Ο Γιώργος Αυγερόπουλος αποτελεί μια μοναδική περίπτωση, για τα ελληνικά δεδομένα, δημοσιογράφου και κινηματογραφιστή. Πολυβραβευμένος και με πολλά χρόνια διεθνούς εμπειρίας στην πλάτη του τα τελευταία δέκα χρόνια έχει εστιάσει στην ελληνική πραγματικότητα, μέσα από τις τελευταίες τρεις ταινίες του: το “Agora”, το “Agora II – Δεσμώτες” και τους «Παρόντες». Με κριτική διάθεση και με όπλο την κάμερα ο Αυγερόπουλος μιλά για όσα ζούμε, για όσα συμβαίνουν στις ζωές μας. Θα μπορούσε να είναι κάτι το αυτονόητο αλλά τελικά είναι η δικαίωση της καθημερινότητας.

Σε ποια φάση δημιουργικότητας σε βρήκε το ξέσπασμα της πανδημίας;

Εκείνη την περίοδο κάναμε με το iMEdD ένα σεμινάριο παραγωγής με την ονομασία “Basic Documentary Filmmaking” όπου είχαν κληθεί να συμμετάσχουν, μετά από επιλογή, περίπου 15-20 άτομα. Φυσικά πάγωσε, η πανδημία το «σκότωσε». Ταυτόχρονα είχε «σκοτώσει» την τελευταία ταινία μου. Όταν βγήκε το “Agora ΙΙ- Δεσμώτες” παίχτηκε, αν θυμάμαι καλά στις αρχές Φεβρουαρίου, στο iMEdD, και αμέσως μετά άρχισε να προβάλλεται στις κινηματογραφικές αίθουσες. Ευτυχώς προλάβαμε τέσσερις εβδομάδες με τους κινηματογράφους ανοιχτούς. Μετά έκλεισαν λόγω της πανδημίας και όλη της η διεθνής πορεία της ταινίας ανατράπηκε καθώς τα φεστιβάλ είτε ακυρώνονταν είτε μετατρέπονταν σε online. Είχαμε κανονίσει ένα tour σχεδόν σε όλη την Ευρώπη, το οποίο διαλύθηκε. Το σημαντικότερο είναι ότι το ενδιαφέρον ολόκληρου του πλανήτη στράφηκε τελείως αλλού: υπήρχε ο κόσμος πριν τον κορωνοϊό και ο κόσμος μετά τον κορωνοϊό. Κάποια στιγμή δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από τη συμπαραγωγό μας του γερμανικού δικτύου WDR που μου είπε «Γιώργο, να σκεφτούμε τι πρέπει να κάνουμε γι’ αυτή την ταινία γιατί είναι πολύ νέα για να πεθάνει» και της απάντησα «να την επικαιροποιήσουμε». Τη βάλαμε, λοιπόν, στο χειρουργείο δηλαδή στο μοντάζ προσθέτοντας στην έτοιμη ταινία νέες σκηνές· φαντάσου πόσο λεπτή έπρεπε να είναι η επέμβαση για να μη χαλάσουν οι ισορροπίες της ταινίας.  Αυτή η νέα μορφή της είναι αυτή που κυκλοφορεί.

©Παναγιώτης Μάλλιαρης

Οι «Παρόντες» πώς προέκυψαν;

Την περίοδο που ξαναδούλευα στο μοντάζ το “Agora ΙΙ – Δεσμώτες” με πήρε τηλέφωνο ο Στρατής Τριλίκης από το iMEdD και μου είπε ότι έχουν ξεκινήσει ένα πολυμεσικό project με την ονομασία ΠΑΡΟΝΤΕΣ και με παρεμβάσεις στον δημόσιο χώρο. Μπήκα, το είδα, ήταν όντως σούπερ και του έδωσα τα συγχαρητήρια μου. Μου ζήτησε τότε να ενώσουμε δυνάμεις και να συμβάλλω στην εξέλιξη του project κάνοντας μια ταινία. Ήταν Μάιος του 2020, εκείνη τη στιγμή δεν ξέραμε σε τι μπλέκαμε. Αρχικά ο σκοπός ήταν να γίνει μια μεσαίου μήκους ταινία, βασισμένη στο υλικό που ήδη υπήρχε, άντε και με την προσθήκη λίγων ακόμη σκηνών. Μιλάμε για 50’ με 52’ λεπτά σφιχτού υλικού που θα παρουσιάζαμε τι είχε γίνει μέχρι τότε. Θέλαμε να βγει αμέσως μετά το καλοκαίρι.

