Όταν πήρα στα χέρια μου το πρώτο βιβλίο της τριλογίας του Χάραλντ Γκίλμπερς, Germania, Σκοτεινό Βερολίνο, αρχικά το πιο ενδιαφέρον ήταν ο χρόνος στον οποίο διαδραματίστηκε η ιστορία, η Γερμανία του Χίτλερ, το 1944. Πριν ακόμα διαβάσει κάποιος τα βιβλία του Γερμανού συγγραφέα, καταλαβαίνει ότι πρόκειται για ιστορίες που ξεπερνούν το όριο ενός καλού αστυνομικού βιβλίου. Εδώ η ιστορία και η καθημερινότητα των κατοίκων του Βερολίνου, η ακριβής αποτύπωση της εποχής και του τόπου, η σπουδαία ιδέα του Γκίλμπερς να κρατήσει – συνδυάσει την πλοκή του με την επίσημη ιστορία δημιουργούν ένα αποτέλεσμα ανατριχιαστικό και απολαυστικό.

Ο ήρωάς του είναι Εβραίος, πρώην επιθεωρητής της δίωξης κοινού εγκλήματος, κάτι που προσθέτει το ανάλογο σασπένς, αφού ο Ρίχαρντ Οπενχάιμερ πρέπει κάθε φορά να εξιχνιάσει μια υπόθεση αλλά και να σώσει τη ζωή του. Οι ιστορίες του Γκίλμπερς θα συνεχιστούν με τον ίδιο ήρωα και όπως μας αποκάλυψε το επόμενο βιβλίο του διαδραματίζεται το 1946 στην πρώτη ειρηνική μεταπολεμική περίοδο.

Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο ελc δε διστάζει να μιλήσει για την ενοχή του εξαιτίας του παρελθόντος της χώρας του, για το πανίσχυρο εκδοτικό σύστημα, το μεγάλο ανταγωνισμό, τα βιβλία που δεν γίνονται αμέσως επιτυχία, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο γράφει και τι τον βασανίζει περισσότερο σε αυτή τη διαδικασία. Σε λίγες μέρες οι θαυμαστές του θα έχουν την ευκαιρία να τον συναντήσουν στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, σε μια εκδήλωση που οργανώνει ο εκδοτικός οίκος Μεταίχμιο.

Πώς ξεκινήσατε να γράφετε βιβλία και τι ιστορίες θέλετε να διηγηθείτε; Και με ποιο τρόπο σε αυτές τις ιστορίες σάς έχει επηρεάσει το θέατρο;

Κουβαλούσα στο μυαλό μου την ιδέα για το πρώτο μυθιστόρημα για πολύ καιρό. Αρχικά σχεδίαζα να γράψω ένα σενάριο για ταινία, αλλά η ιστορία μου είχε ένα τεράστιο εύρος και οι πιθανότητες να γυριστεί κάτι τόσο δαπανηρό ήταν πολύ μικρές. Από την άλλη πλευρά, το μελάνι και το χαρτί είναι αρκετά φτηνά, γι’ αυτό αποφάσισα να αναπτύξω αυτή την ιστορία ως μυθιστόρημα. Πριν από αυτό δεν είχα ποτέ προσπαθήσει να γράψω λογοτεχνία. Ο μόνος στόχος μου όταν ξεκίνησα ήταν να γράψω το είδος του μυθιστορήματος που θα ήθελα να διαβάσω. Ήταν σαν τζόγος. Αν δεν πετύχαινε το πρώτο δε θα είχα γράψει περισσότερα μυθιστορήματα. Το υπόβαθρο που είχα ως θεατρικός συγγραφέας άσκησε μεγάλη επιρροή στην ανάπτυξη των χαρακτήρων και το γράψιμο των διαλόγων. Αλλά αυτό που πάντα με ενδιέφερε περισσότερο ήταν οι ταινίες, γι’ αυτό και δε με εκπλήσσει όταν πολλοί αναγνώστες βρίσκουν τα μυθιστορήματά μου γεμάτα εικόνες.

