Οι ιστορίες στα χέρια της ομορφαίνουν, αποκτούν μια ανθρώπινη ζεστή χροιά και η αλήθεια τους σε καθηλώνει. Γιατί η εξιστόρησή της από τα χείλη της, ή καλύτερα από την πένα της μοιάζουν με κέντημα αριστοτεχνικό που σου σε παρασύρει στις «διπλοβελονιές» του. Ο λόγος για την Αγγελική Δαρλάση που έχει βάλει την υπογραφή της σε πλήθος αξιόλογων παιδικών και νεανικών βιβλίων και τα τελευταία χρόνια εμπνεύστηκε τη σειρά «Οι Μεγάλοι… μικροί» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ιστορίες εμπνευσμένες από την προσωπικότητα σημαντικών Ελλήνων κι Ελληνίδων στην παιδική τους ηλικία που ως μικροί αντιμετώπισαν κάποια μικρή ή μεγαλύτερη δυσκολία και πιθανότατα έπαιξε τον δικό της ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους ή και στην πορεία της ζωής τους. Δεν πρόκειται για βιογραφίες αλλά για μια αποτύπωση μερικών στιγμών τους, φωτίζοντας επιλεκτικά τα σημεία που τελικά ίσως και να καθόρισαν σε ένα βαθμό τον δρόμο τους.

Η Αγγελική Δαρλάση έχει τιμηθεί για τα βιβλία και τα έργα της με πολλά βραβεία ανάμεσά τους το βραβείο από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου για το Αγόρι στο θεωρείο, εκδόσεις Μεταίχμιο, το Παλιόπαιδο, εκδόσεις Πατάκη, White Raven από τη Διεθνή Βιβλιοθήκη Νεότητας Μονάχου για το Τότε που κρύψαμε έναν άγγελο, εκδόσεις Πατάκη και Κρατικό Βραβείο Παιδικής-Νεανικής Λογοτεχνίας για το Ονειροφύλακες, εκδόσεις Πατάκη.

Η σειρά «Οι Μεγάλοι… μικροί» περιλαμβάνει 2 βιβλία, το πρώτο με τίτλο «Οι Αγωνιστές του 1821» και είναι αφιερωμένο στους ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης του ’21, ενώ το δεύτερο «Οι καλλιτέχνες» που κυκλοφόρησε πρόσφατα, καταπιάνεται με οκτώ κορυφαίους Έλληνες καλλιτέχνες του 20ου αιώνα. Πιο συγκεκριμένα διαβάζουμε για τον γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά, την Κατίνα Παξινού, τον άνθρωπο που ταύτισε το όνομά του με το σύγχρονο ελληνικό θέατρο, Κάρολο Κουν, τη σημαντικότερη Ελληνίδα χαράκτρια Βάσω Κατράκη, τον Γιάννη Τσαρούχη, τη Ζουζού Νικολούδη, τον φωτογράφο Κώστα Μπαλάφα και τον μάγο της εικόνας Θεόδωρο Αγγελόπουλο.

Με αφορμή την κυκλοφορία του δεύτερου βιβλίου της σειράς, μιλήσαμε μαζί της.

Πώς σου γεννήθηκε η ιδέα για τη σειρά οι «Μεγάλοι… μικροί»; Ποια η βαθύτερη ανάγκη σου;

