Ομολογώ ότι δεν είχε τύχει να διαβάσω μέχρι τώρα τα πολύ σύντομα πεζά του Φραντς Κάφκα, τα οποία συμπεριλαμβάνονται στο πολύ ενδιαφέρον και προσεγμένο βιβλίο των εκδόσεων Κίχλη, μαζί με δύο πιο εκτενή διηγήματά του με τον τίτλο «Γιοζεφίνε η αοιδός και άλλα διηγήματα».

Στο ένα εκ των δύο εξαιρετικών κειμένων που συναποτελούν το εκτενές επίμετρο του βιβλίου, (εκείνο της μεταφράστριας), γίνεται αναφορά για τα πολύ σύντομα πεζά του Κάφκα ως μικρές κουκίδες που βοηθούν τον αναγνώστη να χαρτογραφήσει το σύνολο του έργου του μεγάλου πεζογράφου, χαρακτηρίζοντάς τα ως παράλογες αλληλεπιδράσεις με φανταστικά πλάσματα που ουσιαστικά αποκαλύπτουν μια πραγματικότητα που δεν υπάρχει, που αναιρείται με οποιαδήποτε ελάχιστη αλλαγή. Σωστά, αρκεί όμως να έχει κανείς στο μυαλό του ότι τα πολύ σύντομα αυτά κείμενα δεν αποτελούν παρά ασκήσεις ύφους. Είναι μεν χρήσιμα στον φανατικό μελετητή των έργων του Κάφκα, ενδεικτικά ίσως για την εξέλιξη της γραφής του, αλλά έχουν λίγα να δώσουν στον αναγνώστη.

Την παράσταση κλέβουν και πάλι τα δύο πιο εκτενή του διηγήματα: Ο Μπλούμφελντ το γεροντοπαλίκαρο και Γιοζεφίνε η Αοιδός ή ο λαός των Ποντικιών. Σε αυτά τα δύο πιο εκτενή κείμενα ο Κάφκα έχει τον απαραίτητο χώρο για να αναπτύξει και πάλι το ιδιόμορφο όραμά του για το παράλογο σύμπαν του οποίου αποτελούμε αναπόσπαστο τμήμα.

Στο πρώτο διήγημα εκ των δύο, ο Κάφκα αναπτύσσει τη γνωστή διαλεκτική του παραλόγου ανάμεσα στον μοναχικό άνθρωπο και το ρευστό, αινιγματικό, πλασματικό περιβάλλον του. Κεντρική ιδέα του είναι οι δύο μπαλίτσες ζελατίνης που χοροπηδάνε πίσω από τον Μπλούμφελντ σαν κατοικίδια τα οποία διατηρούν όμως μια αμφιλεγόμενη στάση προς τον αφέντη τους. Ο Κάφκα επιλέγει να παραλληλίσει τις δύο μπαλίτσες με τους ανώριμους και άβουλους ασκούμενους στο γραφείο του Μπλούμφελντ, ολοκληρώνοντας μια αμφίσημη παραβολή που αντιστέκεται σε μονοσήμαντες ερμηνείες.

Το δεύτερο εκτενές πεζό της συλλογής, το οποίο δανείζει τον τίτλο του στο βιβλίο, είναι και εκείνο στο οποίο αφιερώνεται το έτερο ενδιαφέρον κείμενο στο επίμετρο, γραμμένο από την Κατερίνα Καρακάση, και το οποίο αποπειράται να καθοδηγήσει τον αναγνώστη σε μια σειρά από πιθανές ερμηνείες γύρω από το κείμενο. Εδώ δεν έχουμε ακριβώς να κάνουμε καν με διήγημα, καθώς δεν υφίσταται αφήγηση ούτε και δραματική ένταση. Είναι μάλλον ένα δοκίμιο φαντασίας γύρω από μια μυστηριώδη τραγουδίστρια που όμως δεν τραγουδάει αλλά σφυρίζει, και μάλιστα όχι πολύ καλά.

Το κείμενο της Καρακάση είναι καλογραμμένο και η παρατήρησή της σχετικά με την καφκική σπουδή γύρω από τη φύση και τον σκοπό της τέχνης πολύ εύστοχη (το παράδειγμα του Ντυσάμπ και των ερωτημάτων που έθετε γύρω από τη φύση ενός αντικειμένου, όταν από αυτό αφαιρείται η πρακτική του χρησιμότητα ήταν ένα από τα πρώτα πράγματα που μου πέρασαν από το μυαλό διαβάζοντας το παράξενο αυτό πεζό). Ο ακόλουθος συσχετισμός ανάμεσα στη λειτουργία της μαζικής και απρόσωπης κοινωνίας και του καλλιτέχνη ως άτομο που αφήνει μια αναγνωρίσιμη υπογραφή, πράγματι μας ανοίγουν έναν ορίζοντα ερμηνείας.

Όμως τελικά οι εικασίες είναι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια τέτοια ερμητική φαντασία, με ένα δημιουργό που επιχείρησε να αποδομήσει την ίδια τη φύση της εικονικής πραγματικότητας που αποκαλούμε ύπαρξη. Άρα αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία έχει το πόσο μας παρασέρνει η ανάγνωση αυτή καθαυτή, αφού το όποιο νόημα είναι υπερβολικά γλιστερό για να μπορεί κανείς να το αδράξει.

Από αυτή την άποψη εγώ προτιμώ το Γεροντοπαλίκαρο Μπλούμφελντ, όπου το αλλόκοτο και το παράλογο δραματοποιούνται, αλλά αυτό είναι θέμα γούστου. Αυτό που δεν σηκώνει αμφισβήτηση είναι ότι η εν λόγω έκδοση δεν περιλαμβάνει απλώς ενδιαφέροντα και μάλλον άγνωστα κείμενα ενός μεγάλου του εικοστού αιώνα, αλλά και τα πλαισιώνει με δύο οξυδερκείς κριτικές αναλύσεις, κάτι που κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να αποτελεί τον κανόνα σε εκδόσεις κλασικών συγγραφέων.

Το βιβλίο «Γιοζεφίνε η αοιδός και άλλα διηγήματα» του Φραντς Κάφκα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη