«There is another world, but it is inside this one».

Αυτή η ρήση του Γάλλου ποιητή Paul Éluard θα εισάγει τον επισκέπτη της νέας έκθεσης της φωτογράφου Όλγας Δέικου στα 18 έργα του φαντασιακού σύμπαντος που δημιουργεί με υλικά το όνειρο, την ποιητικότητα αλλά και τον ρεαλισμό. Μια πόλη που ξυπνά, έρημα αστικά τοπία, βενζινάδικα μέσα στη νύχτα, περίπτερα τα ξημερώματα, πλοία στο λιμάνι, οι πολυκατοικίες της Θεσσαλονίκης και ένας urban λυρισμός. Αυτές είναι μόνο λίγες από τις εικόνες που συνθέτουν την εικονογραφία της φωτογράφου που λέει μέσα από μια σύγχρονη ματιά την ιστορία της πόλης της Θεσσαλονίκης έτσι όπως την αντιλαμβάνεται εκείνη. Ένας άγνωστος κόσμος μέσα στον γνωστό, η ομορφιά καμουφλαρισμένη στην ασχήμια και η Όλγα σε μια ταράτσα να την αναζητεί.

Για αυτές τις εικόνες και για άλλες τόσες, για έναν Σαρλό που παίζει με την εποχή του στα φανάρια, στα δυτικά της πόλης, για τον ηλικιωμένο που έφυγε και τη συγκίνησε με την αλήθεια του, για τους ακάλυπτους των πολυκατοικιών και για τη δύναμη που της δίνει η μηχανή της. Για έναν καφέ με τον Lynch, τον Anderson, τον Wenders και τη Leibovitz, για το ταξίδι και τις ρίζες. Για όλα αυτά που τη συγκινούν και μας συγκινούν, η φωτογράφος Όλγα Δέικου καταθέτει τις σκέψεις της στο ελc.

οι ρίζες | το μπλε, οι φαντεζί εικόνες και οι αναφορές

«Μεγάλωσα σε ένα σπίτι δύο χιλιόμετρα έξω από τη Φλώρινα, απέναντι βουνό και πίσω κάμπος. Δεν είχα γειτονιά. Δύο χιλιόμετρα εκτός πόλης αλλά με αδέσποτα, στη μέση του πουθενά. Θυμάμαι χαρακτηριστικά να διαβάζω στην πάνω κουζίνα – το σπίτι μου μονοκατοικία – και να κοιτάζω από το παράθυρο, βλέποντας το μπλε. Χειμώνας και ομίχλη. Κοιτάζοντας αυτό το μπλε, με τον κεντρικό δρόμο απέξω. Τελικά αυτό το μπλε είναι το χρώμα που αγαπώ και παρατηρώ. Την αγαπώ τη Φλώρινα και φωτογραφικά πλέον. Τον θυμό που είχα στο παρελθόν για αυτήν πια τον έχω ξεπεράσει. Κάτι που είχα πάντα, και με τα μέρη και με τους ανθρώπους, είναι ότι απέφευγα το φαντεζί. Τελικά οι εικόνες μου είναι φαντεζί. Όσο φαντεζί και αν είναι, δείχνουν ντουβάρια. Καμιά φορά αναζητάμε υπερβολικά πολύ το γκλαμ, το άστρο.

Η σχέση μου με τη μουσική με καθόρισε από την παιδική μου ηλικία. Έχω κάνει πολλές λήψεις περπατώντας και ακούγοντας μουσική. Προσπαθώ να είμαι σε μια διαδικασία αποσύνδεσης από την εξωτερική πληροφορία, αλλά και ιδιαίτερης σύνδεσης με αυτό που ψάχνω να νιώσω και να αποτυπώσω. Ήμουν παιδί κλασικής λογοτεχνίας. Αγάπησα στην εφηβεία μου τον Ντοστογιέφσκι αλλά στη συνέχεια αγάπησα μάλλον περισσότερο σκηνοθέτες και μουσικούς. Ο David Lynch είναι μεγάλος έρωτας. Το σύμπαν που δημιουργούσε στα έργα του, αλλά και ως προσωπικότητα που ποτέ δεν το είχε με τα λόγια, ακόμα και ότι το Χόλυγουντ δεν τον αγάπησε ποτέ, όλα αυτά με γοήτευαν. Μου έδινε πάντα την εντύπωση ενός καλλιτέχνη καθαρού στα πιστεύω του. Ο Wes Anderson για τον ψυχαναγκασμό του με τη συμμετρία στα κάδρα, αλλά και ο Wim Wenders με τα οπτικά του ταξίδια».

