Πρωτοβλέπουμε τη Χάνα στα χιόνια, εκεί που ζει από τότε που θυμάται τον εαυτό της. Κάπου στον Αρκτικό κύκλο, σε μια καλύβα. Μόνη με τον πατέρα της που την έμαθε να επιβιώνει. Της επιτίθεται. Πρέπει να είναι πάντα έτοιμη, ακόμα κι όταν κοιμάται. Κι εκείνη, στα 16 της, νιώθει πια έτοιμη, όχι μόνο να προστατεύσει επαρκώς τον εαυτό της από τον κάθε κίνδυνο, αλλά και να εγκαταλείψει τον μόνο κόσμο που ως τότε ήξερε και να βγει έξω να γνωρίσει τον υπόλοιπο. Και -γιατί όχι;- να σκοτώσει όσους πρέπει να σκοτωθούν ή όσους βρεθούν στο δρόμο της και προσπαθήσουν να την εμποδίσουν.

Ψάχνω να βρω τι μου έλειψε σε μια ταινία που μου άρεσε. Σκέφτομαι τη σκηνή που η Χάνα μαθαίνει ότι βρίσκεται στο Μαρόκο, οπότε και αρχίζει να μιλάει στα αραβικά. Της αρέσουν πολύ, εξηγεί στον συνομιλητή της, γιατί είναι δυνατή γλώσσα σαν τα ιαπωνικά. Εδώ ας πούμε, η σκηνή δεν έχει λίγο αποδόμηση των στερεοτύπων, λίγο παιχνίδι με τα στερεότυπα, όπως αντίθετα ήταν τίγκα σε παρόμοια παιχνίδια το «Κick Ass». H Xάνα λοιπόν ξέρει και αραβικά, ξέρει και ιαπωνικά και αν λάβουμε υπόψη τα ισπανικά, ιταλικά, γερμανικά που ήδη γνωρίζουμε ότι της έμαθε ο μπαμπάς στην καλύβα, ίσως να έχει μάθει καμιά πενηνταριά γλώσσες ακόμη. Στο σίκουελ, αν ποτέ υπάρξει, θα τις μιλήσει κι αυτές. Έτσι είναι οι ήρωες στο Χόλιγουντ, τη λέξη μέτρο και τη λέξη όριο τις φτύνουν σαν κουκούτσια. Μπορούν να κάνουν τα πάντα, μπορούν να τα κάνουν όλα, μπορούν να κάνουν τα πάντα όλα και όλα τα πάντα. Δέκα στρατιές να βάλεις απέναντί τους, θα τα καταφέρουν, μαθαίνοντας την ώρα που τα καταφέρνουν και μια πεντηκοστή πρώτη γλώσσα.

Το παιχνίδι και η αποδόμηση του είδους μπορεί να μην είναι το δυνατό της χαρτί, έχει όμως μια σειρά από άλλα δυνατά χαρτιά : – η μουσική των Chemical Brothers τα σπάει, είναι εθιστική και την ακούς μέρες μετά την ταινία – τα κουστούμια είναι διαφορετικά και κολλάνε στο μυαλό, από τον σκούφο του Έρικ Μπάνα στα χιόνια, ως τα μαροκινά της Σίρσα Ρόναν και τα ό,τι να ναι αθλητικά μπλουζάκια και σορτσάκια του (και διόλου αθλητικού στο σουλούπι και γκέι δολοφόνου) Τομ Χολάντερ (ακόμα και το αυτοκίνητο που χρησιμοποιεί είναι παλιό και καθόλου κουλ) – τα σκηνικά είναι εξαιρετικά, όχι μόνο στα χιόνια και στις ερήμους, αλλά και με το Βερολίνο να δείχνεται βρώμικο, γεμάτο γκράφιτι κι αφίσες, σε περίεργες γειτονιές και μακριά από την μεγαλοπρέπεια που το παρακολουθούμε εσχάτως, ενώ το σπίτι με τα ανάποδα μανιτάρια είναι λίγο Κιούμπρικ ή Τιμ Μπάρτον- η Σίρσα Ρόναν (η Βριόνη της «Εξιλέωσης» που επίσης σκηνοθέτησε ο Τζο Ράιτ) έχει μια φυσική εμφάνιση εξώτικη, ασυνήθιστη, αταξινόμητη, που σε συνδυασμό με το ταλέντο της, καθιστούν την παρουσία της ευφρόσυνη στο μάτι.

Ο Ράιτ σκηνοθετεί με κέφι, με οίστρο και ένταση. Γουστάρει και είναι εμφανές. Τα πλάνα του είναι γεμάτα φροντίδα και λεπτομέρειες, η τεμπελιά απουσιάζει, η τεμπελιά η καλλιτεχνική, η τεμπελιά με την έννοια του έλα να γυρίσουμε μια σκηνή ακόμη με τον προβλεπόμενο τρόπο. Η ιστορία όμως είναι εξαιρετικά αδύναμη και μονοσήμαντη για να μπορέσει να απογειώσει το έργο. Το πρόβλημα με το σενάριο είναι ότι είναι υπερβολικά «κινηματογραφικό», δίχως καρδιά, δίχως αλήθεια. Το στυλ περισσεύει, αλλά το βάρος απουσιάζει. Όπως και το συναίσθημα. Και ειδικά στην περίπτωση της Χάνα θα μπορούσε να υπάρξει πολύ μεγαλύτερο περιθώριο για εξερεύνησή του. Από την άλλη, ο Ράιτ μνημονεύει απροσδόκητα σαν επιρροή του για το πώς είδε τον χαρακτήρα της Χάνα, τον χαρακτήρα του Πίτερ Σέλερς στο Βeing There.

Εκτός όμως από τις βασικές αρετές της ως υπερστυλάτη ταινία δράσης, η Χάνα έχει και μερικά κρυφά δώρα. Ο Ράιτ δεν αντιμετωπίζει τις σκηνές μη δράσης σαν συμπληρωματικές, σαν γεμίσματα ή σαν αναγκαίο κακό, αλλά τους δίνει εξίσου μεγάλη σημασία, γεγονός που δεδομένης της προϋπηρεσίας του κάθε άλλο παρά έκπληξη προκαλεί. Σε μια σκηνή η Χάνα παθαίνει σοκ από τους ήχους της τηλεόρασης, του βραστήρα του τσαγιού, τον ανεμιστήρα. Ένας μικρός θηλυκός Ζακ Τατί που εξουδετερώνεται από την τεχνολογία και αδυνατεί να την κουμαντάρει. Επίσης η σχέση της Χάνα με την κόρη της οικογένειας των τουριστών που συναντά (εδώ ο Ράιτ αναφέρει εξίσου απροσδόκητα σαν επιρροή του το «Θεώρημα» του Παζολίνι), θα οδηγήσει σε μια γλυκιά, όσο και με τον -συγκρατημένο- τρόπο της τολμηρή σκηνή. Τα κορίτσια μπορούν ξαπλωμένα στο ίδιο κρεβάτι να φιληθούν και να ονειροβατούν, χωρίς το βάρος που θα είχε κάτι αντίστοιχο (ή ακόμη και η σκέψη κάτι αντίστοιχου) στα αγόρια.