Τέσσερις άνδρες μεσαίας και μεγάλης ηλικίας και μια γυναίκα που τους οργανώνει και τους φροντίζει. Ζουν όλοι μαζί σε ένα σπίτι σε παραθαλάσσιο χωριό της Χιλής. Δεν είναι σπα, ούτε οίκος ευγηρίας. Είναι τόπος για μετάνοια. Έχουν ένα καθαρόαιμο σκυλί που το εκπαιδεύουν και συμμετέχει σε τοπικές κυνοδρομίες. Κερδίζει, βγαίνουν κάποια χρήματα έτσι, σκέφτονται μήπως πάρουν κι άλλο να τα αυγατίσουν. Στις κυνοδρομίες το σκυλί το πηγαίνει μόνο η γυναίκα. Οι άντρες τις παρακολουθούν με κιάλια από έναν κοντινό λόφο. Ένας καινούριος φιλοξενούμενος καταφθάνει στην παραθαλάσσια οικία. Η γυναίκα τού λέει με τη γλυκύτητα και την πραότητα του ανθρώπου που ζει εντελώς μέσα στη Θεία Χάρη το ημερήσιο πρόγραμμα: ξυπνάμε την τάδε ώρα, προσευχόμαστε, παίρνουμε πρωινό, μετά έχουμε ελεύθερη ώρα, το μεσημέρι ψέλνουμε ύμνους και πάει λέγοντας. Στο χωριό μπορούμε να πηγαίνουμε μόνο τις τάδε ώρες το πρωί και τις δείνα ώρες το απόγευμα, πάντα όμως ο καθένας μόνος του, ποτέ δεν πρέπει να μας δουν μαζί. Όπως στο ξενοδοχείο του «Αστακού», έτσι και σε αυτό το περίεργο σπίτι απαγορεύεται αυστηρά κάθε πράξη αυτοϊκανοποίησης. Απαγορεύεται όμως εξίσου -όπως επίσης εξηγείται στο νέο φιλοξενούμενο- και κάθε πράξη αυτομαστίγωσης. Εδώ αυτοί οι άνδρες δεν έχουν έρθει για να ζευγαρώσουν, έχουν έρθει για να τιμωρηθούν για όσα έκαναν στο παρελθόν. Αλλά να τιμωρηθούν με έναν τρόπο διακριτικό, που δεν θα εκθέτει και τον θεσμό τον οποίο υπηρέτησαν, τον θεσμό τον οποίο τους τιμωρεί: την εκκλησία.

Το σπίτι στο χωριό στην άκρη του Θεού, γίνεται το χαλί κάτω από το οποίο κρύβονται αυτά για τα οποία η εκκλησία ντρέπεται. Οι άνδρες αυτοί ήταν ιερείς που τους βαραίνουν κατηγορίες για βαρύτατα εγκλήματα. Η κοσμική δικαιοσύνη είτε δεν είχε αρκετά στοιχεία, είτε δεν ενδιαφέρθηκε αρκετά για να τιμωρήσει αυτούς τους άνδρες όπως θα τιμωρούσε οποιονδήποτε άλλο, σίγουρα πάντως η εκκλησία δεν προσφέρθηκε να τη βοηθήσει, προτίμησε να αντιμετωπίσει το θέμα εσωτερικά και με τη δική της λογική και οικονομία, λειτουργώντας κατ΄αποτέλεσμα και απολύτως συγκαλυπτικά. Είναι κακό πράγμα ο σκανδαλισμός, είναι κακό πράγμα να χάνεται η πίστη στην εκκλησία, η εκκλησία πρέπει να διαφυλάσσει την εξωτερική της εικόνα.

Παιδεραστής ο ένας (όχι, δεν ήμουν, απλά επιθυμίες είχα που κατόρθωνα να τις καταπιέζω, είμαι ένας μαιτρ της καταπίεσης, θα πει ο ίδιος), στρατιωτικός ιερέας ο άλλος, που υπήρξε εκ των πραγμάτων συνένοχος στους βασανισμούς και τις δολοφονίες της χούντας (όχι, δεν είχα συμμετοχή, δεν μπορούσα να πω τίποτα για αυτά που έβλεπα, θα πει ο ίδιος), συμμετείχε σε κύκλωμα που απήγαγε παιδιά φτωχών οικογενειών από τα μαιευτήρια και τα πουλούσε σε πλούσιες οικογένειες ο τρίτος (το καλό έκανα και όχι το κακό, θα πει ο ίδιος: έπαιρνα παιδιά από οικογένειες που ούτε τα ήθελαν, ούτε μπορούσαν να τα μεγαλώσουν και τα έδινα σε οικογένειες που και ήθελαν και μπορούσαν). Μόνο ο γηραιότερος όλων, ο τέταρτος βρίσκεται πια στην επικράτεια της λήθης, έχοντας σίγουρα κάτι φρικτό κάνει κι αυτός, μόνο που πια ούτε ο ίδιος μοιάζει να το θυμάται, ούτε κάποιος φάκελός του βρίσκεται να το καταμαρτυρά, ίσως γιατί όσο πιο πίσω πάμε στο παρελθόν τόσο πιο φορτωμένο είναι με φρικαλεότητες που έγιναν και ξεχάστηκαν και γι’ αυτές πια δεν μπορεί να μιλήσει κανείς, ίσως δηλαδή γιατί η κάθαρση είναι τόσο σπάνια. Ακόμη και η γυναίκα που τους φροντίζει έχει το δικό της ένοχο φορτίο, είναι πρώην μοναχή, αλλά κι εκείνη όπως και οι άνδρες αρνείται πως έχουν κάνει κάτι κακό, δικαιολογεί τον εαυτό τους, δηλώνει πως τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται.