Τη ρωτώ για τα οπτικά ταξίδια που αυτή δημιούργησε με αφορμή το 23ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και τις εικόνες που παρέδωσε για να γίνουν οι αφίσες της διοργάνωσης κι εκείνη μου περιγράφει μέσα από τις εικόνες το ταξίδι σε παρελθόν, παρόν και μέλλον.

«Η λέξη ταξίδι είναι μια μαγική έννοια με πάρα πολλές ερμηνείες. Δεν έχει να κάνει μόνο με την αλλαγή του γεωγραφικού τόπου όπου βρισκόμαστε. Ήθελα με κάποιον τρόπο να συνδυάζω παρελθόν, παρόν και μέλλον. Όλα ξεκίνησαν με την πρώτη αφίσα, με τον άντρα στο παλιό αμάξι. Πήγα σε μάντρες αμαξιών και έψαχνα ένα χαλασμένο αμάξι, να το φωτίζω έτσι ώστε να φαίνεται πως είναι ζωντανό. Το μεταφέραμε σε ένα χωράφι. Η εικόνα αυτή είναι το παρελθόν. Ένας άντρας σταματημένος στη μέση του πουθενά βλέπει τα αστέρια. Το παρόν αποτυπώθηκε μέσα από ένα κλειστό πανεπιστήμιο, με ένα μόνο φωτισμένο παράθυρο και ανθρώπινες φιγούρες μέσα – ενώ έξω πετούν ελεύθερα πουλιά. Η τρίτη εικόνα, το μέλλον – ένα σύγχρονο αμάξι τώρα – ταξιδεύουμε ξανά – ένα παιδάκι καβαλάει το αυτοκίνητο, ίσως σε ένα ταξίδι με τους γονείς του. Παίζει με το αεροπλανάκι του, ταξιδεύει κυριολεκτικά και μεταφορικά εκείνη τη στιγμή.

Αν έπρεπε να βουτήξω μέσα σε μια εικόνα μου, αυτή θα ήταν η αφίσα με τον τύπο στη μέση του πουθενά, νύχτα με το παλιό και χαλασμένο αμάξι. Να στέκομαι εκεί σαν ένας άλλος Harry Dean Stanton στο Paris, Texas του Wim Wenders». 

η ιστορία μιας πόλης | Θεσσαλονίκη has the floor

«Θα σου πω το εξής. Όταν μου λένε τη λέξη ρουτίνα, δεν την ακούω ως αρνητική. Ταξιδεύω ελάχιστα, η δουλειά μου είναι στη Θεσσαλονίκη. Συνέχεια, λοιπόν, αναζητώ κάτι καινούριο σε αυτήν. Το θέμα είναι να βρίσκεις εικόνες μέσα από τη ρουτίνα σου. Η δημιουργία δεν εγκλωβίζεται. Στην πρώτη καραντίνα είδα και κατέγραψα πολλές ιστορίες από την ταράτσα μου. Στη δεύτερη ήμουν έξω. Προσπάθησα, παρά τη νυχτερινή απαγόρευση και την αγάπη που έχω στις νυχτερινές εικόνες, να προσαρμοστώ και να δημιουργήσω κι έτσι.

Η Θεσσαλονίκη έχει μέρη που έχουν ομορφιά για να φωτογραφίσεις. Αν αποστασιοποιηθούμε από τη φούσκα των προβλημάτων μας και βγούμε προς τα έξω – μια διαδικασία που χρειάζεται ούτως ή άλλως εσωτερική ηρεμία και χρόνο – μπορούμε να δημιουργήσουμε ακόμα και στη ρουτίνα. Μια ατάκα λέει “repetition is a form of change“. Μέσα από τη ρουτίνα μπορείς να αλλάξεις και να είσαι και πρωτοπόρος. Η ξεγνοιασιά, η ελευθερία και τα ωραία συναισθήματα ξεκινάνε από το μέσα μας.

