«Βάλε το παλτό σου. Πού είναι τα παπούτσια σου. Πήγαινε να τα βρεις τώρα. Τι με κοιτάς έτσι; Πήγαινε να βρεις τα παπούτσια σου τώρα. Πήγαινε τα παπούτσια σου τώρα είπα. Αν δεν τα βρεις, θα μείνουμε στο σπίτι. Θες να μείνουμε στο σπίτι; Εγώ πάντως να ξέρεις, καμία διάθεση δεν έχω να βγω με αυτό τον παλιόκαιρο. Και έχω μπόλικες δουλειές να κάνω, μπόλικες»

Ένας μονόλογος που αν και για πολλούς μόνο στη σφαίρα της φαντασίας μπορεί να είναι υπαρκτός, ίσως για κάποια παιδιά είναι η καθημερινότητα. Αλλά μπορεί να είναι και μερικές μόνο άτυχες στιγμές μιας καθημερινότητας, της δικής μας ζωής όταν χάνεται ο αυτοέλεγχος και υπερτερεί η κούραση, το άγχος που για μερικά ίσως λεπτά αναλαμβάνουν το πηδάλιο της συμπεριφοράς μας. Ως μητέρα θυμάμαι αμέτρητες φορές να κρατάω τα κορίτσια μου από το χέρι τρυφερά, να τις αγκαλιάζω, να μιλάμε για τα αστέρια, για τα όνειρα, να γελάμε με αυτοσχέδια ανέκδοτα και πειράγματα, αλλά κάπου εκεί σε μια γωνιά του παρελθόντος καταχωνιασμένες ανασύρω μνήμες από άβολες στιγμές τσακωμού, άγριων φωνών και δακρύων. Και σύντομα συνειδητοποιώ πως ο γονεϊκός μας ρόλος συχνά μας φέρνει αντιμέτωπους με το σκληρό και βάναυσο εαυτό μας που τον κουβαλάμε βασανιστικά μαζί μας κάθε λεπτό γεμάτοι τύψεις και ενοχές.

Το βιβλίο Γιατί κλαις; έρχεται σαν χαστούκι να μας ανασύρει από αυτή τη σκοτεινή γωνιά εκείνες τις στιγμές που θέλουμε να διαγράψουμε. Ένα βιβλίο κραυγή για όλους εμάς τους γονείς που άλλοι για λίγες, και άλλοι για περισσότερες φορές έχουμε υπάρξει οι «χειρότεροι γονείς του κόσμου». Θα συμφωνήσουμε όλοι ότι το περιστατικό που απεικονίζεται στο βιβλίο είναι σκληρό, είναι βάναυσο και υπερβολικό. Αλλά αυτό είναι και το αφηγηματικό εύρημα του συγγραφέα για να μας μιλήσει για τη δύναμη των λέξεων, για τη δύναμή τους να τσακίσουν καρδιές. Αυτή η υπογραφή του.

Στην πλειοψηφία τους τα παιδικά βιβλία είναι πλημμυρισμένα από μηνύματα και σύμβολα αγάπης, αλτρουισμού, επικοινωνίας και ομόνοιας, χαράς και θαλπωρής. Αλλά για να σκεφτούμε λίγο, είναι άραγε αυτή η αλήθεια της ζωής; Λίγα βήματα πιο κάτω, η σκληρότητα, η πίκρα, η ορφάνια, η απώλεια, ο μαρασμός, μας περιμένουν να μας πάρουν από το χέρι. Υπάρχουν πολλά λαμπρά παραδείγματα συγγραφέων που μας παρέδωσαν μεγάλα παραμύθια γεμάτα απελπισία και θλίψη, όχι πολύ μακριά από τις παιδικές μας βιβλιοθήκες αν διαβάσει κανείς τα υπέροχα παραμύθια του Άντερσεν.

Στο βιβλίο του Βασίλη Αλεξάκη, κάθε σαλόνι και ένας μονόλογος. Στη βαρβαρότητα, στην κακοποίηση δεν υπάρχει διάλογος, δεν υπάρχει δημοκρατία και άποψη. Μόνο η αυταρχική κυριαρχία του δυνατότερου. Ένας χείμαρρος οργής, ένα δάχτυλο που με θυμό πάει και έρχεται πέρα δώθε, ένας ογκόλιθος εγωισμού απέναντι σε ένα μικρό τοσοδούλικο πλάσμα που φοβισμένο κρατάει τα αυτιά του, κρύβει το πρόσωπό του, χαμηλώνει τα μάτια και συρρικνώνεται, μικραίνει. Ένα αχ και ένα σταμάτα όλες οι εικόνες.

