starΠριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο ντόρος, μια λέξη που χρησιμοποιούσαν στην Πάτρα και σήμαινε τη φάρσα ή αλλιώς την κασκαρίκα πάθιαζε τους δημιουργούς της που κέρδιζαν αίγλη μέσα στην τοπική κοινωνία, ευχαριστούσε τον κόσμο και έφερνε στο επίκεντρο το θύμα του αστεϊσμού τους. Ιστορίες οργανωμένες που σήμερα αντιμετωπίζονται σαν φαινόμενα που παρενοχλούν τους άλλους αντιμετώπιζαν πρωτίστως οι άνθρωποι με διάφορες αδυναμίες, οι κοινωνικώς αδύνατοι, οι αλαφροΐσκιωτοι, όσοι είχαν ιδεοληψίες. Χωρίς αμφιβολία η διασημότερη ηρωίδα αυτών των ιστοριών είναι η Γιαννούλα η κουλουρού, μια σχεδόν θρυλική μορφή για τις επόμενες γενιές που δεν την γνώρισαν αλλά η ιστορία της έφτασε και σε αυτούς μέσω του καρναβαλιού της Πάτρας και του δρώμενου στο οποίο πρωταγωνιστούσε και αναβίωνε κάθε Τσικνοπέμπτη. Σε αυτό ένας άντρας ντυνόταν νύφη και αναζητούσε στο μώλο γαμπρό, συνήθως ντυμένο με ναυτικό κοστούμι. Το έθιμο του καρναβαλιού που είχε τις ρίζες του στην τραγική ιστορία της Γιαννούλας, η οποία έζησε στα τέλη του 19ου αιώνα στην Πάτρα και αντιμετώπισε τη χλεύη των συμπολιτών της εξαιτίας του διακαούς πόθου της να ντυθεί νύφη. Καταργήθηκε πριν από λίγα χρόνια ως κακόγουστο και απάνθρωπο.

Η Γιαννούλα γεννήθηκε το 1868 στην Άνω Πόλη της Πάτρας, το παρατσούκλι της το πήρε από τη δουλειά της τα κουλούρια που πουλούσε στις γειτονιές της Πάτρας. Η ελαφριά νοητική υστέρηση, η παντελής απουσία δομών πρωτοβάθμιας περίθαλψης, η άγνοια της εποχής, η ανέχεια, ακόμα και η έλλειψη φαρμάκων, ακόμα και η σκληρότητα της τοπικής κοινωνίας μετέτρεψαν τον καημό της να παντρευτεί σε ανέκδοτο, φάρσα, περίγελο και άρχισαν να την περιπαίζουν. Το αρχικά αθώο παιχνίδι πήρε με τα χρόνια διαστάσεις «αστικής διαπόμπευσης» με τη συμμετοχή όλο και περισσότερων ατόμων. Η πλάκα σε βάρος της Γιαννούλας να στήνονται διαρκώς ψεύτικοι γάμοι έφτασε να αριθμεί χιλιάδες πολίτες, μάλιστα τα χρονικά της εποχής κατέγραψαν ότι δέκα χιλιάδες πολίτες υπολογίστηκαν όσοι βρίσκονταν στην Αγίου Νικολάου και την παραλία, συνοδεύοντας τη Γιαννούλα στην τελευταία φάρσα που στήθηκε σε βάρος της.

Η Γιαννούλα, με την κατάσταση της ψυχικής της υγείας να επιδεινώνεται όσο μεγάλωνε, πέθανε φτωχή, μόνη και ξεχασμένη στην Κατοχή. Η Γιαννούλα που δεν είχε να αντιμετωπίσει μόνο τη φτώχεια αλλά και τον καημό της να παντρευτεί, σύμφωνα με τον Σύλλογο Ψυχικής Υγείας Πάτρας που το 2015 ζήτησε την κατάργηση του καρναβαλικού εθίμου «αντιμετώπισε την αδιανόητη στάση των συμπολιτών της που μετέτρεψαν σε μαρτυρική τη ζωή της» και χαρακτήρισε την αντίδραση του κοινωνικού συνόλου σαν αρρωστημένη αντίδραση. Οι φάρσες σε βάρος της σύμφωνα με τις πηγές της εποχής ξεκίνησαν τον Φεβρουάριο του 1914, όταν οι «ντοριτζήδες» της υποσχέθηκαν ότι θα της βρουν γαμπρό και αφού η Γιαννούλα ντύθηκε νύφη, άρχισαν να την περιφέρουν στους δρόμους της πόλης, με ένα πλήθος να μαζεύεται γύρω της και να τη χλευάζει. Την επόμενη χρονιά μάλιστα δύο Πατρινοί μετέφεραν το γεγονός σε μια επιθεώρηση, με τη Γιαννούλα να υποδύεται ένας άντρας, ο βαυαρικής καταγωγής Εδμόνδος Φυρστ.

Η ιστορία της μεταφέρεται στο θέατρο από τον Γιώργο Παπαγεωργίου που μετά την παράσταση «Αρίστος» που αφορούσε την υπόθεση Παγκρατίδη επανέρχεται ερευνώντας ένα ακόμα πρόσωπο μη ηρωικό που η παρουσία του περιγράφει την κοινωνία και τις αντιλήψεις μιας ολόκληρης εποχής και ενός ολόκληρου κόσμου. Ο Γιώργος Παπαγεωργίου λίγες ημέρες πριν την πρεμιέρα της παράστασης στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, μας ξεναγεί στον κόσμο της Γιαννούλας της Κουλουρούς και την εποχή της.