Αγαπώ τις θρυλικές στοές της Θεσσαλονίκης. Την Εγνατία – που την παραμελούν – αλλά και πιο πάνω, θέλω να τα παρουσιάζω αυτά τα μέρη γιατί έχω την ανάγκη να το κάνω, να περπατάω κατά κει. Βαριέμαι απίστευτα τις φωτογραφίες της παραλίας, των φαντεζί σημείων της πόλης. Ακόμα και αυτά τα μέρη, θέλω να τα φαντάζομαι διαφορετικά. Μεταφράζω κάπως αλλιώς τα χρώματα κοντά στο Μέγαρο. Τονίζω αυτό που θέλω κάθε φορά. Φωτογραφία σημαίνει γράφω το φως. Αγαπώ πολύ το σκοτεινό φως, αγαπώ το δειλινό, τον μπλε ουρανό πριν γίνει μαύρος. Όταν όμως κάτι συμβαίνει και είσαι τυχερός να το αποτυπώσεις, ανεξαρτήτως συνθηκών, φωτός, ρυθμίσεις μηχανής, είναι ιδανικό. Αυτό συμβαίνει πέντε φορές τον χρόνο.

Η φαντασία είναι μια διαδικασία γνώσης του κόσμου. Οι εικόνες μου δεν ξεφεύγουν από μια ρεαλιστική απεικόνιση του χώρου και του χρόνου, απλά νομίζω φαίνεται εκ του αποτελέσματος μια άλλη διάσταση. Προσπαθώ να δημιουργώ μια προσωπική ατμόσφαιρα στον κόσμο αυτόν. Παρόλα αυτά οι περισσότεροι που διαβάζουν τις εικόνες μου και ζουν στη Θεσσαλονίκη, καταλαβαίνουν τα μέρη που τραβήχτηκαν. Ιδίως όταν είναι μέρη πιο κλασικά».

Οι φωτογραφίες της Όλγας από την ταράτσα της ήταν από τις εικόνες που κυκλοφόρησαν πολύ μέσα στην καραντίνα, ίσως ακριβώς επειδή είχαν να διηγηθούν την ιστορία μιας πόλης που έχει πέσει σε προσωρινό λήθαργο. Η ταράτσα της στη Βότση έγινε για λίγο το παρατηρητήριο μιας πόλης που μετράει τις ανάσες της.

«Ήταν η ίδια ταράτσα στη Βότση. Ανέβαινα στην ταράτσα και προσπαθούσα μέσα από τις ίδιες συνθήκες, τα ίδια ντουβάρια, να φανταστώ τα πράγματα διαφορετικά. Δεν προσθέτω τίποτα στην επεξεργασία. Όντως βρήκα το αμάξι, όντως βρήκα τη γιαγιά στο παράθυρο. Ανέβαινα στις πέντε και μπορεί να έφευγα γύρω στις δέκα. Έπαιρνα τον καφέ μου και τη μηχανή. Το κορυφαίο συμβάν που έγινε σε αυτήν την ταράτσα ήταν το ότι με είδε από απέναντι μια κυρία, μεγάλη σε ηλικία, και μου είπε «εσύ δεν είσαι η κοπέλα που βγάζει φωτογραφίες σε αυτή τη μεριά της οικοδομής;». Φοβήθηκα ότι θα μου κάνει παρατήρηση. Μου είπε μπράβο τελικά! Όταν ένας άγνωστος κάπου σε διάβασε, κάπου σε είδε, αυτό είναι πολύ ωραίο.

Σκέφτομαι σοβαρά να κάνω ένα λεύκωμα, ακριβώς σαν την ιστορία μιας πόλης. Ψάχνω τις εικόνες ανάμεσα στις οικοδομές, στους ακάλυπτους που δεν έχεις πρόσβαση. Όταν κλείνω κάποιο ραντεβού σε γιατρό, πάντα θα κοιτάξω τα μπαλκόνια του. Θα ανέβω με τα πόδια για να δω το πού κοιτάνε τα παράθυρα της οικοδομής. Είναι σαν να είσαι σε έναν άλλο κρυφό κόσμο της Θεσσαλονίκης».

