Ο πιο αστείος άνθρωπος: O Mπεν Στίλερ είναι ο Ρότζερ Γκρίνμπεργκ. Γκρίνμπεργκ είναι κι ο αυθεντικός τίτλος της καινούριας ταινίας του Νόα Μπάουμπαχ («Δεσμοί Διαζυγίου», «Η Μάργκο πάει στο γάμο»). Ωστόσο, μολονότι ο χαρακτήρας του δίνει στην ταινία το όνομά της και μολονότι είναι ο σταρ της ταινίας, ο Στίλερ δεν κάνει την εμφάνισή του αμέσως. Η ταινία όχι μόνο ξεκινά με την ηρωίδα της Γκρέτα Γκέργουικ (μοιάζει με την Κέιτ Γουίνσλετ σε νεότερη έκδοση, με το δικό της όμως στίγμα), αλλά και επικεντρώνεται για αρκετά λεπτά επάνω της. Είναι «assistant» της οικογένειας του πλούσιου αδελφού του Μπεν Στίλερ. Πάει να πει βοηθός, αλλά όχι ακριβώς οικιακή βοηθός: κάνει τα ψώνια, βγάζει το σκύλο βόλτα, κλείνει εισιτήρια, υπενθυμίζει ραντεβού. Η οικογένεια του αδελφού πάει ταξίδι στο Βιετνάμ για επενδύσεις και ο Στίλερ έρχεται στο Λος Άντζελες για να μείνει στο σπίτι. Έρχεται από τη Νέα Υόρκη αλλά και από κλινική όπου νοσηλεύτηκε με νευρικό κλονισμό. Δηλώνει ότι σε αυτή τη φάση της ζωής του (είναι 41) προσπαθεί συνειδητά να μην κάνει τίποτα, σαν στάση ζωής. Όταν τελικά εμφανίζεται στην οθόνη, μολονότι η ταινία έχει προλάβει να εγκαταστήσει ένα μη κωμικό κλίμα, μολονότι γνωρίζεις ότι το έργο δεν είναι κωμωδία (εκτός βέβαια και αν δεν το γνωρίζεις, οπότε και παραπονιέσαι φωναχτά στο σινεμά μόλις τελειώσει, λες και οφείλεται σε εξαπάτηση και όχι στην έλλειψη δικού σου στοιχειώδους ενδιαφέροντος για το τι περίπου είναι αυτό που θα δεις), μολονότι κι ο ίδιος τίποτα κωμικό δεν κάνει, στα πρώτα λεπτά της παρουσίας του συλλαμβάνεις τον εαυτό σου να είναι με μια διαρκή υποψία χαμόγελου στα χείλη, έτοιμος να πιάσει το υπονοούμενο στον αέρα, έτοιμος να διακρίνει πίσω από τον σοβαρό μανδύα του κάτι διφορούμενο και να ξεκαρδιστεί. Γιατί μπορεί να είναι άκυρο να θεωρεί ο άλλος πως τον κορόιδεψαν επειδή το όνομα του Στίλερ είναι σήμα κατατεθέν κωμωδίας, αλλά δεν είναι υπερβολικό ότι στο πρόσωπό του και γενικότερα στη φιγούρα του έχει κατατεθεί με τα χρόνια τέτοιο πλήθος κωμικών αναμνήσεων, που μετατρέπεται αυτόματα σε κωμική δυναμική, σε προσδοκίες γέλιου. Το πρόσωπό του ξυπνά μια μνήμη που παίρνει κάποιο χρόνο για να απενεργοποιηθεί πλήρως. Έτσι, όταν έχει κυλήσει πολύ ώρα και ο Στίλερ (υπερασπιζόμενος τον εαυτό του από την κατηγορία ότι δεν έχει χιούμορ) θα διακηρύξει «είμαι ο πιο αστείος άνθρωπος» η ειρωνεία είναι διπλή: στην ταινία κάθε άλλο παρά είναι, στις άλλες ταινίες ή στις απονομές των όσκαρ παίζει και να είναι. Πρώτα δηλαδή βλέπαμε τον Ρότζερ Γκρίνμπεργκ σαν τον Μπεν Στίλερ, στη συνέχεια η μνήμη απενεργοποιήθηκε και τον είδαμε σαν τον Ρότζερ Γκρίνμπεργκ, με αποτέλεσμα αν αυτός τώρα φαντασιώνεται ότι είναι αστείος, εμείς πια να καταλαβαίνουμε τη διαφορά: ο Μπεν Στίλερ μπορεί να είναι από τους πιο αστείους ανθρώπους, αλλά όχι εσύ, Ρότζερ.