«Τα γυρίσματα κάθε ντοκιμαντέρ και κάθε ταινίας είναι αμμοχάλικο, απλά κοιτάμε το αμμοχάλικο, τα τούβλα και τα σίδερα να είναι πολύ καλά»

Είχες όμως την αίσθηση ότι αυτό που ζούμε είναι ακόμη σε εξέλιξη συνεπώς θέλει περισσότερη προσοχή;

Όσο περνούσαν οι ημέρες όλοι αντιλαμβανόμασταν ότι η πρώτη ιδέα δεν έστεκε, γιατί έπρεπε να περιμένουμε πώς θα προχωρήσει η κατάσταση. Όταν μπήκαμε πλέον στο φθινόπωρο και άρχισε η Θεσσαλονίκη να «καίγεται» τότε καταλάβαμε ότι σίγουρα πρέπει να περιμένουμε. Ήταν ένα δύσκολο project· το αρχικό πολυμεσικό υλικό των «Παρόντων» κατέλαβε πολύ λίγο χώρο μέσα στο έργο το οποίο εξελίχθηκε γιατί η ίδια ιστορία εξελισσόταν. Αυτή ήταν και η δυσκολία καθώς έπρεπε να βρούμε σταθερά πατήματα έτσι ώστε να μην ανατραπεί η ιστορία την επόμενη στιγμή. Ταυτόχρονα έπρεπε να αξιολογήσουμε με τέτοιο τρόπο το υλικό ώστε να καταλάβουμε τι είναι και τι δεν είναι σημαντικό, μέσα στον πανικό που προκαλούσε η καθημερινότητα. Ξυπνούσα δηλαδή μια ημέρα, διάβαζα κάτι και έλεγα ότι είναι πολύ σημαντικό αλλά την επόμενη ημέρα πλέον δεν ήταν γιατί κάτι άλλο το είχε ήδη ξεπεράσει.

©Γιώργος Μουτάφης

Ίσως ποτέ άλλοτε δεν είχαμε τέτοιο καταιγισμό νέων πληροφοριών για ένα γεγονός που βρίσκεται σε εξέλιξη μήνες και που αφορά όλο τον πλανήτη.

Τα γυρίσματα κάθε ντοκιμαντέρ και κάθε ταινίας είναι αμμοχάλικο, απλά κοιτάμε το αμμοχάλικο, τα τούβλα και τα σίδερα να είναι πολύ καλά. Αλλά το ζητούμενο είναι πώς φτιάχνεις το σπίτι δηλαδή πώς κάνεις τη σύνθεση με το σενάριο και το μοντάζ. Το μοντάζ άρχισε να δουλεύεται στα τέλη Οκτωβρίου και τελείωσε λίγες ημέρες, για να μην πω ώρες, πριν την πρώτη προβολή, μέσα σε πολύ αντίξοες συνθήκες καθώς πέσαμε στην περίοδο που χιόνιζε και που είχαμε διακοπές ρεύματος. Εδώ να πω ότι σε όλη τη διάρκεια του «προς τα πού πάει η ταινία, τι είναι η ταινία, τι λέμε στην ταινία» δεν δέχτηκα την παραμικρή παρέμβαση από τον οποιονδήποτε. Όταν είδαν την ταινία από το iMEdD τους άρεσε πάρα πολύ.

