Το πρώτο Hangover δε θεωρήθηκε απλά καλή κωμωδία, αλλά και μια φρέσκια προσέγγιση στο είδος και έλαβε πολύ καλές κριτικές, προσωπικά όμως δε μου είπε τίποτα. Έτσι, το δεύτερο δεν το είδα καν. Το τρίτο πάλι που έχει λάβει κατεδαφιστικές κριτικές, δεν το βρίσκω και τόσο κακό. Πιθανόν κάτι βλέπω λάθος και στις δύο ταινίες, ακόμη πιθανότερα όμως απλά είχα πάει να δω το πρώτο με ανεβασμένο τον πήχυ των προσδοκιών, ενώ στο τρίτο που ο πήχυς μου ήταν πολύ χαμηλά, οι σκηνές γέλιου ή χαμόγελου που μου προσέφερε ήταν πολύ ευπρόσδεκτες. Κι εν πάση περιπτώσει, αν είμαι διατεθειμένος να δεχθώ πως τώρα είμαι επιεικής, στην εκτίμηση του αρχικού Ηangover θα επιμείνω: σιγά το φρέσκο πράγμα.

Αν γενικά το να βλέπουμε τα τρέιλερ έχει καταντήσει κακή ιδέα, αφού σε υποψιάζουν πια πάρα πολύ για το τι συμβαίνει στην κάθε ταινία, στις κωμωδίες είναι ακόμη χειρότερη ιδέα, αφού περιλαμβάνουν τα καλύτερα αστεία. Παραταύτα όποιος θέλει εδώ είναι. Το τρίτο Hangover είναι τελικά το ταξίδι του Άλαν -του χαρακτήρα του Ζακ Γαλιφιανάκη- προς την ωρίμανση. Αυτή βέβαια θα έρθει προς το τέλος. Γιατί στην αρχή, όταν ο πατέρας του του λέει ότι είναι 40 χρονών και μένει ακόμα μαζί τους, εκείνος του απαντάει 42, σαν παιδί που του λένε ότι είναι 10 χρονών και απαντάει με έμφαση 12. Οι δύο σκηνές που έχει ο Γαλιφιανάκης με τη Μελίσα Μακάρθι είναι απολαυστικές. Μακάρι να τους δούμε μαζί σε επόμενες ταινίες και, πέραν του ότι είναι κι από μόνοι τους εξαιρετικοί, μοιάζει να έχουν και εξαιρετική χημεία μεταξύ τους.

Το τρίτο Hangover κάνει μια στροφή προς τη δράση. Σαν η κωμωδία από μόνη της να μην αρκεί, να υπολείπεται, σαν το σωστό το μέινστριμ να πρέπει να έχει απαραίτητα μερικούς σκοτωμούς μέσα, σαν να είναι κρίμα να μην έχουμε περίστροφα να εκτελούν ανθρώπους. Σαν να υπάρχει πια ένας γενικός αισθητικός κανόνας, ένα όριο ταχύτητας στα μπλοκμπάστερ, όχι ανώτατο αλλά κατώτατο, που απαγορεύει δηλαδή στις ταινίες να τρέχουν κάτω από έναν αριθμό χιλιομέτρων την ώρα.

Αφού πέσουν οι τίτλοι του τέλους οι θεατές είναι προτιμότερο να μη βιαστούν να φύγουν, καθώς παρεμβάλλεται μια ακόμη σκηνή-σήμα κατατεθέν του Hangover, με την παρέα να ξυπνάει, να μη θυμάται τι έγινε το προηγούμενο βράδυ και να συνειδητοποιεί στο φως της ημέρας πως έγιναν απίστευτα πράγματα. Αυτή η αμνησιακή διάσταση, αυτή η διάσταση του δεν θυμάμαι τι έγινε, του βγήκα εκτός ελέγχου είναι η κεντρική ιδέα του Hangover, που πήρε κάτι που συμβαίνει εν μέρει και το τράβηξε στα άκρα του, μετατρέποντας τη μέθη σε ολική αμνησία.