Σήμερα ένας συγγραφέας γράφει σε ένα περιβάλλον εξαιρετικά ανταγωνιστικό, σε μια μεγάλη αγορά. Μπορείτε να μου πείτε τα χαρακτηριστικά που κάνουν ένα βιβλίο να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα;

Πολύ συχνά η επιτυχία εξαρτάται από τα νήματα που κινεί ο εκδότης. Άλλα βιβλία επιλέγονται βάσει μιας αίσθησης, ενώ τα άλλα παραμελούνται. Όλα είναι μέρος της δουλειάς. Υπάρχει ένας περιορισμένος αριθμός πολύ επιτυχημένων εμπορικά βιβλίων, στα οποία ξοδεύεται και όλη η διαφημιστική δαπάνη. Από την άλλη εξακολουθούν να υπάρχουν βιβλία τα οποία γίνονται δημοφιλή, μυθιστορήματα που ανακαλύπτονται και γίνονται επιτυχίες σταδιακά από το κοινό. Ένα τέτοιο βιβλίο ήταν το πρώτο μου. Αρχικά, από το χειρόγραφο θεωρήθηκε «υψηλού ρίσκου» έργο. Χρειάστηκε ενάμισης χρόνος για να βρεθεί εκδότης. Και εξεπλάγησαν όλοι ευχάριστα όταν οι προπαραγγελίες των βιβλιοπωλείων  ξεπέρασαν τις προσδοκίες τους. Νομίζω ότι βοήθησε το ότι δεν υπάρχουν τόσα πολλά σύγχρονα γερμανικά μυθιστορήματα που να συνδυάζουν το ναζιστικό παρελθόν με το είδος του αστυνομικού μυθιστορήματος. Ορισμένοι συγγραφείς όπως ο Hans Hellmut Kirst έκαναν αυτό το συνδυασμό στη δεκαετία του 1960 και 1970, αλλά στη συνέχεια αυτή η ειδική υποκατηγορία παραμελήθηκε. Ήταν η ώρα να ανακαλυφθεί εκ νέου.

Γράφετε με συγκεκριμένο πρόγραμμα; Υπάρχει στο μυαλό σας ο φόβος της λευκής σελίδας;

Το πρωί διαβάζω συνήθως εφημερίδες και ασχολούμαι με την ηλεκτρονική επικοινωνία μου. Τα απογεύματα προορίζονται για γραφή. Κατά τη διάρκεια του πρώτου προσχεδίου προσπαθώ να γράψω μέχρι πέντε σελίδες κάθε μέρα, αλλά είναι δύσκολο. Συχνά σκοντάφτω σε λεπτομέρειες που πρέπει να ερευνηθούν αμέσως. Έτσι δεν μπαίνω ποτέ σε ροή γραφής. Θα μπορούσατε να πείτε ότι βιώνω το μπλοκάρισμα του συγγραφέα κάθε μέρα. Ένα μέρος του προβλήματος είναι ότι δεν έχω καμία σφαιρική εικόνα σε αυτό το στάδιο. Ναι, η πλοκή είναι ήδη δομημένη, αλλά προχωρώ σε αργή κίνηση. Χρειάζονται έξι μήνες ή και περισσότερο για να ολοκληρωθεί το πρώτο πρόχειρο προσχέδιο. Είναι μια άθλια εμπειρία. Όταν έρθει η ώρα των αναθεωρήσεων, τα πράγματα αλλάζουν δραστικά προς το καλύτερο. Ως επί το πλείστον, η πρώτη εκδοχή δεν είναι τόσο κακή όσο σκεφτόμουν ότι θα ήταν. Υπάρχει μυθιστόρημα και κινούμαι πολύ πιο γρήγορα μέσα από αυτό. Βλέπω όλες τις συνδέσεις, αρχίζω να ανακαλύπτω ξανά τη δομή. Αυτό είναι το διασκεδαστικό μέρος της δουλειάς μου. Είναι το σημείο, όπου πραγματικά αρχίζω να γράφω το μυθιστόρημά μου.

Η μελέτη της λογοτεχνίας σάς έχει βοηθήσει και ποια είναι τα βιβλία που σας εμπνέουν και σήμερα;

Οι λογοτεχνικές σπουδές βοήθησαν πολύ. Τα πανεπιστημιακά μαθήματα στη Γερμανία είναι συνήθως πολύ ακαδημαϊκά. Αλλά σπούδαζα αμερικανική λογοτεχνία στο Μόναχο σε ένα από τα λίγα ιδρύματα στη Γερμανία, όπου οι μαθητές καλούνται να γράψουν τα δικά τους λογοτεχνικά κείμενα. Πάντα απολάμβανα ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα. Τα πρώτα βιβλία για ενήλικες που θυμάμαι να διαβάζω ως παιδί ήταν το “The Hound of the Baskervilles” του Arthur Conan Doyle και το “The India Rubber Men” του Edgar Wallace. Από καιρό σε καιρό διαβάζω ξανά τα κλασικά κείμενα με ήρωα τον Lord Peter Wimsey του Dorοthy L. Sayers και τη σειρά με ήρωα τον Arkady Renko του Martin Cruz  Smith. Στους συγγραφείς που τρέφω μεγάλη εκτίμηση συγκαταλέγονται οι Graham Greene, ο Georges Simenon, ο Kurt Vonnegut, ο Robert Harris, ο John Irving και υπάρχουν και θεατρικοί συγγραφείς των οποίων είμαι λάτρης όπως οι Eugene O’Neill, Tom Stoppard, Jean-Paul Sartre, Max Frisch. Το μείγμα είναι αρκετά εκλεκτικό. Και φυσικά καμία λίστα δε θα ήταν πλήρης  χωρίς τον συγγραφέα που έγραψε τα έργα του William Shakespeare.