©Γιώργος Μουτάφης

Η ταινία ολοκληρώθηκε αλλά η πανδημία είναι ακόμη εδώ. Πώς νιώθεις απέναντι στους «Παρόντες»;

Νιώθω ότι είπαμε πολύ σημαντικά πράγματα σε αυτό το έργο, πράγματα που είναι εκεί και δεν αλλάζουν. Νομίζω ότι θα έπρεπε να πούμε και άλλα και γι’ αυτό ακριβώς πιστεύω ότι θα έπρεπε να συνεχιστεί αυτό το project. Παράλληλα θεωρώ ότι ένα πρώτο take για τον ιστορικό του μέλλοντος, για τις επόμενες γενιές που δεν θα το θυμούνται ή δεν θα το έχουν ζήσει και τέλος πάντων για την προσπάθεια καταγραφής της συλλογικής μας μνήμης είναι επίκαιρο όσο ποτέ.

Ενώ γύριζες τους «Παρόντες», πέθαιναν από κορωνοϊό περίπου 100 άνθρωποι την ημέρα. Πώς κατάφερες να ισορροπήσεις ανάμεσα στη δημοσιογραφική καταγραφή της πραγματικότητας και στη συναισθηματική φόρτιση μιας τραγικής καθημερινότητας;

Είναι ακριβώς ο ίδιος προβληματισμός που είχα ζήσει και με το “Agora” και με το “Agora 2 – Δεσμώτες”. Όταν ξεκίνησα το πρώτο “Agora” αυτό που έκανα ήταν να τραβάω όσα περισσότερα μπορώ έχοντας αναπτυγμένο, εξαιτίας της εμπειρίας μου, δημοσιογραφικό ένστικτο. Προσπαθούσα όμως να μην αφήσω τον δημοσιογράφο να με κυριεύσει γιατί υπάρχουν πράγματα που είναι ωραία να τα διαβάζεις αλλά όχι ωραία να τα βλέπεις. Άλλωστε υπάρχει η κινηματογραφική γλώσσα που με ένα πλάνο μπορείς να πεις πάρα πολλά πράγματα κι αυτό πρέπει να το εκμεταλλευτείς. Μου έκανε εντύπωση ότι και στο “Agora”, αρχικά, αλλά και στο “Agora II – Δεσμώτες” και στους «Παρόντες» ο κόσμος ερχόταν στον κινηματογράφο ή καθόταν μπροστά στον υπολογιστή του για να δει τη ζωή του. Όταν τελείωνε το έργο τότε ο θεατής έβγαινε από τον κινηματογράφο ή το σπίτι του κι εκεί έξω το έργο συνεχιζόταν. Κάποια στιγμή το συζήτησα με κάποιους φίλους που εμπιστεύομαι πολύ την κρίση τους και μου είπαν «Γιατί σου κάνει εντύπωση; Υπάρχει η δικαίωση στους θεατές ότι κάποιος καταγράφει αυτό που συμβαίνει».

©Smallplanet

Ποιος ήταν ο στόχος σου για τους «Παρόντες»;

Ήθελα να κάνω μια πολιτική ταινία. Υπήρχε προφανώς ο εγκλεισμός αλλά έπρεπε κάπου να στρέψω την προσοχή μου. Νομίζω ότι η πολιτική διαχείριση της πανδημίας έρχεται να μας πει πάρα πολλά πράγματα για τη σύγχρονη Ελλάδα και για το σύγχρονο διεθνές παρόν μας. Ο τρόπος δηλαδή που πολλές φορές χρησιμοποιείται η πανδημία, προσχηματικά, για να περάσουν πολιτικές, μέτρα, για να γίνει πιο αυταρχική η κοινωνία, για να επιβληθεί η αστυνομοκρατία και για να σπάνε κόσμο στο ξύλο όπως είδαμε στη Νέα Σμύρνη, η αλαζονεία που είδαμε, το γεγονός ότι κανείς δεν ζήτησε ούτε μισή συγγνώμη αντιθέτως έβρισκαν ότι όλα έγιναν τέλεια ρίχνοντας όλη την ευθύνη στους λοιμωξιολόγους είναι, κατά τη γνώμη μου, εντυπωσιακά. Το ότι πλήρωσαν μεγάλες εταιρείες, όπως οι αυτοκινητόδρομοι, για τα χαμένα  κέρδη τους ήταν ένα από τα πράγματα που έπρεπε να υπάρχουν στην ταινία. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση μοιράζει χρήματα ενώ αφήνει άλλους, απλούς ανθρώπους με 534 ευρώ για να περάσουν την πανδημία δείχνει τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την κοινωνική δικαιοσύνη. Είδαμε ότι αυξήθηκαν οι κοινωνικές ανισότητες, ότι το κράτος αν θέλει μπορεί και ότι το κράτος έχασε χρόνο με το να μη στελεχώνει εγκαίρως το δημόσιο σύστημα υγείας. Ακούσαμε τις απίστευτες ατάκες απύθμενου θράσους του τύπου «τι να τους κάνουμε τους γιατρούς/τις ΜΕΘ όταν τελειώσει η πανδημία;».

