνονται εθνικές, παίρνουν άλλες διαστάσεις. Είναι λανθασμένο το ότι γενικεύουμε χαρακτηριστικά για λαούς, δεν μπορείς να μιλάς γενικά για έναν λαό εκατομμυρίων με τόσες διαφορετικές αντιλήψεις. Και ωστόσο, μέσα απ’ τη λαϊκή, κυρίως, αντιμετώπιση και απλούστευση, είναι εύκολο να το κάνει κανείς. Η γενίκευση γενικεύει τους κανόνες».

Στα λόγια του Γιάννη Τσίρου νιώθω να υφέρπει μια έντονη ανάγκη υπεράσπισης της χώρας: «Ως άνθρωπος θα ήθελα να την υπερασπιστώ, όχι όμως ως συγγραφέας. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκα την υπέρμετρη κατηγορία κατά της Ελλάδας, αλλά και τις εθνικές προκαταλήψεις των ελλήνων για τους ευρωπαίους, που αντίστοιχα υπάρχουν στο έργο. Δεν θα έκανα όμως στρατευμένη συγγραφή έργου. Εξάλλου, δεν μπορώ να εκθέσω την κάθε πλευρά. Θέλω να φαίνονται όλες οι δυνάμεις και οι αλήθειες των ανθρώπων».

Πολλά έργα του ωστόσο, όπως η «Αόρατη Όλγα» ή τα «Αξύριστα Πηγούνια» επικεντρώνονται στον αδύνατο, τον ξένο, τον διαφορετικό. «Δεν μου έχει γίνει έμμονη ιδέα, αλλά πιστεύω ότι το αίσθημα δικαίου μπορεί να επιλύσει πολλά και είναι το ζητούμενο στις κοινωνίες. Αυτό προκύπτει στα έργα μου. Δεν δίνω απαντήσεις, αλλά το καταδεικνύω. Είναι το όριο για να ζήσουν οι κοινωνίες καλά. Η δικαιοσύνη τείνει να γίνει μια αόριστη έννοια. Το ζητούμενο όμως είναι ο κάθε άνθρωπος να έχει την αίσθηση δικαίου έναντι των άλλων γύρω του. Στη μικρογραφία του ανθρώπου φαίνεται η κοινωνία».

Η παράσταση ανεβαίνει πρώτα στη Θεσσαλονίκη: «Χαίρομαι που θα γίνει εκεί η πρεμιέρα. Η Θεσσαλονίκη έχει δυνάμεις να δεχτεί και να αναδείξει την παράσταση και να γίνει το αντίστροφο απ’ ό,τι συνήθως, να κατέβει δηλαδή μετά στην Αθήνα». Το έργο θα κυκλοφορήσει σε βιβλίο από τη University Press,που θα διατίθεται και ως πρόγραμμα της παράστασης. Η δε σκηνοθεσία του Τσέζαρις Γκραουζίνις αναμένεται με μεγάλες προσδοκίες: «Ο σκηνοθέτης πιστεύω ότι θα δώσει δύναμη στην παράσταση, πατάει γερά στη γη και μπορεί να εκτοξεύσει πράγματα. Με μεγάλη διεισδυτικότητα μπήκε απ’ την αρχή δυναμικά στο έργο, κατανοώντας κάθε πτυχή του. Ενώ έρχεται από τη Λιθουανία, που δεν έχει ομοιότητες με το ελληνικό πνεύμα, κατανόησε απόλυτα το έργο. Ίσως επειδή και η Λιθουανία είναι μια μικρή χώρα, που έχει δεχθεί δυσκολίες και πιέσεις, που αυτοαποκαλείται και μεσόγειος του βορρά».

Στο πρόσφατο έργο του «Ελεύθερα Ύδατα» ο Γιάννης Τσίρος μιλά για τη βία και τους νέους, ως θύματα και ως θύτες. Πώς νιώθει σε μια εποχή που τα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα γεννούν όλο και μεγαλύτερη βία; «Η φτώχεια δημιουργεί βία. Όπως είπε ο Γκάντι, η μεγαλύτερη μορφή βίας είναι η φτώχεια. Ο δυσαρεστημένος αισθάνεται πάντα αδικημένος. Οι κοινωνίες δεν μπορούν να ζήσουν ταξικά τόσο έντονα. Δεν ομογενοποιώ, πιστεύω στις ατομικές ελευθερίες, αλλά θα έπρεπε να υπάρχει ένα όριο στον πλούτο και στη φτώχεια. Ζούμε σε μοντέλο μονοπωλιακού καπιταλισμού. Δεν είμαι όμως απαισιόδοξος. Ο πεινασμένος έχει τον τρόπο να παράξει ευφυΐα και να δημιουργήσει καλύτερες συνθήκες. Το παιχνίδι δεν τελείωσε. Όλες αυτές οι δυνάμεις που λέμε…Αρκεί να φυσήξουμε όλοι μαζί και θα φύγουν!».

Η παράσταση «Άγριος σπόρος», του Γιάννη Τσίρου παρουσιάζεται από τις 13 Δεκεμβρίου στο θέατρο Αριστοτέλειον της Θεσσαλονίκης σε σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις.