Η Γκιουλσούν Καραμουσταφά μένει στην Πόλη, στην οδό Τζιχάνγκιρ 28 στο Μπέγιογλου σε ένα διαμέρισμα που αγόρασε το 1991 και ανήκε παλιά στην οικογένεια Βασλαματζή. Η Γκιουλσούν στη συνάντησή μας λίγο πριν τα εγκαίνια της πρώτης ατομικής της έκθεσης στην Αθήνα στην γκαλερί Nitra, μου αφηγείται τη συνάντησή της με τους απογόνους της οικογένειας, με το  ζευγάρι που καθόταν και χάζευε την σιδερένια πόρτα με το οικόσημο, το ίδιο που υπήρχε στο σεβαλιέ δαχτυλίδι του άντρα. Το ζευγάρι, ο Γρηγόρης και η Γεωργία, εγγόνια του Νικόλα Βασλαματζή, άνοιξαν στη διάσημη εικαστικό μια πόρτα στο παρελθόν, όχι μόνο της εύπορης οικογένειας της ελληνικής μειονότητας της Πόλης, που εγκατέλειψε το σπίτι μετά τα δραματικά, βίαια συμβάντα τον Σεπτέμβριο του 1955, αλλά και στις σχέσεις που συνυφαίνονται μέσα σε μια πολυκατοικία.

«Τα σπίτια έχουν και αυτά ρίζες, είναι ωραίο να ξέρεις την ιστορία τους», λέει η Καραμουσταφά που δημιούργησε με αφορμή την ιστορία της πολυκατοικίας της ένα σπουδαίο ομότιτλο έργο που παρουσιάστηκε στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης το 2012.

Με την Γκιουλσούν Καραμουσταφά και την Αλίκη Τσιρλιαγκού στην γκαλερί Nitra

Τα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα κυριαρχούν στο έργο της Γκιουλσούν Καραμουσταφά. Η ίδια, κάτοικος Ιστανμπούλ και Βερολίνου, με ρίζες από την Κριμαία και τη Βοσνία δε σταματά να εξετάζει τα ζητήματα της ανθρώπινης διασύνδεσης, με έργα που προκαλούν αυτόματη συγκίνηση στο θεατή, ο οποίος ανακαλεί στιγμιαία τη δική του προσωπική ανάμνηση. Το υλικό της είναι ανεξάντλητο. Κάθε αντικείμενο, κάθε εικόνα αποτελεί για την εικαστικό μια κιβωτό μνήμης. Οι ανθρώπινες ζωές που διασταυρώνονται, η διαπολιτισμικότητα των αναμνήσεων, οι βαθιές φιλίες και η επικοινωνία, τα δυσδιάκριτα όρια μεταξύ τέχνης και ζωής αποτελούν το μοναδικό ανάγλυφο της τέχνης της, που καταγράφει με εξαντλητική λεπτομέρεια το ανθρώπινο τοπίο και τις συμπεριφορές του.

Την Καραμουσταφά τη ρωτούν συχνά γιατί θέλει να ζει στην Πόλη και η απάντηση έρχεται αβίαστα:

«Η Ιστανμπούλ είναι η πόλη που γεννήθηκα και μεγάλωσα, δε θα μπορούσα να αποκοπώ», λέει. «Αλλά είμαι δυστυχισμένη, γιατί νομίζω λίγο-λίγο αρχίζουμε να χάνουμε τη μνήμη μας. Για παράδειγμα η Πόλη έχει γίνει μια μεγαλούπολη με 20 εκατομμύρια κατοίκους και μια πόλη που σβήνει κάθε μνήμη από τα μέρη που έζησα στα παιδικά μου χρόνια, στο Μπεμπέκ, στο Τζιχανγκίρ, στο Νισάντασι, στο σπίτι του παππού μου στην άλλη πλευρά του Κεράτιου, στη βυζαντινή πλευρά της πόλης. Είμαι πολύ συνδεδεμένη με την Πόλη και αποτελεί ως τόπος πηγή έμπνευσης και για αυτή την έκθεση στην Αθήνα».


Η έκθεση στη Nitra Gallery  έχει τίτλο The Peculiar Song και μέσα από αυτό το «αλλόκοτο τραγούδι» ξεδιπλώνεται ο κόσμος της δημιουργού ευρύτερα και ουσιαστικά για να περιγράψει μια καλλιτεχνική πορεία τεσσάρων δεκαετιών, μια πορεία που αποτελεί πηγή έμπνευσης και ασκεί επιρροή σε πολλούς καλλιτέχνες των επόμενων γενεών.