«Δεν μπορείς να κάνεις συζήτηση στα social media, είναι ανθρωποφαγία»

Οι «Παρόντες» θέτουν στο επίκεντρο αυτά τα ζητήματα. Βλέπεις όμως να αποτελούν αφετηρία δημόσιου διαλόγου;

Η ταινία είναι αφορμή διαλόγου και συμβάλλει στον δημόσιο διάλογο αλλά δυστυχώς μια ταινία δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, μπορεί όμως να τον κάνει κάπως καλύτερο γιατί πολύ απλά οι άνθρωπο θα αρχίσουν να συζητάνε. Όμως εμείς εδώ δεν συζητάμε, ακόμη. Παρότι θέλουμε να θεωρούμε τους εαυτούς μας απογόνους μεγάλων συζητητών έχει χαθεί η μπάλα και δεν υπάρχει η παιδεία του διαλόγου, δηλαδή η συζήτηση με επιχειρήματα. Η μοναδική πολιτική συζήτηση μεταξύ των πολιτών της χώρας μας διεξάγεται δυστυχώς στα social media με κραυγές, κατάρες και έλλειψη επιχειρημάτων. Δεν μπορείς να κάνεις συζήτηση στα social media, είναι ανθρωποφαγία. Ενώ θα μπορούσαν τα social media να φέρουν τον κόσμο κοντά τελικά πάντα η συζήτηση ανατινάζεται από ανθρώπους που έχουν μάθει να μιλούν με συνθήματα ή να βρίζουν.

Έχουν συμβάλλει και τα παραδοσιακά Μέσα στο να καλλιεργηθεί αυτό το κλίμα;

Ναι, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Έχει καλλιεργηθεί και από την ίδια την κοινωνία. Βλέπεις ότι η τηλεόραση, που ακόμη αποτελεί δυστυχώς μεγάλο σχολείο για πολύ κόσμο, είναι σκουπιδαριό. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν ασχολούνται καν με το τι συμβαίνει γύρω τους, δεν τους νοιάζει. Αυτό που τους νοιάζει είναι να μάθουν τι έγινε με το Survivor. Υπάρχουν εξαιρέσεις προφανώς, δεν είναι όλα σκατά αλλά όσο προχωρούν τα χρόνια τα σκατά γίνονται περισσότερα. Αλλά ούτε τα social media είναι καλός τόπος για πολιτική συζήτηση. Θα μου πεις και πού θα την κάνουμε; Δεν ξέρω. Ας την κάνουμε στις πλατείες της γειτονιάς. Είναι καλό να βλεπόμαστε. Αυτό που φόβισε πολύ την καθεστηκυία τάξη στις πλατείες, που τόσο πολύ λοιδορήθηκαν, είναι ακριβώς αυτό: ότι ο κόσμος συζητούσε με επιχειρήματα. Το ξέρω γιατί ήμουν εκεί, κάθε βράδυ. Και το έχω δει να συμβαίνει και σε άλλες χώρες του πλανήτη. Αυτό όμως είναι ό,τι πιο τρομακτικό για τις πολιτικές ελίτ. Είναι πολύ πιο εύκολο να πληρώσεις εκατοντάδες bots για να δυναμιτίζουν οποιαδήποτε προσπάθεια προσπαθεί να εξελιχθεί σε σοβαρή συζήτηση στα social media.