Ανήκετε σε μια γενιά που έχει ζήσει με την ενοχή του παρελθόντος της χώρας σας. Πώς το αντιμετωπίζετε σήμερα;

Έχω περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου νιώθοντας αρκετή ντροπή που είμαι Γερμανός. Ο ναζισμός είναι η αρχετυπική αμαρτία στην ιστορία της χώρας μου. Σε κάποιο σημείο της ζωής πρέπει να αντιμετωπίσεις τους δαίμονες του παρελθόντος. Στη Γερμανία ο αυτονόητος εθνικισμός αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό σήμερα και αυτό νομίζω είναι καλό. Μπορεί να ακούγεται πολύ επιφανειακό αλλά μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου που έγινε στη Γερμανία το 2006, η στάση μου απέναντι στην κληρονομιά μου έχει γίνει πιο χαλαρή. Ξαφνικά μπορούσες να δεις γύρω σου κόσμο να τρέχει φορώντας γελοίες μπαντάνες για τον ιδρώτα με εθνικά χρώματα. Άλλοι ανέμιζαν τη γερμανική σημαία αλλά έμοιαζε με ειρωνεία παρά με πατριωτική πράξη. Ήταν ένας πατριωτισμός φανταχτερός, επιδεικτικός αλλά όχι επιθετικός, κάτι που δεν είχε συμβεί ποτέ πριν και ήταν αληθινά παρήγορο να το βλέπεις.

Τα βιβλία σας αναφέρονται λεπτομερώς και στην επίσημη ιστορία αλλά και στις μικρές ιστορίες δίπλα σε αυτή. Πώς συνδέετε όλα αυτά τα στοιχεία και τι προηγείται όταν γράφετε;

Όταν ξεκινώ να σχεδιάζω ένα νέο μυθιστόρημα, ορίζω πρώτα την ακριβή ημερομηνία κατά την οποία θα διαδραματιστεί. Στη συνέχεια, δημιουργώ ένα καθημερινό χρονολόγιο, όπου σημειώνω τι συνέβη διεθνώς, στη Γερμανία και ιδιαίτερα στο Βερολίνο. Ταυτόχρονα, αναπτύσσω την πλοκή. Πριν αρχίσω να γράφω συνδυάζω αυτά τα δεδομένα με την ιστορία. Μερικές φορές γνωρίζω ότι ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός έχει παίξει ρόλο ως ένα σημαντικό στοιχείο στην ιστορία, δηλαδή θα επιδράσει σε αυτή. Ένα παράδειγμα είναι η αεροπορική επιδρομή κατά τη διάρκεια της ημέρας που περιγράφεται στο πρώτο μου μυθιστόρημα. Αυτά τα σταθερά σημεία γίνονται η ραχοκοκαλιά της συνολικής δομής του μυθιστορήματος.

Βερολίνο 1945

Τα βιβλία σας γίνονται δεκτά με τον ίδιο τρόπο και στη Γερμανία και στο εξωτερικό; Αν όχι, η υποδοχή τους σε τι διαφέρει;

Όταν πρόκειται για ξένες αγορές, η υποδοχή είναι αρκετά περίπλοκη. Γενικά, τα μυθιστορήματά μου δεν πάνε τόσο καλά στην Ανατολική Ευρώπη, αλλά αυτό μπορεί να εξαρτάται και από το σημερινό πολιτικό κλίμα. Στη Γαλλία και την Ιταλία ο Οπενχάιμερ είναι ακόμα πιο δημοφιλής από ό,τι στη Γερμανία – τουλάχιστον όταν συγκρίνουμε τα βιβλία που πωλούνται με το μέγεθος των περιφερειακών αγορών. Πιστεύω ότι ο αναγνώστης ενδιαφέρεται πολύ να μάθει ποια ήταν η ιδιωτική ζωή των Γερμανών κατά τη διάρκεια της ναζιστικής δικτατορίας. Στο εξωτερικό υπάρχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το Βερολίνο που ασκεί μεγάλη έλξη ιδιαιτέρως στο γαλλικό κοινό. Στην πραγματικότητα ήλπιζα σε αυτή την αποδοχή. Είχα ήδη το διεθνές κοινό στο μυαλό μου και έτσι αποφάσισα εξαρχής να εξηγήσω λεπτομερώς στα μυθιστορήματά μου πολλά πράγματα που οι Γερμανοί αναγνώστες ήδη θα τα γνώριζαν.