«Μαζεύω πράγματα πάντα και σκέφτομαι πάντα ότι κάπου θα τα χρησιμοποιήσω», λέει η εικαστικός εξηγώντας το θέμα στους πίνακες που εκθέτει. «Βρήκα μια φορά αυτά τα μικρά δείγματα, τα contacts, τα μεγέθυνα και είδα ότι ήταν φωτογραφίες που περιέγραφαν τον τρόπο ζωής στην Πόλη το ’40 και το ’50. Είναι αυτά που χρησιμοποιώ εδώ, σε οκτώ έργα μου. Στην πίσω μεριά αυτών των φωτογραφιών με περίμενε μια έκπληξη, καθώς ανακάλυψα ότι επρόκειτο για φωτογραφίες των οικογενειών που ανήκαν στις μειονότητες που ζούσαν στην Πόλη. Έτσι άρχισα να σκέφτομαι τι είναι αυτό που χάθηκε από τη ζωή μας; Αυτοί οι γείτονές μας έφυγαν, δεν είναι μαζί μας πια, αλλά κάποτε συνδεόμασταν. Είχαμε φίλους που θεωρούσαμε οικογένεια, εγώ είχα μια φίλη της γιαγιάς μου, Ελληνίδα, τη φώναζα θεία και ακόμα θυμάμαι τη βιτρίνα με τα μπιμπελό που είχε και χάζευα όταν ήμουν πολύ μικρή, τεσσάρων ή πέντε ετών».

Φόρος τιμής σε αυτές τις φανταστικές αναμνήσεις, είναι οι δυο μικρές εγκαταστάσεις με  παρόμοια πορσελάνινα διακοσμητικά σε μια σύνθεση και συνομιλία με το παρόν μέσα στην έκθεση. «Πιστεύω ότι είναι κρίσιμο να κρατήσουμε τη μνήμη της πόλης μας και αυτό το κάνω επίμονα».

Η μνήμη και η διατήρησή της δεν έχει καμία σχέση με τη νοσταλγία όπως εξηγεί. «Δεν έχω και δεν είχα ποτέ νοσταλγία για αυτά που χάθηκαν, ούτε θα ήθελα να επιστρέψουμε στο παρελθόν και να ζήσω εκεί. Θέλω να καταγράψω τις μνήμες και όχι απλώς να αναπολώ. Είναι η δουλειά που μόνο ένας καλλιτέχνης, κανένας άλλος δεν μπορεί να το κάνει αυτό».

Στις υαλοτυπίες που εκθέτει η Καραμουσταφά χρησιμοποιεί εξώφυλλα περιοδικών από τη δεκαετία του ’20, όταν η Τουρκία ήθελε να αποκτήσει «ευρωπαϊκό αέρα», αλλά δεν είχε αποχωριστεί το οθωμανικό αλφάβητο, εικόνες που κοσμούσαν πίνακες που έβρισκε κανείς σε τούρκικα καφενεία και κομμωτήρια του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα και με αυτή την παλιά τεχνική και τους δίνει χρώμα βάζοντας στο φόντο ευτελή χαρτιά περιτυλίγματος, ενώ στο βίντεο Madam Marta αναφέρεται σε μία γυναίκα κοπτικής/αρμενικής προέλευσης που άφησε το στίγμα της στο νησί Burgaz στην Κωνσταντινούπολη, καθώς και στην παραλία του νησιού που στη συνέχεια πήρε το όνομά της.

«Η πραγματικότητά σου είναι το μέρος που ζεις», λέει η Καραμουσταφά που συστηματικά και επίμονα μέσω της ζωγραφικής, των αντικειμένων, των κολάζ και  του βίντεο της έκθεσης εξετάζει όχι μόνο ζητήματα μνήμης αλλά και τα μεγάλα ζητήματα της ιστορίας, τη μετανάστευση, την ταυτότητα, τη γλώσσα, τις πολλές πατρίδες. «Η Ιστανμπούλ για μένα ακόμα παραμένει ένα μυστήριο», λέει η Καραμουσταφά, «μια ιστορία που δεν έχει ποτέ τέλος, και πάντα είναι η αφετηρία για κάθε μου δημιουργία, η ρίζα μου».

Info έκθεσης:

The Peculiar Song | 4 Απριλίου – 1 Ιουνίου 2019 | Nitra Gallery Athens