Νομίζω ότι η ρίζα της ιδέας βρίσκεται στην παιδική μου ηλικία. Όταν ήμουν παιδί και κάποιος μεγάλος  με φόβιζε ή με απωθούσε ή ακόμη και με γοήτευε προσπαθούσα να τον φανταστώ ως παιδί. Τον έφερνα «στα δικά μου μέτρα»  επειδή μ’ αυτόν τον τρόπο μάλλον ένιωθα πως μπορούσα να τον αντιμετωπίσω, να τον καταλάβω καλύτερα. Κι όταν, ενήλικη πλέον, διάβασα μια συνέντευξη του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλου, όπου αναφερόταν μεταξύ άλλων και σε κάποιο περιστατικό της παιδικής του ηλικίας, σκέφτηκα ότι αυτό θα ήταν μια ωραία ιδέα: να διηγηθείς ιστορίες μεγάλων ανδρών και γυναικών από τα παιδικά τους χρόνια. Θα ήταν ένας όμορφος και γοητευτικός τρόπος  να γνωρίσουν τα παιδιά σημαντικές προσωπικότητες, που αξίζει να μνημονεύουμε για το έργο τους. Κι ήρθε η στιγμή, χρόνια μετά, που εκείνη η ιδέα πραγματοποιείται. Η βαθύτερη βέβαια ανάγκη μου είναι να υπογραμμίσω στους μικρούς και να υπενθυμίσω  στους μεγάλους πως όλοι μα όλοι κάποτε ήμασταν παιδιά και το πόσο καθοριστική μπορεί να είναι η ηλικία αυτή για την εξέλιξη της μετέπειτα πορείας μας. Να «αποδείξω» ότι οι αδυναμίες που μπορεί να έχουμε ως παιδιά δε σημαίνει ότι προδιαγράφουν και μια… αδύναμη εξέλιξη σε προσωπικό ή επαγγελματικό επίπεδο, δεν είναι κατ’ ανάγκη μια «αυτοεκπληρούμενη προφητεία». Κι ίσως να καταφέρω να εμπνεύσω τα παιδιά – αναγνώστες της σειράς: να δουν ότι τα προβλήματα, ακόμη κι όταν είμαστε μικροί, είναι για να τα αντιμετωπίζουμε, να τα ξεπερνάμε και να προχωράμε γράφοντας τις σελίδες της δικής μας ιστορίας και ότι  το αύριο μπορεί να είναι πολύ καλύτερο απ’ ό,τι τώρα φανταζόμαστε.

Ποιες οι βασικές πηγές της έρευνάς σου για να γράψεις τους Μεγάλους Μικρούς; Μίλησες και με ανθρώπους που με κάποιον τρόπο σχετίστηκαν μαζί τους;

Ιστορικά βιβλία, διδακτορικές διατριβές, προσωπικές αφηγήσεις, βιογραφίες-αυτοβιογραφίες (αν υπάρχουν), συνεντεύξεις, μαρτυρίες,  φωτογραφικό υλικό, ντοκιμαντέρ – ό,τι μπορεί να με βοηθήσει ή εμπνεύσει καλοδεχούμενο είναι. Για πιο σύγχρονες προσωπικότητες όπως για παράδειγμα αυτές που υπάρχουν στο βιβλίο μου «Καλλιτέχνες», ή και σε άλλα βιβλία της σειράς που θ’ ακολουθήσουν, πολύτιμη πηγή υπήρξε η εξαιρετική σειρά αυτοβιογραφικών ντοκιμαντέρ «Μονόγραμμα» των Γιώργου και Ηρώς Σγουράκη ή κι άλλα ανάλογα ντοκιμαντέρ από το ψηφιοποιημένο αρχείο της ΕΡΤ. Δεν χρειάστηκε να μιλήσω με ανθρώπους που σχετίστηκαν μαζί τους – από τη μια ίσως κάπου να φοβήθηκα μήπως τυχόν κι επηρεαστώ περισσότερο απ’ ό,τι θα ήθελα από τη δική τους οπτική. Ίσως πάλι να μην το χρειαζόμουν, αφού είχα μαζέψει αρκετό υλικό απ’ το οποίο και είχα ήδη εμπνευστεί. Σε μία περίπτωση, βέβαια, που δεν μπορούσα να συγκεντρώσω όσες πληροφορίες ήθελα για την παιδική ηλικία αναζήτησα βοήθεια, Έτσι, λοιπόν, κατάφερα να έρθω σ’ επικοινωνία με την κυρία Μαριάννα Κατράκη, την κόρη της μεγάλης χαράκτριάς μας της Βάσως Κατράκη, η οποία πρόθυμα μου είπε όσα μπορούσε να μου πει για τη μητέρα της ως παιδί και μάλιστα όσο πιο αντικειμενικά γινόταν, επειδή όπως μου είπε κι η ίδια δεν ήθελε να μ’ επηρεάσει – και την ευχαριστώ τόσο πολύ για τη βοήθειά της. Τα όσα μοιράστηκε όμως μαζί μου, φάνηκαν πολύτιμα – και χάρηκα πολύ όταν με το που διάβασε την ιστορία μου, μου τηλεφώνησε συγκινημένη. Οπότε σίγουρα, αν χρειαστεί,  θα το ξανακάνω.

