Αυτοκίνητα που ξαφνικά ο οδηγός τους τα ρίχνει με τέρμα το γκάζι πάνω στον τοίχο. Φλέβες που ξαφνικά ο κάτοχός τους τις κόβει και το αίμα τους πετάγεται σε πίδακες. Μπουκάλια που ξαφνικά εκσφενδονίζονται προς τον άλλο από οργή. Ποτήρια που ξαφνικά θρυμματίζονται από ευτυχία. Οι εκρήξεις καραδοκούν και σε κάθε απροσδόκητη εμφάνισή τους κάνουν εμφατικά το κομμάτι τους στο «Μαζί Ποτέ». Δίνουν τον τόνο σε μια ταινία που ο αυθεντικός της άλλωστε γερμανικός της τίτλος είναι «Στον τοίχο» και ο αγγλικός «Κατά μέτωπο». Η εκρηκτική ταινία του Φατίχ Ακίν που επαναπροβάλλεται, είναι πλημμυρισμένη από πιθανά κι απίθανα τραγούδια και όπως ακριβώς συνέβη και με το «Soul Kitchen», το σάουντρακ είναι μια από τις βασικές κινητήριες δυνάμεις της.

Ο Τσάιτ είναι ένας σαραντάρης τουρκογερμανός, που δουλειά του είναι να μαζεύει τα πεταμένα μπουκάλια σε ροκ σκηνή του Αμβούργου. Το σπίτι του είναι ο ορισμός της λέρας, μια τρύπα που έχει περισσότερα πεταμένα μπουκάλια κι από ροκ σκηνή. Ο Τσάιτ έχει τα θέματά του και κάνει απόπειρα αυτοκτονίας. Στο ψυχιατρείο μια νεαρή, εμφανίσιμη κοπέλα, που βρίσκεται εκεί για τον ίδιο λόγο, όταν ακούει το όνομά του, τον πλευρίζει. «Είσαι Τούρκος;». «Ναι». «Παντρέψου με». Τον Τσάιτ δεν τον απασχολεί ιδιαίτερα η τουρκική πλευρά της ταυτότητάς του. Τη Σιμπέλ όμως, όχι μόνο την απασχολεί, αλλά τη πνίγει η ταυτότητά της. Δεν θέλει να ζει σαν Τουρκάλα αλλά σαν Γερμανίδα. Θέλει να ζήσει έντονα, να γλεντήσει τα νιάτα της, να κάνει σεξ με διάφορους άντρες. Αν εμφανίσει έναν Τούρκο προς παντρειά, η οικογένειά της θα συναινέσει. Και η Σιμπέλ θα είναι ελεύθερη να κάνει τη ζωή που θέλει. Ο Τσάιτ δεν πείθεται αμέσως, αλλά η Σιμπέλ έχει το δικό της ακραίο τρόπο να γίνεται πειστική. Την ώρα που παντρεύονται θα μάθει ότι είναι χήρος. Φτάνοντας στο αχούρι του για την πρώτη νύχτα του λευκού τους γάμου θα τον ρωτήσει πώς έλεγαν τη γυναίκα του. Θα εκραγεί και θα την πετάξει έξω. Μόλις η Σιμπέλ φεύγει ο Τσάιτ θα ψιθυρίσει «Καταρίνα».

Αλλά όπως ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα δεν ήταν η ιστορία του Ρωμαίου και της Ροζαλίνας (με την οποία ήταν ερωτοχτυπημένος πριν γνωρίσει την Ιουλιέτα), έτσι κι αυτή δεν είναι η ιστορία του Τσάιτ και της Καταρίνα. Γιατί σιγά σιγά ο Τσάιτ θα ερωτευτεί και τη δεύτερη γυναίκα του. Ο έρωτας του για την Σιμπέλ θα τον αναστήσει και θα τον κάνει να συνέλθει από τον πόνο για την απώλεια της πρώτης του γυναίκας και τη γενική του εγκατάλειψη. Ό,τι κι αν του τύχει στη συνέχεια, όσο δυσάρεστα και αν εξελιχθούν τα πράγματα, έχει λόγο να ζει, έχει όραμα να προσδοκά. Το «Μαζί Ποτέ» δεν είναι μια ιστορία για την καταστροφική, αλλά για την ιαματική δύναμη του έρωτα. Από εντελώς παραιτημένος ο Τσάιτ μετατρέπεται σε εντελώς αποφασισμένο.