οι άνθρωποι, ο δρόμος & οι μουσικές

«Η φωτογραφία που έβγαλα και μου προκάλεσε τα πιο ισχυρά συναισθήματα ήταν το πορτρέτο ενός κύριου, τρόφιμου γηροκομείου, αλλά δεν θα την παρουσιάσω ποτέ, αυτήν την εικόνα την κρατάω για μένα. Ήταν από τις πρώτες μου εικόνες. Ήταν η δεύτερη φορά που επισκέφτηκα γηροκομείο για να φωτογραφίσω. Η πρώτη φορά ήταν όσο ήμουν ακόμη σε σχολή φωτογραφίας. Ήμουν 25 χρονών. Έχω μια ιδιαίτερη ευαισθησία με την τρίτη ηλικία και ήταν μια εικόνα πολύ σκληρή. Συνάμα είχε πολύ μεγάλη αλήθεια. Είχα μια συζήτηση με αυτόν τον κύριο και μου είχε ζητήσει να του πάω την εικόνα τυπωμένη. Μου μίλησε για τη ζωή του, για το πώς κατέληξε στο γηροκομείο, για το ότι είχε δύο παιδιά. Θυμάμαι την εικόνα, στα μάτια του έβλεπες ένα σεβασμό προς τη ζωή. Παρόλο τον σωματικό πόνο που είχε. Τα χέρια του και τον τρόπο που έσφιγγε το κρεβάτι όσο ήταν ξαπλωμένος. Μέχρι να τυπώσω την εικόνα του, ο κύριος έφυγε. Δεν την πήρε ποτέ στα χέρια του. Θεωρώ ότι ήταν από τα δυνατότερα πορτρέτα που είχα κάνει.

Ο δρόμος έχει αλήθεια. Αυτό που με εμπνέει στον δρόμο είναι η φαινομενική ασχήμια του. Μπορούμε κάλλιστα να σκαρφιστούμε ιστορίες παρατηρώντας τον κόσμο έξω. Προσωπικά δεν το έχω πολύ με τις λέξεις, έτσι ανείπωτα φωτογραφίζω. Κάποτε η Annie Leibovitz τράβηξε ένα καρέ τον Lennon σε εμβρυακή στάση, αγκαλιά με τη Yoko Ono. Όταν του το έδειξε, εκείνος ενθουσιασμένος είπε πως με ένα κλικ αποτυπώθηκε η σχέση τους ολόκληρη. Κάποιες φορές η γλώσσα στέκεται αμήχανη μπροστά στη μεγαλειότητα μιας εικόνας.

Γυρνούσα από δουλειά, ήμουν στο Καλοχώρι κι έμπαινα από τη δυτική έξοδο. Πέτυχα κόκκινο φανάρι και τον βλέπω εκεί. Αργότερα έγιναν μόδα αυτοί. Τότε ήταν μόνο ένας. Ρωτούσα να μάθω πού μπορώ να τον βρω. Και τον πέτυχα κάποια στιγμή ξανά να πηγαινοέρχεται. Τότε οι συνθήκες ήταν διαφορετικές. Ίσως είναι δική μου αίσθηση αλλά εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα ότι δεν έκανα τίποτα για να ωραιοποιήσω τη φωτογραφία. Ήταν αυτό το φως, ήταν ο τρόπος που στεκόταν εκεί. Ήταν στα τέλη του ’19 και σκεφτόμουν ότι ενώ ήμασταν σε μια εποχή κρίσης, αυτός ήταν σαν να έπαιζε με αυτήν την εποχή. Καθόταν κύριος και έκανε τα δικά του. Μου έβγαλε έναν αυτοσεβασμό και μια αξιοπρέπεια. Είχε μια ευγένεια, μια ωραία τρέλα. Θα ήθελα να τον γνωρίσω αυτόν τον άνθρωπο. Ωστόσο, μπορεί να είναι και φαντασιακό όλο αυτό. Πολλές φορές ερωτευόμαστε την ιδέα για κάτι, η πραγματικότητα μπορεί να είναι κάτι εντελώς διαφορετικό και ίσως να είναι καλύτερα να μη τη γνωρίσουμε ποτέ».