«Οι ιστορίες όπως της Γιαννούλας ή του Παγκρατίδη είναι ιστορίες που με συνδέουν με τον τόπο μου. Νιώθω ότι μέσα από αυτούς του λαϊκούς ήρωες έρχομαι σε επαφή με το τι σημαίνει η πατρίδα μου, σύγχρονη Ελλάδα, λαϊκή ιστορία της Ελλάδας, πέραν των ιστοριών που μαθαίνουμε  για στρατηγούς, βασιλείς και πολιτικούς. Και μοιραία, η σύνδεση αυτή μου δημιουργεί δραματουργικό ενδιαφέρον για το ανέβασμα μιας παράστασης με κεντρικό άξονα αυτή την ιστορία της Γιαννούλας, μια κοπέλας που απλώς αν το σκεφτούμε ήθελε να παντρευτεί και εξαιτίας της νοητικής της υστέρησης αποτέλεσε ένα εύκολο αντικείμενο χλευασμού από τον Πατρινό ντόρο. Είναι σαν να αποτίνω έναν φόρο τιμής στο σκοτεινό υλικό που αποτελεί τον σύγχρονο Έλληνα», λέει ο σκηνοθέτης και δημιουργός της παράστασης.

Η έρευνα των στοιχείων για τη Γιαννούλα ήταν πολύ δύσκολη και το υλικό φυσικά πολύ πιο δυσεύρετο από αυτό που βρέθηκε για τον Παγκρατίδη. Σημαντική ήταν η συμβολή του γιου του λαογράφου Νικόλαου Πολίτη, ο οποίος μέσω των πηγών και των ντοκουμέντων της εποχής συνέβαλε ώστε να δημιουργηθεί όχι μόνο το ιστορικό πλαίσιο, αλλά και το υλικό -προσκλητήρια, πρωτοσέλιδα της εποχής-, που αφορούσαν την πιο «διάσημη» φάρσα που έγινε σε βάρος της, τον υποτιθέμενο γάμο της με τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, Γουίλσον. Η παράσταση κινείται σε όλη αυτή την ιστορική διαδρομή, ενώ απαντά στο ερώτημα τού γιατί όλος ο κόσμος ασχολείται με μια πλάκα σε βάρος ενός αδύναμου ατόμου.

«Αναρωτήθηκα, δεν είχαν τίποτα να κάνουν;», μας λέει ο Γ. Παπαγεωργίου. «Και έχω απαντήσει ότι δεν είχαν κάτι καλύτερο. Η Ελλάδα βρισκόταν σε εθνικό διχασμό, ο κόσμος ήταν χωρισμένος σε βασιλόφρονες και βενιζελικούς, βρισκόταν σε οικονομική ανέχεια και η φάρσα αποτελούσε μια φωτεινή εκτόνωση. Σε πολλές φάρσες βλέπουμε το θύμα και οι θύτες να έχουν σχέση φιλική, και για μένα ένα σημείο κομβικό της παράστασης είναι η σχέση, ο τρόπος με τον οποίο η Γιαννούλα έπαιρνε μέρος στη φάρσα, που είναι και ένα σημείο – κλειδί της ιστορίας της. Σκέφτηκα ότι το θύμα από ένα σημείο και μετά επιλέγει σταδιακά και η ίδια τους φαρσέρ και σιγά σιγά, εκεί αφοπλίστηκα. Τι σημαίνει δηλαδή για ένα θύμα που αποτελεί αντικείμενο χλευασμού να παίρνει μέρος στην πλάκα, να την πιστεύει, για να μην εγκαταλειφθεί και μείνει μόνη. Έχουμε μια γυναίκα που πιστεύει σε ένα ψέμα, αλλά και τους φαρσέρ που στα μάτια μου δε μοιάζουν με κακούς λύκους, δεν μπορώ να δω απόλυτα τα πρόσωπα της εποχής. Όταν φέρνω αυτή την ιστορία στο σήμερα μου θυμίζει εκπομπές τύπου «παρατράγουδα» που αναρωτιόμαστε αν ξέρει το θύμα-πρωταγωνιστής αν τον κοροϊδεύουν ή όχι. Και ξέρω ότι απάντηση απόλυτη δε μπορεί να δοθεί».

Για τον Γιώργο Παπαγεωργίου η ιστορία της Γιαννούλας κρύβει κάτι βαθιά ρομαντικό, την επιθυμία μια γυναίκας να παντρευτεί όχι για να ζήσει ένα μεγάλο έρωτα αλλά για να μη μείνει μόνη, όσο και την επιθυμία της να μη μαραζώνει, σε μια μέση ηλικία που κανείς σχεδόν δε θα της έδινε σημασία, η Γιαννούλα αποθεώνεται, γίνεται το επίκεντρο της προσοχής. «Φαινομενικά η έννοια της διαπόμπευσης με εξοργίζει», λέει, «αλλά αυτό που με συνδέει με αυτή τη γυναίκα είναι το αγνό και ατόφιο «θέλω» της, που δε βρίσκω ούτε υπερβολικό, ούτε παράλογο. Είναι σαν να καταλαβαίνω καλύτερα το χώμα που πατάνε αυτές οι ιστορίες, αλλά είναι και το πρώτο κίνητρό μου να κάνω θέατρο, να λέω και να μαθαίνω ιστορίες είτε σαν θεατής είτε δουλεύοντας σε μια παράσταση. Και με τράβηξε και κάτι άλλο, το πόσο εύκολα μπορεί ο καθένας να μπει στη διαδικασία ενός θύτη ή θύματος σε ένα αντίστοιχο συμβάν. Και τι σημαίνει αυτό το συμβάν σε κάθε εποχή. Και αυτή είναι μια ιστορία που θέλω και να μάθω και να δω».

Info παράστασης:

Γιαννούλα η Κουλουρού | 18 Ιουνίου έως 21 Ιουνίου 2019 | Πειραιώς 260