Δύο άντρες σε ένα έρημο νησί στην Αρκτική. Διενεργούν τυποποιημένες μετρήσεις σε ραδιενεργά στοιχεία και τις μεταδίδουν μέσω ασυρμάτου. Ο ένας είναι σαρανταπεντάρης. Κάνει χρόνια αυτήν την μονότονη δουλειά. Την κάνει με επιμέλεια και της δίνει σημασία. Το νησί έχει γίνει ένας τόπος που αγαπά. Το έχει συνδέσει άλλωστε και με αναμνήσεις οικογενειακής ευτυχίας. Ο άλλος έχει τα μισά του χρόνια. Έχει πάει εκεί προσωρινά. Για την εργασιακή και την γενικότερη εμπειρία. Ο μεγάλος τον κατηγορεί πως αντιμετωπίζει το μέρος σαν τουρίστας. Σαν τουρίστας που θα γράψει διήγημα για το πώς τελείωσε αυτό το καλοκαίρι. Η χημεία μεταξύ τους είναι προβληματική. Όλα θα πάνε στραβά.

Το «Πώς τελείωσε αυτό το καλοκαίρι» σε ψήνει να το δεις προσδοκώντας πως θα παρακολουθήσεις κάτι το εξαιρετικό. Βλέποντάς το δεν σου προκύπτει. Αντίθετα δεν είναι και τόσο λίγες οι στιγμές που βαριέσαι, με σκηνές που τραβάνε αδικαιολόγητα πολύ. Καθώς η ιστορία παίρνει τα πάνω της και εξελίσσεται, αρχίζεις να αναρωτιέσαι τι τελικά θέλει να πει, ποιος είναι ο γενεσιουργός της λόγος. Τελειώνοντας δεν είσαι και σίγουρος πως έβγαλες συμπέρασμα. Μερικές μέρες μετά όμως, η εμπειρία μοιάζει στο μυαλό σου αρκετά καλύτερη από ό,τι ήταν όσο την έβλεπες. Η εικαστική ομορφιά της ταινίας αφήνει ένα αποτύπωμα στο μυαλό σου, ο ξεχωριστός της χώρος καταφέρνει να σου δημιουργήσει μια τελικά θετική αίσθηση. Ίσως όχι τόσο θετική ώστε να κερδίσει την πλήρη αποδοχή σου, πάντως τόσο θετική ώστε να κερδίσει την αμφιθυμία σου.

Και τώρα επίκειται εν μέρει σπόιλερ, για αυτό αν προτιμάς την ταινία αμόλυντη, σταμάτα να διαβάζεις, μολονότι κατά βάση αμπελοφιλοσοφίες πρόκειται να ακολουθήσουν. Ένας λοιπόν από τους δύο ήρωες της ταινίας μαθαίνει κάποια στιγμή τραγικές ειδήσεις που αφορούν τον άλλον. Πώς να του τις μεταφέρει; Δεν θέλει να του τις μεταφέρει. Kανείς δεν θέλει να είναι άγγελος κακών ειδήσεων. Πόσω μάλλον τραγικών. Τι γίνεται λοιπόν όταν κλείνεις τα μάτια σε κάτι που σε δυσκολεύει; Το αναστέλλεις. Και η μια αναστολή φέρνει την επόμενη. Όταν έχεις αναστείλει κάτι, έχεις ήδη εκπέσει από το αρχικό σου καθήκον. Οι επόμενες αναστολές δεν διαφέρουν και τόσο πολύ ποιοτικά. Εκείνος που έχει τη φωλιά του βρεγμένη, την περαιτέρω βροχή πάνω στη φωλιά του δεν τη φοβάται. Μακριά από μένα το ποτήρι αυτό. Και πιο μακριά και πιο μακριά. Αντί για μένα ας καθαρίσει η ίδια η ζωή. Να μην αντιμετωπίσω κατάματα το κακό. Του οποίου πια δεν είμαι μόνο άγγελος, αλλά με τη σιωπή μου έχω γίνει μέρος του. Γιατί προφανώς όσο απωθείς τα προβλήματά σου τόσο αυτά αντί να φεύγουν θα επανέρχονται μεγεθυνμένα.

Σου έρχεται έτσι να πιάσεις τον ήρωα και να του φωνάξεις: «Μα σύνελθε, άνθρωπέ μου. Γιατί φέρεσαι σαν μαλάκας; Γιατί δυσκολεύεις τόσο τη ζωή σου; Γιατί κρύβεσαι από την πραγματικότητα;». Αλλά μετά κάθεσαι και μετράς τις φορές που έχεις κρυφτεί εσύ. Και τις βρίσκεις πολλές. Οπότε το ανεξήγητο της συμπεριφοράς του ήρωα δεν την μετατρέπει εξ ορισμού και σε αναληθοφανή. Γιατί τελικά η ίδια η πραγματικότητα είναι αναληθοφανής. Το λέει με άλλα λόγια και ο με εννιαετείς σπουδές ψυχολογίας, σκηνοθέτης και σεναριογράφος της ταινίας, Αλεξέι Ποπογκρέμπσκι: στις «σωστές» ταινίες όλα πρέπει να είναι πολύ ξεκάθαρα: ο τάδε ήρωας να φέρεται με αυτόν τον τρόπο επειδή είχε ένα ψυχικό τραύμα που εξηγεί τη συμπεριφορά του. Στη ζωή ποτέ δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο και στο έργο μου προσπαθώ να ξεφύγω από αυτήν την «κινηματογραφική ψυχολογία».

Πόσο κακό κάνει όμως στον άλλο ήρωα ότι δεν μαθαίνει αμέσως τα κακά μαντάτα; Δεν του κάνει καλό να μείνει μερικές μέρες ακόμα στην κοσμάρα του; Γιατί είναι τόσο υπερτιμημένη η αλήθεια; Γιατί δήθεν όλοι θέλουμε να ξέρουμε πάση θυσία την αλήθεια; Υπάρχει μεγαλύτερο ψέμμα από το ότι η αλήθεια είναι πάντα προτιμότερη από το ψέμμα; Βάσει δηλαδή ποιάς εξιδανικευτικής θεώρησης της ανθρώπινης φύσης, οι άνθρωποι προτιμούν πάντοτε να ξέρουν την αλήθεια; Αν μας ρωτούσαν και αν ήμασταν ειλικρινείς, εννιά φορές στις δέκα θα προτιμούσαμε να ζούμε μέσα στο καθεστώς εκείνο όπου θα είμαστε πιο ευτυχισμένοι ή λιγότερο δυστυχισμένοι ή πιο γαλήνιοι, εν πάση περιπτώσει στο καθεστώς εκείνο που θα είμαστε συγκριτικά καλύτερα. Έτσι το κλείσιμο των ματιών του ενός ήρωα, η άρνησή του να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που του επέβαλε η πραγματικότητα, μπορεί και να ειδωθεί ως κατά λάθος δημιουργός μιας εναλλακτικής και πολύ πιο ευχάριστης πραγματικότητας για τον άλλο. Υπ’ αυτή την έννοια δεν τον εξαπάτησε. Τον ευεργέτησε. Του ανέστειλε για λίγο τη δυστυχία. Του ανέστειλε για λίγο τη φρίκη. Του επέτρεψε να ψαρεύει πέστροφες ευτυχισμένος.