Η εικονογράφηση του Νικόλα Ανδρικόπουλου είναι εξαιρετική. Τα σκίτσα εκφράζουν με ακρίβεια τα συναισθήματα, σε φορτίζουν και πυροδοτούν μέσα σου εκρήξεις οργής. Θέλεις να βουτήξεις μέσα στις σελίδες, να αναλάβεις ενεργό ρόλο και να σταματήσεις την αδικία που εκτυλίσσεται μπροστά σου και να αγκαλιάσεις στοργικά αυτό το παιδί, το δικό σου παιδί, το ξένο παιδί, εσένα που ίσως έχεις υπάρξει θύμα στα παιδικά σου χρόνια και τώρα θύτης για το παιδί σου.

«Πού είναι τα κλειδιά μου; Μήπως τα είδες πουθενά; Δεν φαντάζομαι να τα πήρες εσύ; Είμαι βέβαιη ότι ήταν εδώ, πάνω στο τραπέζι. Όχι, τα ’χω στην τσέπη μου. Έλα, φύγαμε. Δώσε μου το χέρι σου. Τι βρομόκαιρος, Παναγιά μου, τι βρομόκαιρος! Μη μιλάς, γιατί θα πρηστούν οι αμυγδαλές σου και θα φωνάξω τον γιατρό. Δε θες να φωνάξω τον γιατρό, έτσι δεν είναι; Ε, βγάλε τον σκασμό τότε και περπάτα πιο γρήγορα! Σε μια ώρα το πολύ πρέπει να ’μαστε πίσω. Το πολύ! Άσε αυτόν το σπάγγο! Πόσες φορές σού έχω πει να μη μαζεύεις τίποτε από χάμω; Είναι γεμάτα μικρόβια αυτά τα πράγματα».

Ένα βιβλίο που πολύ εύστοχα μας πιάνει από τα μούτρα, μας γυρίζει το κεφάλι και μας δείχνει την ασχήμια μας όταν υπό το βάρος της καθημερινότητας, νομίζουμε πως είμαστε Θεοί, καλύτεροι των καλύτερων, εξουσιαστές των πάντων και έχουμε κάθε δικαίωμα να μειώνουμε, και ναι να βιάζουμε λεκτικά και σωματικά τους υπόδουλους μας – τα παιδιά μας.

To Γιατί κλαις; είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο που οφείλουμε όλοι εμείς οι γονείς αλλά και εκπαιδευτικοί να διαβάσουμε. Είναι ένα βιβλίο που μας αφορά όλους. Για τα παιδιά; Αν όχι σε πολύ μικρή ηλικία, αποτελεί μια ιδιαίτερη αναγνωστική πρόταση για να ταυτιστούν με το «θύμα», να νιώσουν την απόγνωση αυτού που υπομένει τη σκληρή γλωσσα, ώστε να αποφύγουν την υιοθέτηση παρόμοιων συμπεριφορών σε αδέλφια, φίλους και παιδιά στο μέλλον. Και όπως αναφέρεται και σοτ οπισθόφυλλο του: είναι ένα βιβλίο για ώριμα παιδιά και ανώριμους γονείς.

Παιδική κακοποίηση

Η παιδική κακοποίηση αποτελεί ένα φαινόμενο που τα τελευταία χρόνια έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις. Καθημερινά οι αρμόδιες υπηρεσίες δέχονται καταγγελίες για ξυλοδαρμούς και άλλες μορφές βίας εναντίον βρεφών, ενώ δεν είναι λίγες οι υποθέσεις που φτάνουν ενώπιον των εισαγγελικών Αρχών.

Σύμφωνα με έρευνες, 1 στα 2 παιδιά έχει πέσει θύμα τουλάχιστον μιας εμπειρίας σωματικής βίας, 1 στα 10 παιδιά έχει υποστεί σεξουαλική βία, ενώ σχεδόν 3 στα 10 παιδιά θεωρούν ότι είναι παραμελημένα. Παράλληλα, 1 στις 4 Ελληνίδες άνω των 15 έχει βιώσει σωματική ή σεξουαλική βία τουλάχιστον μια φορά στη ζωή της.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο
Συγγραφέας: Βασίλης Αλεξάκης
Εικονογράφος: Νικόλας Ανδρικόπουλος