Όταν ο Τσάιτ φωνάξει «Είμαι ερωτευμένος, με έχει μαγέψει», βρισκόμαστε σε ένα σημείο της ταινίας, που ακριβώς επειδή ο έρωτας του ήταν βραδυφλεγής, μπορούμε να έρθουμε στη θέση του και να καταλάβουμε πως νιώθει. Καταλαβαίνουμε ότι μόλις τη στιγμή που φωνάζει τις λέξεις το συνειδητοποιεί και ο ίδιος. Όλα στο μυαλό του παύουν πια να είναι θολά και γίνονται διαυγέστατα. Αντιλαμβάνεται ότι έχει γίνει το κλικ και ότι αυτό που νιώθει για τη Σιμπέλ δεν είναι ούτε αυτό που ένιωθε αρχικά, ούτε καν αυτό που ένιωθε στην πορεία. Μέσα του η εικόνα της έχει μετατοπιστεί οριστικά. Περνά στο επόμενο στάδιο, στο στάδιο του ερωτευμένου, που είναι παραδόξως ένα στάδιο αυτάρκειας, καθώς η έκπτωση από αυτό δεν εξαρτάται κυριαρχικά από το αντικείμενο του έρωτά μας. Έτσι, όταν αμέσως μετά αρχίζει να χορεύει μόνος μέσα στη συναυλία, ματωμένος και διονυσιασμένος, ταιριαστά χορεύει. Δικός του είναι ο έρωτας, εκείνον θα γεμίζει εφεξής η σκέψη της, δικός του κι ο χορός.

Παγιδευμένη ανάμεσα στις κουλτούρες η Σιμπέλ ξεχνά ότι η πληθώρα ερωτικών συντρόφων είναι ένα ζήτημα που ανεξάρτητα από τις επιταγές και τα ταμπού της κάθε κοινωνίας, μπορεί να προκαλέσει από μόνο του επιπλοκές. Η ζήλεια κι η ανάγκη για αποκλειστικότητα ή έστω για προτίμηση, είναι πολύ πιθανό να εμφιλοχωρήσουν, όσο ξεκάθαρες κι αν είναι οι εκ των προτέρων εξηγήσεις, αφού ο διαχωρισμός σεξουαλικής επιθυμίας και ερωτικών συναισθημάτων δεν είναι πάντα το πιο ξεκάθαρο πεδίο.

Όταν ρωτούν τον Τσάιτ γιατί δεν μιλά καλά τα τούρκικα, εκείνος θα απαντήσει «Τα έχω πετάξει». Έτσι και η Σιμπέλ θέλει να πετάξει από πάνω της ό,τι την βάραινε στην ταυτότητά της. Αλλά την καταγωγή σου όπως και τη γλώσσα σου δεν είναι σίγουρο ότι μπορείς να τα ξεφορτωθείς. Ο Ακίν άλλοτε βάζει τις δυο πλευρές της ταυτότητας να συγκρούονται κατά μέτωπο κι άλλοτε να συμφιλιώνονται. Σε μια απολαυστική κατά μέτωπο σκηνή ο Τσάιτ είναι με τον αδελφό της Σιμπέλ και δυο φίλους του, τουρκογερμανούς επίσης. Μπροστά στον αδελφό -που σε όλη την ταινία κόπτεται για την τιμή της αδελφής του και της οικογένειάς του- προτείνουν να πάνε όλοι μαζί σε μπουρδέλο. Ο Τσάιτ τους κοιτά παράξενα. «Γιατί δεν γαμάτε τις γυναίκες σας;». Ξεσπάει καυγάς και ο ένας πάει να του χυμήξει: «Πώς τολμάς να μιλάς έτσι για τις γυναίκες μας;». Μετωπική.