Οι ιστορίες που μας αφηγείσαι ρίχνουν φως σε μια συγκεκριμένη στιγμή της ζωής τους. Πώς επιλέγεις τις στιγμές που θα φωτίσεις, τις στιγμές που θέλεις να ρίξεις τη ματιά του αναγνώστη;

Βασική ραχοκοκαλιά της ιδέας της σειράς αλλά και κριτήριο για την επιλογή των προσώπων με τα οποία ασχολούμαι είναι να υπάρχει κάποιο μικρότερο ή μεγαλύτερο πρόβλημα στην παιδική τους ηλικία. Μπορεί να είναι η ορφάνια, η φτώχια ή κάποιο πρόβλημα στο σχολείο, στο οικογενειακό ή φιλικό περιβάλλον. Ή άλλοτε το πρόβλημα μπορεί να προκύπτει εξαιτίας κάποιου δικού τους χαρακτηριστικού. Όμως αυτά τα μεγάλα ή μικρά προβλήματα πρέπει να ήταν υπαρκτά ή να προκύπτουν από βιογραφικά στοιχεία τους, δεν είναι δικής μου επινόησης. Από εκεί και πέρα αρχίζω να φαντάζομαι μια ιστορία που να ρίχνει φως στην όποια δυσκολία θέλοντας ταυτόχρονα ν’ αναδείξω στοιχεία της προσωπικότητάς τους που συνδέονται και με τη μετέπειτα πορεία τους ή κι εκείνα που μπορεί να επέδρασαν στο έργο τους.

Πώς ήταν η Αγγελική Δαρλάση μικρή και ποιο τελικά εκείνο το χαρακτηριστικό σου που ως μεγάλη αγάπησες και θεωρείς ανεκτίμητο;

Ήμουν πάρα, μα πάρα πολύ ευαίσθητη κι έκλαιγα τόσο εύκολα. Ήμουν όμως και δυναμική. Κι όσο εσωστρεφής και μου άρεσε η μοναξιά, άλλο τόσο κοινωνική και δοτική ήμουν και χαιρόμουν με την παρέα άλλων παιδιών. Χαρακτηριστικά που και τώρα νομίζω πως διατηρώ σχεδόν αυτούσια. Αυτό όμως το οποίο ίσως και να ξεχωρίζω και μάλιστα πρόσφατα μου το ανέφερε κι ένας παλιός συμμαθητής, ήταν η ανάγκη μου να νιώθω ελεύθερη. Μια ανάγκη που πράγματι είχα από μικρή και όσο κι αν, αρκετές φορές, μου έχει «στοιχίσει», το θεωρώ ανεκτίμητο. Νομίζω πως πολλές αποφάσεις μου σε προσωπικό κι επαγγελματικό επίπεδο βασίστηκαν στην ανάγκη που έχω να θέλω να αισθάνομαι ελεύθερη κι ανεξάρτητη.

Ποιος από τους «Μεγάλους…Μικρούς» ήρωες, θα ήθελες να είναι ο «κολλητός» σου όταν ήσουν μικρή σαν και αυτούς;

Δύσκολη απάντηση.  Μάλλον θα διάλεγα κάποιον εντελώς αντίθετο ως χαρακτήρα από μένα και με εντελώς διαφορετικά βιώματα – κάτι που μου συμβαίνει, έτσι κι αλλιώς, συχνά και με τους φίλους μου. Οπότε από αυτή τη σκοπιά πιθανότατα να διάλεγα τον Γιώργο Καραϊσκάκη – θα με βοηθούσε να μην είμαι τόσο συνεσταλμένη και πιο θαρραλέα. Όπως επίσης και τον Γιάννη Τσαρούχη – που, σε αντίθεση με μένα, δεν ήταν καλός μαθητής –και τον οποίο θεωρώ ιδιαιτέρως γοητευτική ιδιοσυγκρασιακή προσωπικότητα. Πρέπει να ήταν πολύ ενδιαφέρον «κολλητός» και θα με βοηθούσε να βλέπω τα πράγματα όσο σοβαρά άλλο τόσο ανάλαφρα, όσο αιθέρια άλλο τόσο γειωμένα.

Υπάρχει μια προσωπικότητα που ξεχωρίζεις, που θαυμάζεις απεριόριστα αλλά δεν κατάφερες να συμπεριλάβεις σε αυτή τη σειρά;

Αρκετές. Θα αναφέρω τον αγωνιστή Νικήτα Σταματελόπουλο, το γνωστό μας Νικηταρά – που ήταν μάλλον από τις πιο ακέραιες κι έντιμες μορφές της Επανάστασης του 1821. Ελπίζω κάποια στιγμή σύντομα να τελειώσω  αυτό που γράφω γι’ αυτόν. Όπως επίσης κι αρκετές προσωπικότητες από τον χώρο της μουσικής τέχνης και της λογοτεχνίας – αυτές όμως θα τις συναντήσουμε σε άλλα βιβλία της σειράς.

