Η καινούργια σας δουλειά «Unknown dialects: Oχτώ μουσικές διαλέξεις» κινείται στους δρόμους της παραδοσιακής μουσικής και έχει και θεατρικό χαρακτήρα…

Ανήκει στο χώρο του μουσικού θεάτρου. Είναι και θέατρο και μουσική ταυτόχρονα. Είναι ένας διάλογος θεάτρου και μουσικής, όπου και τα δυο συνυπάρχουν και βοηθούν το ένα το άλλο- περισσότερο το θέατρο, βέβαια, βοηθάει τη μουσική- για να δημιουργηθεί ένα συγκεντρωμένο, θα έλεγα, περιβάλλον, ώστε να μπορέσει να φτάσει το έργο με όλες του τις λεπτομέρειες στον ακροατή. Υπάρχει μια συγκεκριμένη θεματολογία στα έργα, κοινή, που είναι η παράδοση. Έχουν αυτά τα έργα από μόνα τους ένα οπερατικό στοιχείο, μοιάζουν με γράμματα μουσικά, αλλά υπάρχουν στην παράσταση και κείμενα μουσικολόγων, ερευνητών, θεωρητικών, μουσικών που δίνουν ένα στίγμα για το πώς η λόγια μουσική τα τελευταία εκατό χρόνια χρησιμοποιούσε την παραδοσιακή μουσική, για το πώς οι λόγιοι συνθέτες αντλούσαν υλικό από την παραδοσιακή και λαϊκή μουσική. Έχει πολύ ενδιαφέρον αυτό, γιατί βλέπουμε μέσα από αυτά τα κείμενα πώς οι δημιουργοί, ανάλογα με τις κοινωνικές συνθήκες, χρησιμοποιούσαν το ίδιο υλικό με διαφορετικούς τρόπους. Μάλιστα υπήρχαν μεγάλες εντάσεις γύρω από αυτά τα θέματα και οι εκάστοτε διαφορετικές απόψεις συγκέντρωναν φανατικούς υποστηρικτές. Σε αυτά τα 8 έργα που έχουν κοινή γλώσσα, αλλά όχι κοινή αντιμετώπιση όσο αφορά στη σχέση με την παράδοση, διαχειρίζομαι με διαφορετικό τρόπο όλο αυτό το υλικό. Τα κείμενα μπορεί να είναι δεδομένα, αλλά η χρήση τους καθόλου. Τα κείμενα αναπτύσσουν στο έπακρο τη θεατρικότητά τους, αλλά όλα προετοιμάζουν τη μουσική πράξη που έρχεται σε μια προετοιμασμένη σιωπή. Ελπίζω ότι και το κοινό θα συντονιστεί σε ένα κοινό αίσθημα και τότε αυτό που θα συμβεί θα είναι τρομερά απελευθερωτικό και για τη μουσική.

Πώς ξεκίνησε όλη αυτή η ιδέα σύζευξης θεάτρου και μουσικής με αυτό τον πραγματικά πρωτότυπο τρόπο;

Πολλές φορές έτυχε να βρεθώ σε συναυλιακούς χώρους, όπου κάποιοι εμπνευσμένοι μαέστροι έλεγαν κάποια λόγια για το έργο πριν από την παράσταση. Όταν κάποιος σου πει κάποια πράγματα για το έργο που πρόκειται να παρακολουθήσεις, σου προσδιορίζει ένα φάσμα μεγάλης ενέργειας, γιατί αν δεν είσαι προετοιμασμένος και δε γνωρίζεις, μπορεί να μην αισθανθείς άνετα μέσα σε ένα μουσικό περιβάλλον. Έτσι, όταν κάποιος σου μιλάει σε καθησυχάζει, βγαίνουν όλα τα περιττά, τα δύσκολα στοιχεία και ο θεατής μπορεί να νιώσει ελεύθερος μέσα στο έργο που καλείται να παρακολουθήσει.