Η Ευρώπη ζει αυτή την εποχή σε μια ειρηνική αλλά περίπλοκη πραγματικότητα. Υπάρχει κάτι από το παρελθόν που πιστεύετε πως δεν πρέπει να ξεχάσουμε ποτέ;

Τίποτα δεν είναι τέλειο. Υπάρχει περιθώριο βελτίωσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σίγουρα θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν είναι καλό το γεγονός ότι μεγάλα κράτη μέλη, όπως η Γερμανία ασκούν τόσο μεγάλη επιρροή. Η Ε.Ε. ιδρύθηκε με την εμπειρία του καταστροφικού Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου να υπάρχει ακόμα κατά νου.

«Τώρα απολαμβάνουμε μία από τις μεγαλύτερες περιόδους ειρήνης στην ιστορία μας»

Προβλέφθηκε ότι η οικονομική ενσωμάτωση των κρατών-μελών θα καθιστούσε αδύνατο έναν πόλεμο. Από αυτή την άποψη, η στρατηγική αυτή ήταν εξαιρετικά επιτυχημένη. Τα ευρωπαϊκά κράτη είχαν πολεμήσει μεταξύ τους επί αιώνες. Τώρα απολαμβάνουμε μία από τις μεγαλύτερες περιόδους ειρήνης στην ιστορία μας. Τον τελευταίο καιρό ακούω συχνά την άποψη ότι αυτό το επιχείρημα ήταν απλώς μια κενή περιεχομένου ρητορεία. Αυτοί οι σχολιαστές που κάθονται μπροστά στον υπολογιστή φαίνεται έχουν ξεχάσει τι σημαίνει πραγματικά ο πόλεμος. Η ειρήνη δεν είναι η φυσική κατάσταση των πραγμάτων. Πρέπει να είμαστε ενεργοί πολίτες προκειμένου να διατηρηθεί και αυτό είναι δυνατό μόνο με τη συνεργασία και τον αμοιβαίο σεβασμό.

Στο τελευταίο βιβλίο σας αναφέρεστε σε μια χαώδη εποχή, τοποθετείτε τη δράση στο Βερολίνο, στο τέλος του πολέμου, ενώ έχουν φτάσει στην πόλη Ρώσοι και σύμμαχοι. Πείτε μου, κάνοντας την έρευνά σας πριν ξεκινήσετε να γράφετε, ποιο ήταν το γεγονός που σας συγκλόνισε από όσα συνέβησαν τότε;

Το πιο εκπληκτικό γεγονός για μένα ήταν ότι η σοβιετική στρατιωτική κυβέρνηση χρησιμοποίησε ξανά έναν αριθμό στρατοπέδων συγκέντρωσης γύρω από το Βερολίνο ως φυλακές για υποτιθέμενους Ναζί και αντιπάλους του Στάλιν. Επισκέφθηκα στο Βερολίνο τη φυλακή Hohenschönhausen. Ήταν ένα από τα πρώτα «ειδικά στρατόπεδα» των Σοβιέτ και αργότερα χρησιμοποιήθηκε από την Κομμουνιστική Κρατική Ασφάλεια της Ανατολικής Γερμανίας για πολιτικούς κρατούμενους. Ο αριθμός των ατόμων που εξαφανίστηκαν χωρίς να αφήσουν το παραμικρό ίχνος, τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο, είναι εξαιρετικά υψηλός. Και θεωρώ πολύ τραγικό το γεγονός ότι οι εξαναγκασμένοι εργάτες από την Ανατολική Ευρώπη τιμωρούνταν τακτικά ως συνεργάτες των Ναζί.