Όπως λέγαμε λοιπόν πριν από τέσσερα χρόνια για το πρώτο Hangover: σε αυτόν το συγκεκριμένο τόπο (την πόλη της αμαρτίας), σε αυτόν το συγκεκριμένο χρόνο (το βράδυ του μπάτσελορ του κολλητού μου) και υπό αυτές τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις (πίνοντας-μαστουρώνοντας) νομιμοποιούμαι να κλέψω περιπολικά και τίγρεις. Την ευθύνη την αναλαμβάνει το Βέγκας, το μπάτσελορ και φυσικά ό,τι ήπια. Εδώ επιτρέπεται, απόψε επιτρέπεται, έτσι επιτρέπεται, είναι η εξαίρεση στην οποία επιτρέπεται. Σε αυτήν την εξαίρεση δεν είμαι ακριβώς «εγώ» που παντρεύτηκα τη στριπτιτζού που μόλις γνώρισα. «Εγώ» είμαι αυτό που κάνω συνήθως, «εγώ» είμαι όλα αυτά που συνήθως απωθώ· τα οποία επειδή τα είχα απωθήσει στην άκρη-άκρη, είναι τα πρώτα που βγαίνουν στη φόρα μαζί μου, όταν βγαίνω κι εγώ εκτός εαυτού. Το πρόβλημα όμως υπάρχει όταν βγαίνεις εκτός εαυτού ή όταν διατηρείσαι εντός ενός εαυτού που σε πνίγει, όταν διατηρείσαι στα όρια ενός εαυτού εντός του οποίου ασφυκτιάς; Αν σε γενικές γραμμές κάνεις αυτό που θέλεις, τότε ίσως δε λαχταράς να βγεις από τον εαυτό σου, αλλά να μπεις ακομη βαθύτερα μέσα του.

Μαζί με μια κωμωδία του 2013 επαναπροβάλλεται μια κλασική του 1935, το «Μια Νύχτα στην Όπερα» των αδελφών Μαρξ. Η ταινία περιλαμβάνει βέβαια αυτή την ιστορική σκηνή κωμικής ανθολογίας, τη σκηνή με την καμπίνα, η οποία βασίζεται μάλιστα σε μια ιδέα του Μπάστερ Κίτον. Μέσα σε μια ήδη στενή για ένα άτομο καμπίνα πλοίου βρίσκονται ο Γκράουτσο, ο Χάρπο, ο Τσίκο και ένας φίλος τους. Τότε αρχίζει και μπαίνει και μπαίνει και μπαίνει κόσμος: δύο καμαριέρες που θα αλλάξουν τα σεντόνια, μία μανικιουρίστρια (ο Γκράουτσο της λέει να του κόψει τα νύχια κοντά για να χωρέσουν στο δωμάτιο), ένας μηχανικός για να φτιάξει τη θέρμανση, μία κοπέλα που ψάχνει τη θεία της, ο βοηθός του μηχανικού, μία καθαρίστρια (ο Γκράουτσο της λέει πως μόνο στο ταβάνι έχει μείνει χώρος να σφουγγαρίσει) και, τέλος, τέσσερις σερβιτόροι με τεράστιες πιατέλες με φαγητά. Ολικό σύνολο 15. Ένας κλειστός χώρος που γεμίζει ασφυκτικά: ο περιορισμός κι η υπέρβαση των ορίων. Το γεγονός ότι παραταύτα συνεχίζουν και μπαίνουν σαν να μην τρέχει τίποτα: το παράλογο. Η σκηνή σημαίνει το χώρο, του δίνει αξία και υπόσταση βάζοντας ανθρώπους να τον γεμίζουν. Ο χώρος παύει να είναι σκηνικό και γίνεται πρωταγωνιστής. Ο χώρος τελικά θα επιβάλλει τους κανόνες του. Το δωμάτιο πετάει έξω το πλήθος που έχει συνωστιστεί. Μπορεί τελικά το φυσικό εμπόδιο να κερδίζει και να υπακούμε στους περιορισμούς της πραγματικότητας, αλλά το κωμικό πνεύμα έχει καταφέρει να τους καταγελάσει.