Ένα έργο τέχνης δεν μπορεί να λειτουργεί από μόνο του;

Ναι, μπορεί, αλλά το κοινό που έχει το δαιμόνιο να προσλαμβάνει την τέχνη από ένστικτό είναι σπάνιο. Σήμερα το κοινό έχει κουραστεί από την υπερπληροφόρηση, οπότε το κριτικό και επιλεκτικό στοιχείο χάνει τη δυναμική του και πρέπει να βρεθεί ένας νέος τρόπος επικοινωνίας. Αυτό μπορεί να γίνει από τη δύσκολη οδό, ταρακουνώντας το κοινό και θέτοντάς του προβληματισμούς, αυτό δηλαδή που κάνει η αβαν-γκαρντ τέχνη που αντιλαμβάνεται το θεατή ως μονάδα. Και υπάρχει και ένας πιο ανοιχτός τρόπος, όπου ανοίγεις στο θεατή ένα δρόμο, του δίνεις ένα πέλαγος για να κολυμπήσει…

Τα δικά σας έργα είναι εύκολα για το μέσο θεατή;

Τα τελευταία χρόνια που ασχολούμαι με την παράδοση είναι. Στο παρελθόν μπορεί όχι. Τα έργα μου πια έχουν μια γλυκύτητα, χωρίς να σημαίνει ότι είναι απλοϊκά. Απλώς όλα τα στοιχεία στα έργα μου πια συντονίζονται με μια θετική παρόρμηση για τη ζωή.

Τι σας έκανε να στραφείτε στους παραδοσιακούς δρόμους;

Πάντα κάνω προσωπική έρευνα και ψάχνω νέους τρόπους να εκφραστώ. Από παιδί υπήρχε μέσα μου αυτό το κομμάτι της παράδοσης, κάπως εγκλωβισμένο- έχω μεγαλώσει στην Κρήτη, όπου η παράδοση είναι ακόμα πολύ ζωντανή, δηλαδή οι άνθρωποι με αυτή τη μουσική διασκεδάζουν. Η παραδοσιακή μουσική ήταν στο κέντρο της ζωής μου. Πάντα ήθελα να βγει αυτό το κομμάτι στην επιφάνεια ακομπλεξάριστα- δεν το έκανα ίσως επειδή φοβόμουν μήπως με κατηγορήσουν για φολκλόρ- αλλά δεν ήξερα πώς. Το φολκλόρ όμως είναι πολύ ζωντανό και φωτεινό στοιχείο που, ναι, κάποιες φορές μπορεί να έχει μια «φτήνια» εντός πολλών εισαγωγικών, να φαίνεται η κατεύθυνση της εμπορικότητας, ας το πούμε έτσι, αλλά ταυτόχρονα έχει μια ομορφιά. Σκεφτόμουν τον τρόπο για να το κάνω, αλλά δεν τον έβρισκα, γιατί τον τρόπο άμα τον σκέφτεσαι, δεν έρχεται. Και τελικά μέσα από τον τρόπο ζωής μου -όταν έφυγα από την πόλη και απομονώθηκα στη φύση- όλο αυτό ήρθε από μόνο, αυθόρμητα. Στην αρχή υπήρχε τρομερή δυσκολία να καταγραφεί το υλικό, γιατί έπρεπε να βρεθεί η γλώσσα. Έπρεπε αυτό το πρωτόγονο στοιχείο να βρει τη σημειογραφία του. Κι κάποια στιγμή ήρθε, δε θυμάμαι πώς, αλλά υπάρχει μεταξύ μας μια έντιμη σχέση. Και βλέπω πια ότι και ο κόσμος ανταποκρίνεται – το βλέπω από τα mail, τα γράμματα που παίρνω, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτή η ανταπόκριση αποδεικνύει ότι είμαι στο σωστό δρόμο. Είναι όμως τόσο ωραία στην ασκητική ζωή μου να βλέπω πως επικοινωνεί αυτό που κάνω.