Έπεται δηλαδή συνέχεια στους «Μεγάλους Μικρούς»;

Καλά να είμαστε, έτσι προγραμματίζουμε. Την άνοιξη του 2021 θα βγουν «Οι Επιστήμονες» (Γ. Παπανικολάου, Σ. Καρούζου  κ.ά). Και  θ’ ακολουθήσουν «Οι Μουσικοί», «Οι Πολιτικοί» και «Οι Λογοτέχνες».

Υπάρχουν τελικά άνθρωποι που γεννιούνται με ένα αστέρι στο πεπρωμένο τους; Τελικά υπάρχει μια δύναμη που μας καθοδηγεί προς το μεγαλείο ή χρειάζεται προσπάθεια, κόπος;

Είναι κάτι για το οποίο συχνά αναρωτιέμαι. Θα έλεγα ότι οπωσδήποτε χρειάζονται κόπος, προσπάθεια, δουλειά, μεράκι, αφοσίωση κι αγάπη. Παρ’ όλα αυτά συχνά παίζει ρόλο και η τύχη. Κι ίσως ακόμη μεγαλύτερο οι συγκυρίες και πολλές φορές και οι οικονομικές συνθήκες αλλά και το γενικότερο  κοινωνικοπολιτικό και πολιτισμικό περιβάλλον. Αναρωτιόμουν για παράδειγμα, ποια θα ήταν η μοίρα πολλών σημαντικών γυναικών, με τις οποίες ασχολούμαι στα βιβλία μου, αν δεν προέρχονταν από μεγαλοαστικές οικογένειες ή από οικογένειες με κάποια οικονομική επιφάνεια ή με κατάλληλο πολιτισμικό υπόβαθρο και κουλτούρα που δεν ενστερνιζόταν τη νοοτροπία για την τότε θέση της γυναίκας. Και κατ’ επέκταση αν χάθηκαν άδικα μεγάλες καλλιτέχνιδες ή επιστημόνισσες  μόνο και μόνο επειδή ήταν κορίτσια γεννημένα σε φτωχά ή πολιτισμικά αντίξοα για τις δυνατότητες και ικανότητές τους οικογενειακά και κοινωνικά περιβάλλοντα. Παρ’ όλα αυτά θα σου έλεγα ότι υπάρχουν φορές που έχω πει, θαυμάζοντας, πως «ναι, αυτός ο άνθρωπος  είχε… αστέρι».

Στα περισσότερα βιβλία σου ρίχνεις φως σε αληθινές ιστορίες. Εμπνέεσαι από αυτές. Κάπου διάβασα ότι εμείς οι άνθρωποι χωρίς τις ιστορίες θα είμαστε μόνο σκιές. Εσύ τι πιστεύεις; Βρίσκεις μια αλήθεια σε αυτό;

Μεγάλη θα έλεγα. Και μου θυμίζει αυτό που λέει ο Έκο στο «Νησί της προηγούμενης ημέρας»: Για να επιβιώσεις, πρέπει να λες ιστορίες. Προσωπικά το αντιλαμβάνομαι σχεδόν ως ζωτική ανάγκη, άμεσα συνδεδεμένη με την ύπαρξή μας. Πάντα οι άνθρωποι είχαμε ανάγκη ν’ ακούμε και να λέμε ιστορίες – ακόμη και το κουτσομπολιό αυτή την ανάγκη προσπαθεί να καλύψει αλλά  με εντελώς διαστρεβλωμένο τρόπο κι εκφυλίζοντάς την. Οι ιστορίες, οι καλές ιστορίες όμως, έχουν τη δύναμη να ανυψώνουν το πάντα ανθρώπινο μέγεθός μας και να παρηγορούν τη θνητότητά μας, να μας παρουσιάζουν ακόμη, κι αν μιλάνε για  τα πιο βαθιά σκοτάδια, μια διαφορετική εκδοχή του εαυτού μας, να μας κάνουν ν’ αναρωτιόμαστε για τον κόσμο μας όπως είναι και όπως θα μπορούσε να είναι κι εν τέλει  μας προσφέρουν την έμπνευση να συνεχίζουμε, παρά τον πόνο και τις απώλειες, με θάρρος κι αλήθεια. Προσωπικά έχω μεγάλη ανάγκη να εμπνέομαι και ως δημιουργός να εμπνέω. Γι’ αυτό και μ’ αρέσουν οι ιστορίες – είτε οι αληθινές είτε εκείνες οι λογοτεχνικές που εν τέλει για την αλήθεια (τους) πασχίζουν.