Τρία δώρα: Ξεχωρίζω τρία από τα δώρα της ταινίας.

– Μια από τις πιο αξιομνημόνευτες ερωτικές σκηνές, που όσο απροσδόκητα και αντισυμβατικά με όρους κινηματογράφησης (δίχως ρομαντικές μουσικές και φωτισμούς) ξεκινάει, τόσο (και ακόμη περισσότερο) απροσδόκητα σταματάει. Πρόκειται για μια μηδενικά αισθησιακή (μολονότι για τα δεδομένα του αμερικάνικου κινηματογράφου τολμηρή) και ελάχιστα ρομαντική σκηνή, με δυο ανθρώπους που λειτουργούν κάπου ανάμεσα στο μηχανικά και στο αμήχανα. Ακριβώς όμως επειδή η σκηνή βγαίνει από τα καλούπια της επιτήδευσης και των κανόνων, θα μείνει τελικά στο μυαλό και μάλιστα με ένα τρυφερό φως. Έχουμε χορτάσει κινηματογραφικά από ανθρώπους που ερωτικά ξέρουν και τι θέλουν και τι κάνουν, οπότε είναι κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτοι αυτοί που προσπαθούν να το βρουν.

– Έναν από τους πιο ζεστούς και συμπαθείς χαρακτήρες των τελευταίων ετών. Δεν είναι ο πρωταγωνιστής της ταινίας. Το ακριβώς αντίθετο. Ο Ρις Ίφανς ερμηνεύει τον παλιό φίλο του Στίλερ. Η διαρκής ζεστασιά του αντιδιαστέλλεται με τα σκωτσέζικα ντους στα οποία υποβάλλει ο Στίλερ τους γύρω του. Η δοτικότητά του αντιδιαστέλλεται με την εγωκεντρικότητα του φίλου του. Ο Ίφανς μολονότι πληγωμένος από το παρελθόν κατορθώνει να το αφήσει πίσω και να αγαπήσει το παρόν του, κι ας μην ήταν αυτό που ονειρευόταν, ο Στίλερ το έχει αφήσει φαινομενικά μόνο πίσω, περισσότερο το έχει απωθήσει, με αποτέλεσμα να παραμένει τελικά καθηλωμένος και στο παρόν του. Ο Ίφανς έτοιμος να συγχωρήσει και να καταλάβει, ο Στίλερ έτοιμος να αμυνθεί, να καταλογίσει το φταίξιμο στους άλλους, να πληγώσει. Ηurt people hurt people: οι πληγωμένοι πληγώνουν.

– Ένα σπουργίτι που αυτοσχεδιάζει. Το αυτοκίνητο φτάνει στο σπίτι. Ο Στίλερ συνομιλεί με τον οδηγό. Στο φόντο ο κήπος και η πόρτα του σπιτιού. Διακρίνουμε ένα σπουργίτι να περνά μπροστά από την πόρτα. Μια σκηνή εντός σεναρίου, δυο άνθρωποι που παριστάνουν κάποιους άλλους, λέξεις που δουλεύτηκαν και ξαναδουλεύτηκαν, γωνίες λήψης, φωτισμός, η εξέλιξη μιας ιστορίας και στο βάθος ένα απρόσκλητο σπουργίτι να παίζει στο δικό του έργα. Τα του Καίσαρος, τα του Θεού, τα των κινηματογραφημένων μυθοπλασιών των ανθρώπων και τα της εκτός μυθοπλασίας, παρεμπιπτόντως κινηματογραφημένης, ιστορίας ενός σπουργιτιού.