Βερολίνο 1945

Στο επίκεντρο των ιστοριών σας υπάρχει ένας φόνος, το κακό μιας δολοφονίας που περιβάλλεται από ένα μεγαλύτερο κακό, αυτό του πολέμου της εξόντωσης, της απαξίωσης της ανθρώπινης ύπαρξης, του πολέμου. Οι αντιδράσεις των ανθρώπων διαφέρουν και είναι ίσως πιο ενδιαφέρουσες απ΄ότι σε καιρό ειρήνης. Η εποχή για την οποία γράφετε μοιάζει ένας ιδανικός καμβάς της πλοκής και των χαρακτήρων. Θα θέλατε παρόλα αυτά να γράψετε κάτι που να εκτυλίσσεται σε μια ειρηνική περίοδο;

Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα τοποθετημένο στη Ναζιστική περίοδο μου φαινόταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Πραγματικά, αναρωτιέστε: ποιος είναι ο μεγαλύτερος εγκληματίας; ο δολοφόνος ή η δικτατορική κυβέρνηση του Χίτλερ; Για να δημιουργηθεί μια ιστορία αρχικά χρειάζεσαι μια σύγκρουση. Έχει περισσότερες πιθανότητες να υπάρξει, όταν η ιστορία διαδραματίζεται σε περίοδο κρίσης. Αλλά η κρίση δεν περιορίζεται μόνο στους πολέμους. Θα συνεχίσω να γράφω με ήρωα τον Οπενχάιμερ, χρονολογικά. Επομένως το τέταρτο βιβλίο θα τοποθετείται στο διαβόητο χειμώνα της πείνας του 1946/47 και θα είναι το πρώτο σε καιρό ειρήνης. Αλλά σύντομα θα ξεκινήσει ένα εντελώς διαφορετικό είδος πολέμου, ο Ψυχρός Πόλεμος, με το πολιτικό πλαίσιο αυτής της περιόδου να είναι εξαιρετικά περίπλοκο. Δεδομένου ότι σήμερα έχουμε μια επαρκή άποψη αυτής της περιόδου, νομίζω θα αποτελέσει ένα ενδιαφέρον θέμα.

Δεν ζείτε στο Βερολίνο, όμως εκεί διαδραματίζονται οι ιστορίες σας. Σήμερα είναι μια πόλη διεθνής, κάπως κοσμοπολίτικη, με πλήθος εντυπωσιακών νέων έργων, θα την χαρακτήριζα βιτρίνα της οικονομικής άνθισης της Γερμανίας. Θα ήθελα να μου πείτε ως επισκέπτης αλλά και ως ερευνητής της πόλης, αν υπάρχουν εκεί σημάδια του παρελθόντος, πληγές που δεν κλείνουν και αν η ιστορική μνήμη της πόλης διατηρείται ή έχει χαθεί κάτω από τη νέα όψη της. 

Στο Βερολίνο μπορείτε να ξεναγηθείτε σε υπόγεια καταφύγια, στο κτίριο του Ράιχσταγκ υπάρχουν ακόμα τμήματα των τοίχων που δεν έχουν καλυφθεί και μπορείτε να δείτε τα γκράφιτι των Σοβιετικών στρατιωτών, υπάρχει το μνημείο του Ολοκαυτώματος που δεσπόζει με το μέγεθός του στο κέντρο της πόλης. Εκτός από τη Νυρεμβέργη με το γιγάντιο Reichsparteitagsgelaende, τον τόπο των κομματικών συνεδρίων του Χίτλερ, είναι δύσκολο να βρεθεί μια γερμανική πόλη, όπου το παρελθόν να είναι τόσο ζωντανό όσο στο Βερολίνο. Αυτό ασκεί μεγάλη έλξη στους τουρίστες. Νομίζω ότι οι πληγές του τελευταίου Παγκοσμίου Πολέμου έχουν επουλωθεί. Αλλά τα σημάδια που άφησε η διαίρεση του Βερολίνου σε Ανατολικό και Δυτικό εξακολουθούν να είναι εμφανή.

Info:

O Χάραλντ Γκίλμπερς, o Γερμανός συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας, που με την τριλογία του “Germania” ρίχνει φως σε μια άγνωστη πλευρά του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, επισκέπτεται τη Θεσσαλονίκη για μια βραδιά γνωριμίας με το ελληνικό κοινό, συζητώντας με επίκεντρο τα βιβλία του για τη ζωή και το έργο του.

Ο Χάραλντ Γκίλμπερς θα συνομιλήσει με τον συγγραφέα Κώστα Καλφόπουλο το Σάββατο, 11 Μαΐου 2019,στις 21:00,στη 16η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης (εγκαταστάσεις HELEXPO, περίπτερο 14, Αίθουσα Δον Κιχώτης), θα απαντήσει στις ερωτήσεις του κοινού και θα υπογράψει αντίτυπα των βιβλίων του.

Τα βιβλία του: Σκοτεινό Βερολίνο, Οι γιοι του Όντιν και Οι τελευταίες μέρες, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.