Ασκητική ζωή;

Ναι, γιατί η μουσική που κάνω απαιτεί να μείνεις με τον εαυτό σου, αυτό δε σημαίνει ότι δεν είμαι μέρος της κοινωνίας που ζω, αλλά ένα έργο παίρνει μήνες να γραφτεί. Η καθημερινότητα αλλάζει, το έργο όμως είναι εκεί και σε περιμένει. Ένα τηλέφωνο μπορεί να με αποδιοργανώσει και να καταστρέψει αυτό που κάνω. Δε μετανιώνω καθόλου που πήρα την απόφαση να φύγω από την Αθήνα. Το μόνο πράγμα που μου έχει λείψει είναι η αλληλεγγύη με τους συναδέρφους, που δε βλέπω πολλά πράγματα τα οποία θα έπρεπε – προσπαθώ να τα αναπληρώνω, βέβαια, με άλλους τρόπους- αλλά αυτό που έχω κερδίσει είναι πολύτιμο.

Το περιβάλλον δεν μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά στον καλλιτέχνη και να επηρεάσει το έργο του;

Η καθημερινότητα και το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο ζει ο μουσικός τον επηρεάζει, άρα επηρεάζει και την ίδια τη μουσική, το συναίσθημά της δηλαδή, γιατί η μουσική γλώσσα δεν αλλάζει. Παρόλα αυτά αν μου συμβεί κάτι τραγικό, αυτό το σοκ είναι πιο ισχυρό για μένα και η μουσική μπαίνει σε δεύτερη μοίρα. Προετοιμάζω ένα χώρο ασφάλειας και ευδαιμονίας για να δουλέψω, αλλά σε μένα αν συμβεί κάτι άσχημο δεν μπορώ να συνεχίσω. Κάποιοι άνθρωποι όταν στενοχωριούνται τρώνε, κάποιοι όχι. Εγώ ανήκω σε αυτούς που δεν τρώνε. Αλλά μόλις επανέρθει έστω και μια αχτίνα ζωής τα πρώτο πράγμα που έρχεται και με διεκδικεί είναι η μουσική.

Πώς δουλεύετε το υλικό που αντλείτε από την παράδοση;

Υπάρχουν δυο τάσεις που ακολουθώ. Η πρώτη και λιγότερο συχνή είναι να παίρνω ένα κομμάτι ατόφιο από την παράδοση, να συνειδητοποιώ την αξία του και να προσπαθώ να του δώσω μια πιο μοντέρνα όψη, να το δω από μια διαφορετική γωνία. Αυτή η διαφοροποίηση, ξέρετε, μπορεί να είναι ελάχιστη. Η δεύτερη είναι να παίρνω όλο αυτό το υλικό από μνήμη, σαν να είμαι μια δεξαμενή ήχων, και να προσπαθώ να ανασυντάξω αυτό το κομμάτι της παράδοσης μέσα από αυτό που έχει φτάσει σε μενα ως χρώμα, ως ενέργεια μέσω της μνήμης. Είναι ένα βύθισμα αυτός ο δρόμος στην ενστικτώδη, στην ασυνείδητη πλευρά της παράδοσης. Η καταγραφή γίνεται αβίαστα και εκεί χρειάζεται να έχεις πολύ καλή σχέση με το χρόνο, τους ήχους… Υπάρχει τεράστιο πλούτος και πάρα πολλές προεκτάσεις σε αυτό το υλικό, γι’ αυτό έχω κάνει και τόσα έργα. Είναι τρομερά πολυποίκιλο ανάλογα με τις περιοχές, ανάλογα με το πώς περνάει αυτό το υλικό από γενιά σε γενιά… Είναι μια ιεροτελεστία που απαιτεί να βρω τα μέρη που τη συντελούν και ταυτόχρονα το έντονο μυστικιστικό της στοιχείο. Προσπαθώ να διεισδύσω σε αυτό το μυστικισμό, δηλαδή προσπαθώ να μην τον φοβάμαι. Και προσπαθώ να επικοινωνήσω όλο αυτό το υλικό και με άλλες κουλτούρες.