Μου περιγράφει την ιστορία με τον Σαρλό της και σκέφτομαι ότι είναι μαγικό να περνάνε από τον φακό σου τόσες σκέψεις, τόσα βλέμματα, τόσα χαμόγελα και τόσοι δισταγμοί, τόση μοναξιά, στοργή, αγάπη και λύπη, τόση ζωή. Αναρωτιέμαι αν γνωρίζει όλους τους ανθρώπους που επιλέγει να καταγράψει και με ποιες μουσικές είναι ντυμένες οι ιστορίες τους:

«Δεν γνωρίζω τους ανθρώπους που φωτογραφίζω. Έχω ζητήσει να μου γυρίσουν την πλάτη για να τους φωτογραφίσω, τους λέω μια κουβέντα μόνο. Μου συμβαίνει να είμαι πιο θαρραλέα με τους ανθρώπους πια. Δεν μιλάω εύκολα σε αγνώστους. Κρατώντας τη μηχανή όμως, επεμβαίνω. Από τότε που έγινα φωτογράφος άλλαξα πάρα πολύ. Μικρή ήμουν πάρα πολύ κλειστή. Νιώθω σαν τον Benjamin Button, ότι πολλές φορές πάω ανάποδα. Μικρή σκεφτόμουν πολύ, τώρα απλοποιώ. Είναι καλό μάλλον αυτό. Η φωτογραφική μου μηχανή μού έχει δώσει θάρρος, δύναμη και ελευθερία. Το καταλαβαίνω κάθε φορά εκ των υστέρων. Έχω μιλήσει κι έχω «χωθεί» εκεί που χωρίς αυτήν δεν θα το έκανα ποτέ.

Τις φωτογραφίες μου τις φαντάζομαι με Παυλίδη, Στέρεο Νόβα στο background. Ήμουν φανατική για τα Διάφανα Κρίνα, πριν γίνω καν φωτογράφος. Στη Φλώρινα ήταν πάρα πολύ δύσκολη η μουσική καλλιέργεια αλλά ερχόμουν Θεσσαλονίκη και έπαιρνα δίσκους. Ήμουν σε μια φάση post punk. Ο δογματισμός όμως μακριά από εμένα. Αν ένας άνθρωπος αγαπούσε την εικόνα μου ακούγοντας Στανίση, δεν θα είχα κανένα πρόβλημα και θα του έλεγα respect. Αυτά τα ξεπέρασα πολύ νωρίς. Όσο εξελισσόμαστε, θεωρώ ότι πρέπει να απλοποιούμε και να προσαρμοζόμαστε σε όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας. Μικρότερη προσπαθούσα να δείχνω κάτι άλλο από αυτό που είμαι. Σαν να κάνουμε ψυχανάλυση, λίγο; (Γέλιο). Διαπίστωσα ότι όλο αυτό είναι φούσκα. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε κοινές αλήθειες και αναζητάμε τα ίδια πράγματα».

Μπαίνεις σε ένα καφέ και είναι εκεί η Leibovitz, ο Lynch, ο Anderson και ο Wenders. Τι συζητάτε;

«Θα τους ρωτούσα ποιο είναι το αγαπημένο τους φαγητό, το αγαπημένο τους γλυκό, κάτι πολύ απλό πάντως. Δεν θα συζητούσα τίποτα μαζί τους για δουλειά. Θα προσπαθούσα να καταλάβω, γιατί αυτοί οι άνθρωποι κατάφεραν να φτάσουν εκεί που έφτασαν. Θα προσπαθούσα να γνωρίσω τον άνθρωπο. Δεν θα με ενδιέφεραν οι κάμερές τους και οι φακοί. Θα παρατηρούσα τις μικρές λεπτομέρειες, τα λευκά μαλλιά της Leibovitz, θα ήθελα να μάθω αν του Lynch του αρέσει η ζάχαρη. Θα μιλούσαμε εντελώς ανθρώπινα και θα ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου».

Από την Κυριακή 9 Μαΐου και για τρεις εβδομάδες 18 έργα της Όλγας Δέικου βρίσκονται στις Βιτρίνες Τέχνης του ΟΤΕ. Περισσότερα έργα της Όλγας Δέικου μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα: olgadeikou.com

Οι φωτογραφίες αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία της φωτογράφου. Δεν επιτρέπεται αναδημοσίευσή τους παρά μόνο κατόπιν άδειας της ίδιας.