the-club_2

Ο νέος κάτοικος, αποσχηματισμένος ιερέας κι αυτός, εξεγείρεται λέγοντας ότι δεν έχει καμία θέση να ζήσει μαζί με αυτούς τους εγκληματίες, πως αυτός ένα μικρό προβληματάκι είχε μόνο. Τότε θα εμφανιστεί ο καταλύτης της ταινίας: αν την πλευρά των θυτών την εκπροσωπούν πολλοί, την πλευρά των θυμάτων την εκπροσωπεί μόνο ένας. Σαν μονοπρόσωπος χορός αρχαίας τραγωδίας αρχίζει να περιφέρεται έξω από το σπίτι και με φωνή καμπανιστή και μελωδική να απαγγέλλει όλα όσα του έκαναν όταν ήταν παιδί. Τα απαγγέλλει όσο πιο περιγραφικά γίνεται, δεν υπάρχει καμία φειδώ στις λέξεις. Σαν αισχρή μουσική τα λόγια του. Το ποταπό εμπλέκεται με το ιερό και το λερώνει. Φωνάζει, φωνάζει δυνατά, αν μπορούσαμε να κλείσουμε τα αυτιά μας θα τα κλείναμε και πάλι τα λόγια του θα διαπερνούσαν μέσα μας και θα χώνονταν βαθιά στη συνείδησή μας. Είναι ένας, αλλά είναι μαζί και σύμβολο τόσων πολλών. Ολοκληρωτικά διαλυμένος από όσα του έκαναν όταν ήταν παιδί, διαλυμένος αλλά και ακόμα ζωντανός, είναι εδώ και ψέλνει τον έρωτά του, την πληγή του, την θέωσή του, την καταστροφή του.

Ίσως όσα ζητά η καθολική εκκλησία από τους ιερείς της ή ίσως και όσα ζητά η χριστιανική θρησκεία από τους πιστούς της, να συνιστούν μη φυσιολογικές απαιτήσεις. Ζητώντας σου να ζεις σαν άγιος, μπορείς κάλλιστα να μετατραπείς σε τέρας. Μεγέθη μη ανθρώπινα, ο άνθρωπος ως προπατορικό αμάρτημα, το διακύβευμα της απόλυτης ταπείνωσης και συντριβής προκειμένου να συγχωρεθείς και να βρεις το δρόμο προς το Θείο. Αν όμως πρέπει να αρνηθείς τα πάθη που σε καθιστούν άνθρωπο για να βρεις το Θεό, ένα σκυλί μπορεί να σε εξανθρωπίσει, ένα σκυλί το οποίο μπορείς επιτέλους να αγαπάς χωρίς να υπάρχει σε αυτό τίποτα το επιλήψιμο, τίποτα το βδελυρό.

club

Από την Χιλή του πραξικοπήματος του 1973 με το “Post Mortem” ως τη Χιλή του δημοψηφίσματος του 1988 με το “Νο”, ο πολύ σημαντικός δημιουργός Πάμπλο Λαραΐν, μας πηγαίνει με την «Μυστική Λέσχη» στη Χιλή του σήμερα. Η ταινία του, ενώ είναι σαφέστατα ένα «κατηγορώ», είναι ταυτόχρονα μπολιασμένη με ένα «κατανοώ» κι ένα «διερευνώ» ή εν πάση περιπτώσει με ένα προσπαθώ να διερευνήσω και να κατανοήσω. Μπορεί το συνολικό τοπίο της ταινίας να είναι ζοφερό, μπορεί να μην υπάρχουν χαραμάδες αισιοδοξίας (όπως και σπανίως βλέπουμε χαραμάδες ήλιου σε ένα διαρκώς μουντό ουρανό), αλλά η ταινία του μας παρουσιάζει ανθρώπους που κατά μία έννοια είναι όλοι πια μαζί χαμένοι, έχουν όλοι μαζί πια εκπέσει, έχουν όλοι μαζί πια συντριβεί. Οι μόνιμοι πρωταγωνιστές του ο Αλφρέντο Κάστρο και η Aντονία Ζέγκερς είναι πάλι εδώ, ο Ρομπέρτο Φαρίας όμως με τη φωνή του και την ανίερη ψαλμωδία του στοιχειώνει την ταινία και τα αυτιά μας και το μυαλό μας. Και θα τα στοιχειώνει για πολύ καιρό ακόμα.