Δουλεύετε μόνο με την ελληνική παράδοση;

Ναι, σε αυτό το έργο υπάρχει όμως και ένα τανγκό. Αλλά, ξέρετε, οι δυτικές μου καταβολές με βοηθούν να καταγράψω αυτό το υλικό, και αυτές μου έχουν δημιουργήσει μια τεράστια ελευθερία. Χωρίς αυτές όλα αυτά δε θα μπορούσα να το κάνω.

Τι κάνει για εσάς ένα έργο καλό;

Η μουσική, ξέρετε, ανοίγει τους κρουνούς της ψυχής και τότε απλώνεται μπροστά σου ένας απέραντος ωκεανός που σε κατακλύζει. Όταν αυτό συμβαίνει είναι μαγικό. Εγώ προσωπικά συνδέομαι με έργα όταν μπορώ να συντονιστώ μαζί τους με όλο μου το είναι. Όταν αισθάνομαι αυτό το συντονισμό που δεν ξέρω πώς προκύπτει, νιώθω πληρότητα. Υπάρχουν έργα που μου το δημιουργούν αυτό το αίσθημα και μάλιστα για πάρα πολλά χρόνια. Κάποια τα ακούω και τα ξανακούω και πάντα ανακαλύπτω ακόμα μια οπτική για να επικοινωνήσω μαζί τους και να τα απολαμβάνω. Δηλαδή αυτή η απόλαυση δεν τελειώνει, βρίσκει πάντα τρόπους να ξαναέρχεται στη επιφάνεια. Κι έτσι γίνεται μέρος της ζωής μου και με ακολουθεί συνεχώς, σαν σύντροφος και συμπαραστάτης.

Πώς βλέπετε την πολιτιστική κατάσταση σήμερα μέσα σε αυτή την πολύ δύσκολη κατάσταση που περνάει η χώρα;

Είναι ένας πολύ σημαντικός χρόνος για να γίνουν τα πράγματα διαφορετικά, δεν ξέρω πώς. Υπάρχει έντονος υπερκαταναλωτισμός στη κοινωνία, νομίζω ότι ήρθε η ώρα να δούμε τη ζωή κάπως αλλιώς, άρα και την τέχνη. Θα δούμε καταρχάς αν θα υπάρχει η ανάγκη για την τέχνη. Κι αν δεν υπάρχει μήπως είναι καλύτερα να γκρεμιστεί και να ξαναγεννηθεί; Το καινούργιο έρχεται από τους νέους συνήθως, ή έστω από όσους αισθάνονται αυτή τη νεότητα. Την τελευταία δεκαετία έχω δει βαθιά επιθυμία του κόσμου στα Βαλκάνια, στην Κίνα, στη Λατινική Αμερική να γίνουν τα πράγματα διαφορετικά και το πετυχαίνουν. Μπορούμε κι εμείς να το κάνουμε, δε χρειάζονται εκατομμύρια για να γίνει μια καλή παράσταση. Έχω δει παραστάσεις χωρίς λεφτά που με συγκίνησαν, γιατί έφερναν μέσα τους μια βαθιά αλήθεια και ανάγκη. Εμένα δε με καταβάλλει αυτή η οικονομική κρίση, μπορώ να ζήσω με τα ελάχιστα, έχω απεπλακεί από τον υπερκαταναλωτισμό. Το μόνο που θέλω είναι όλο αυτό το σύστημα οργανισμών που με κόπο έγιναν στην Ελλάδα – το Μέγαρο Μουσικής κτλ- να συνεχίσουν να υπάρχουν, ξεπερνώντας την κρίση, και να μη σταματήσει ποτέ η μουσική παραγωγή. Όμως το σύστημα πρέπει να αλλάξει άρδην, δε μας χρειάζονται ούτε τα εκατομμύρια, ούτε τα μεγάλα ονόματα. Και μακάρι να βρεθούν άνθρωποι να το κάνουν αυτό. Τότε ναι, θα είμαι αισιόδοξος.

Ευχαριστώ πολύ.

Κι εγώ.