©Smallplanet

Έχεις πέσει κι εσύ θύμα επίθεσης στα social media;

Ναι, ακριβώς πριν βγουν οι «Παρόντες» δεχόμουν επίθεση από αγέλες. Ήταν εντυπωσιακό τι έγινε με το που βγήκε η ανακοίνωση για την ταινία. Κάποιοι πιάστηκαν  από το γεγονός ότι η ταινία προβλήθηκε δωρεάν. «Γιατί είναι δωρεάν; Τι κρύβεται από πίσω; Ποιος πληρώνει το δωρεάν;». Όταν φούσκωσαν τα υπονοούμενα ότι το χρηματοδοτεί ο ΣΥΡΙΖΑ απάντησα ότι το χρηματοδοτεί το iMEdD του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος που φτιάχνει τις ΜΕΘ που δεν φτιάχνει η κυβέρνηση. Το ελπιδοφόρο όμως ήταν ότι πολλοί άνθρωποι, αφού είδαν την ταινία, έκατσαν να σκεφτούν μόνοι τους. Αυτό θέλουμε, θέλουμε ανθρώπους να σκέφτονται ελεύθερα. «Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά». Αν ως πολίτης ή ως δημοσιογράφος ασκήσεις κριτική στην εκάστοτε εξουσία τότε αυτόματα κατηγοριοποιείσαι στα social, από ανθρώπους που επιδιώκουν την πόλωση, στους αντιπάλους και πιο συγκεκριμένα στην αξιωματική αντιπολίτευση. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο στη σφαίρα πέρα του όταν ασκείς κριτική στη ΝΔ είσαι με τον ΣΥΡΙΖΑ, όταν ασκείς κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ είσαι με τη ΝΔ. Είμαστε, δυστυχώς, σε αυτήν πίστα.

©Παναγιώτης Μάλλιαρης

Πώς θα αφήσουμε αυτή την πίστα πίσω μας;

Πώς βγαίνουμε από αυτόν τον λαβύρινθο; Με παιδεία, και δεν εννοώ την εκπαίδευση αλλά την καλλιέργεια. Πιστεύω ότι είναι μόνο θέμα παιδείας και διαχωρισμού της Εκκλησίας από το Κράτος. Πρέπει αυτό να συμβεί. Είναι ένα θέμα που γυρίζει πίσω μια ολόκληρη κοινωνία. Δεν μπορεί στην Ευρώπη του 21ου αιώνα η κοσμική εξουσία να πηγαίνει χέρι χέρι με τη θρησκευτική. Άλλο ένα μεγάλο πρόβλημα είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης του πολίτη προς το Κράτος γιατί ο πολίτης ξέρει ότι σε πολλές περιπτώσεις το Κράτος συμπεριφέρεται με όρους Μαφίας. Θυμίζω την περίφημη περαίωση του «δώσε μου λεφτά για να μην σου εξετάσω τα βιβλία». Τι είναι αυτό; Το έλεγα σε κάτι φίλους Αυστριακούς και δεν μπορούσαν με τίποτα να το πιστέψουν. Είναι η λογική του εκπαιδεύω υπηκόους για με ψηφίσουν στις εκλογές για να βολέψω κάπου το παιδί τους.

Πώς αισθάνεσαι που εσύ ως δημοσιογράφος/κινηματογραφιστής καλείσαι να δώσεις συνεντεύξεις;

Περίεργα, δεν σου κρύβω. Μακάρι, όμως, αυτά τα πράγματα που λέμε και που κάνουμε να αποτελέσουν τη μαγιά για να σκεφτεί, έστω κι ένας, αλλιώς. Έστω και ένας είναι νίκη. Αυτό είναι κάτι που με συγκινεί, όταν κάποιος δηλαδή μου στέλνει μήνυμα ότι με παρακολουθεί από μικρός και τον έχω διαμορφώσει. Είναι τεράστια ευθύνη και τεράστια χαρά.

Kεντρική φωτογραφία άρθρου: ©Παναγιώτης Μάλλιαρης