Πώς βιώνεις τις ημέρες αυτές του εγκλεισμού; Υπάρχει μια αχτίδα φωτεινή και αισιόδοξη στην καθημερινότητά σου;

Η καθημερινότητά μου δεν έχει αλλάξει πάρα πολύ, δεδομένου ότι έτσι κι αλλιώς υπήρχαν περίοδοι που ζούσα έναν άτυπο εγκλεισμό λόγω επαγγελματικής ιδιότητας. Θα πω, όμως ψέματα αν πω ότι δεν με έχει επηρεάσει αυτή η κατάσταση του εγκλεισμού που ζούμε όλοι μας. Και τον βιώνω πολύ διαφορετικά και «γκρίζα» από τον πρώτο. Ίσως επειδή τότε είχαμε πιστέψει πως από τη στιγμή που πήραμε σχετικά νωρίς μέτρα, με υπομονή, προσοχή και τήρηση των κανόνων θα μπορέσουμε να δώσουμε χρόνο να προετοιμαστούμε όλοι καλύτερα. Υπήρχε ένα αισιόδοξο σενάριο μπροστά μας. Αυτή τη φορά, όμως, νιώθω πως όλοι ζούμε σε μια δυστοπία που δε θα τελειώσει σύντομα. Και από την οποία οι περισσότεροι θα βγούμε πληγωμένοι με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. Γελάω χάρη στα παιδιά μου. Χαίρομαι που είμαστε, προς το παρόν, τουλάχιστον, γιατί ποτέ δεν ξέρεις, όλοι οι αγαπημένοι μου γεροί. Και καταφέρνω να αντιμετωπίζω τους δαίμονες μου (παλιούς και νέους) και λόγω της συγγραφικής μου ιδιότητας. Το ότι γράφω για παιδιά και νέους το ότι «αναγκάζομαι» να δω τον κόσμο με τα δικά τους μάτια, να τον βλέπω οικείο και ταυτόχρονα τόσο άγνωστο, να τον αντικρίζω με περιέργεια κι αισιοδοξία είναι αυτό που και σε άλλες δύσκολες στιγμές με «έσωσε» κι αυτό με «σώζει» και τώρα.

Nιώθεις ότι θα αφήσει τραύμα στους νέους αυτή η κατάσταση που όλοι μας ζούμε;

Είναι κι ο μεγαλύτερος φόβος μου. Το πώς θα επηρεάσει ειδικά τα παιδιά και τους νέους. Πόσο θα πλήξει τον ψυχισμό και την ικανότητα διαχείρισης των σχέσεών τους αλλά και την πορεία της εκπαίδευσής τους. Τα παιδιά μου, που είναι και τα δυο στο Γυμνάσιο, έχουν να βρεθούν με το παρεάκι τους από τον Φεβρουάριο. Ακόμη και το καλοκαίρι δεν έβγαιναν, ήταν αυτοκολλητάκια μας. Κι από τη μία με ηρεμεί που δεν το αναζητάνε κι έχουν πειθαρχήσει παραδειγματικά κι από την άλλη, όσο αναλογίζομαι τα δικά μας ανέμελα – από παρόμοιες έγνοιες τουλάχιστον – παιδικά κι εφηβικά χρόνια στενοχωριέμαι πολύ. Είναι μια τόσο αφύσικη κατάσταση κι ειδικά για τα παιδιά και τους νέους.  Δεν μπορώ όμως παρά να ελπίζω πως όταν έρθει εκείνη η ώρα θα ξαναθυμηθούν ή θ’ ανακαλύψουν ενστικτωδώς τα όσα στερήθηκαν και θα στερηθούν τον καιρό της πανδημίας. Εξάλλου, το να ελπίζω στα παιδιά και στους νέους, να πιστεύω στις νεότερες γενιές είναι μια οργανική μου ανάγκη. Αν δεν ελπίσουμε και δεν επενδύσουμε στο, καλύτερο, μέλλον μας… τότε  που;

Την Παρασκευή 27/11 θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακή συζήτηση για γονείς και εκπαιδευτικούς με αφορμή τα βιβλία «Οι αγωνιστές του 1821» και «Οι καλλιτέχνες» από τη σειρά βιβλίων «Οι Μεγάλοι… μικροί» της Αγγελικής Δαρλάση. Για περισσότερες λεπτομέρειες, διαβάστε εδώ